Κινηματογραφος

Μέλπω Ζαρόκωστα (1933–2026): Η διαδρομή μιας σημαντικής μορφής του ελληνικού θεάτρου και κινηματογράφου

Από το θέατρο της διασποράς στη χρυσή εποχή του ελληνικού κινηματογράφου
Χάρης Μαρκάκης
4’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
UPD

Μέλπω Ζαρόκωστα: Έξι δεκαετίες στο θέατρο, τον κινηματογράφο και τη συγγραφή

Η Μέλπω Ζαρόκωστα ανήκει σε μια γενιά καλλιτεχνών που διαμόρφωσαν το ελληνικό θέατρο και τον κινηματογράφο της μεταπολεμικής περιόδου με συνέπεια και διάρκεια. Δεν υπήρξε πρόσωπο της υπερπροβολής, ούτε βασίστηκε σε έναν ρόλο ή σε μια συγκεκριμένη περίοδο επιτυχίας. Η διαδρομή της κάλυψε περισσότερες από έξι δεκαετίες και εκτάθηκε σε πολλούς τομείς: την υποκριτική, τη θεατρική συγγραφή, το κινηματογραφικό σενάριο, τη μετάφραση, τη σκηνοθεσία και τη στιχουργική. Η παρουσία της είναι τεκμηριωμένη μέσα από έργα, συνεργασίες και θεσμική δράση, τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό.

Γεννήθηκε στον Πειραιά στις 7 Μαΐου 1933. Πατέρας της ήταν ο Ηλίας Ζαρόκωστας και μητέρα της η Δέσποινα Σπυροπούλου. Μεγάλωσε σε οικογένεια που έδινε έμφαση στη μόρφωση, την πειθαρχία και την υπευθυνότητα. Το περιβάλλον αυτό συνέβαλε στη διαμόρφωση ενός χαρακτήρα οργανωμένου και εργατικού, στοιχεία που τη συνόδευσαν σε όλη τη ζωή της.

Μετά τον πόλεμο του ’40, η οικογένεια εγκατέλειψε την Ελλάδα. Σε ηλικία περίπου 14 ετών, η Μέλπω Ζαρόκωστα έζησε για έναν χρόνο στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου και στη συνέχεια μετανάστευσε στην Αυστραλία. Η παραμονή της στο εξωτερικό διήρκεσε συνολικά περίπου έντεκα χρόνια. Η εμπειρία της μετανάστευσης δεν ήταν απλή αλλαγή τόπου. Σήμαινε προσαρμογή σε νέο κοινωνικό περιβάλλον, νέα γλώσσα και διαφορετικές επαγγελματικές συνθήκες, σε μια εποχή που για μια νέα γυναίκα οι επιλογές δεν ήταν δεδομένες.

Στην Αυστραλία σπούδασε θέατρο στο Metropolitan Theater του Σίδνεϊ και παράλληλα φοίτησε στο Πανεπιστήμιο του Σίδνεϊ. Στη συνέχεια συνέχισε τις σπουδές της στη σκηνοθεσία, την υποκριτική και το σενάριο στη σχολή ραδιοφωνικών σπουδών Canandale. Οι σπουδές αυτές της έδωσαν ολοκληρωμένη εικόνα της θεατρικής και ραδιοφωνικής δημιουργίας και δεν περιορίστηκαν μόνο στην εκπαίδευση ηθοποιού. Από νωρίς έδειξε ενδιαφέρον για τη δομή του έργου, τον λόγο και τη σκηνοθετική προσέγγιση.

Μετά την ολοκλήρωση των σπουδών της εργάστηκε επαγγελματικά στην Αυστραλία ως ηθοποιός στο θέατρο, στον κινηματογράφο, στο ραδιόφωνο και στην τηλεόραση. Η πρώτη της σημαντική θεατρική εμφάνιση έγινε στο Metropolitan Theatre του Σίδνεϊ, στην παράσταση «Lace on Her Petticoat». Η παρουσία της σχολιάστηκε θετικά από τον Τύπο της εποχής. Η εφημερίδα Sydney Morning Herald έκανε λόγο για μια νεαρή ηθοποιό με έντονη εκφραστικότητα και σκηνική παρουσία.

Ακολούθησαν απαιτητικοί ρόλοι. Υποδύθηκε την Αντιγόνη στο έργο του Ζαν Ανούιγ, σε μια σύγχρονη εκδοχή της αρχαίας τραγωδίας, ενώ το 1954 έπαιξε τη Μιράντα στη «Τρικυμία» του Σαίξπηρ. Στη συνέχεια ανέλαβε τον πρωταγωνιστικό ρόλο στο έργο «Dark Secret» του Αυστραλού συγγραφέα Τζον Γουάτσον. Παράλληλα, για την ελληνική παροικία της Αυστραλίας, ερμήνευσε την Εκάβη στα ελληνικά. Η ίδια έχει αναφέρει ότι αυτή η εμπειρία είχε ιδιαίτερη σημασία, καθώς τη συνέδεσε ξανά με τη γλώσσα και την πολιτισμική της ταυτότητα.

Το 1957 παντρεύτηκε τον πιανίστα Ανδρέα Διαμαντίδη και μετέβησαν στο Λονδίνο, όπου παρέμειναν περίπου έναν χρόνο. Εκεί ασχολήθηκε κυρίως με τη μετάφραση και διασκευή ραδιοφωνικών έργων. Η ενασχόληση αυτή ενίσχυσε περαιτέρω τη σχέση της με το κείμενο και τη δραματουργία και αποτέλεσε σημαντική εμπειρία πριν από την επιστροφή της στην Ελλάδα.

Το 1958, με αφορμή τον θάνατο της γιαγιάς της, επέστρεψε οριστικά στην Ελλάδα, σε ηλικία 25 ετών. Η είσοδός της στον ελληνικό κινηματογράφο δεν ήταν αποτέλεσμα στρατηγικού σχεδιασμού. Όπως έχει περιγράψει η ίδια σε συνεντεύξεις της, όλα έγιναν γρήγορα και απροσδόκητα, όταν ο Ντίνος Κατσουρίδης τη σύστησε στον Φιλοποίμενα Φίνο. Ο Φίνος διέκρινε άμεσα την καλλιέργεια και το ταλέντο της και της έδωσε ρόλο στην ταινία του Αλέκου Σακελλάριου «Το ξύλο βγήκε απ’ τον Παράδεισο», το 1959, δίπλα στην Αλίκη Βουγιουκλάκη.

Από εκεί ξεκίνησε μια μακρά συνεργασία με τη Φίνος Φιλμ, που διήρκεσε έως τις αρχές της δεκαετίας του 1970.

Η Μέλπω Ζαρόκωστα συμμετείχε σε πάνω από πενήντα ελληνικές και ξένες κινηματογραφικές ταινίες, ανάμεσά τους έργα που θεωρούνται χαρακτηριστικά της χρυσής εποχής του ελληνικού κινηματογράφου, συνεργαζόμενη με σημαντικούς ηθοποιούς και σκηνοθέτες της περιόδου. Δεν υπήρξε ηθοποιός της υπερβολής ή της έντονης δημοσιότητας. Ξεχώρισε για τη μετρημένη παρουσία, την καθαρότητα του λόγου και τη συνέπεια των ερμηνειών της.

Σε μεταγενέστερες συνεντεύξεις της μίλησε ανοιχτά για ανθρώπους με τους οποίους συνεργάστηκε. Για τον Φιλοποίμενα Φίνο ανέφερε ότι ήταν εξαιρετικός κύριος και ότι τη στήριξε επαγγελματικά. Για τη Ρένα Βλαχοπούλου σημείωσε ότι η συνεργασία μαζί της ήταν ιδιαίτερα ευχάριστη λόγω του χιούμορ της, ενώ, μιλώντας για τον Λάμπρο Κωνσταντάρα, τον χαρακτήρισε άνθρωπο με έντονη γοητεία αλλά και εσωτερική μελαγχολία. Οι μαρτυρίες αυτές βασίζονται σε δημόσιες δηλώσεις της ίδιας.

Παράλληλα με την υποκριτική, η Μέλπω Ζαρόκωστα ανέπτυξε εκτενή συγγραφική δραστηριότητα. Έγραψε είκοσι πέντε κινηματογραφικά σενάρια, αρκετά από τα οποία μεταφέρθηκαν στη μεγάλη οθόνη. Ανάμεσά τους ξεχωρίζει η «Ανταρσία των Δέκα», η οποία βραβεύτηκε στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Το συγγραφικό της έργο περιλαμβάνει επίσης θεατρικά έργα που ανέβηκαν σε αθηναϊκές σκηνές και στην επαρχία. Παράλληλα, μετέφρασε περισσότερα από εκατόν πενήντα θεατρικά έργα, προσφέροντας σημαντικό έργο στη διάδοση ξένου θεατρικού ρεπερτορίου στην Ελλάδα.

Ασχολήθηκε και με τη σκηνοθεσία, κυρίως στην τηλεόραση, με πιο γνωστή δουλειά τη σειρά «Από την κωμωδία στο δράμα». Ως στιχουργός γνώρισε διεθνή αναγνώριση, κερδίζοντας το πρώτο βραβείο στο Διεθνές Φεστιβάλ της Λισαβόνας το 1990 για το τραγούδι «Ο παλιάτσος».

Η θεσμική της παρουσία υπήρξε επίσης ουσιαστική. Το 1960 έγινε το πρώτο γυναικείο μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων και αργότερα διετέλεσε πρόεδρός της. Υπήρξε επίσης μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Στιχουργών, της Εταιρείας Ελλήνων Σκηνοθετών, του Διοικητικού Συμβουλίου του οργανισμού «ΘΕΣΠΙΣ» και ιδρυτικό μέλος του «Σπιτιού του Ηθοποιού».

Στην προσωπική της ζωή υπήρξε σύζυγος του ηθοποιού και σκηνοθέτη Βίκτορα Παγουλάτου, με τον οποίο απέκτησε έναν γιο, τον Αλέξανδρο. Ο γάμος τους έληξε όταν ο γιος τους ήταν ακόμη μικρός. Τα τελευταία χρόνια αποσύρθηκε σταδιακά από τη δημόσια δράση. Το 2012 εμφανίστηκε ξανά στο θέατρο με το έργο της «Τρεις κολασμένες ιστορίες» και την ίδια χρονιά πρωταγωνίστησε στην τουρκική ταινία «Strangers in the House». Η τελευταία της εμφάνιση στον ελληνικό κινηματογράφο ήταν το 2006, στην ταινία «Πέντε λεπτά ακόμα».

Τα τελευταία χρόνια της ζωής της τα έζησε στο Γηροκομείο Αθηνών. Όπως είχε δηλώσει η ίδια, επρόκειτο για μια συνειδητή και δύσκολη επιλογή, παρμένη με επίγνωση των αναγκών της ηλικίας της.

Η συνολική διαδρομή της Μέλπως Ζαρόκωστα δείχνει μια καλλιτέχνιδα με σταθερή παρουσία και μετρήσιμη προσφορά. Η συμβολή της στον ελληνικό πολιτισμό δεν περιορίζεται σε έναν ρόλο ή σε μια περίοδο επιτυχίας, αλλά αποτυπώνεται σε δεκάδες κινηματογραφικές ταινίες, σε θεατρικά έργα, σε κινηματογραφικά σενάρια, σε μεταφράσεις και σε τραγούδια. Το έργο της είναι καταγεγραμμένο και μπορεί να αξιολογηθεί με βάση συγκεκριμένα στοιχεία.

Η ίδια αντιμετώπισε την τέχνη ως επάγγελμα και ευθύνη. Εργάστηκε σε διαφορετικές χώρες και μέσα, προσαρμόστηκε σε νέες συνθήκες και παρέμεινε δημιουργική για δεκαετίες. Η θεσμική της δράση δείχνει τη διάθεσή της να συμβάλει στη συλλογική οργάνωση και εξέλιξη του θεάτρου και των ανθρώπων του.

Η Μέλπω Ζαρόκωστα ανήκει σε εκείνη τη γενιά δημιουργών που στήριξαν τον ελληνικό πολιτισμό με συνέπεια και διάρκεια, χωρίς υπερβολές και χωρίς εξάρτηση από τη δημοσιότητα. Η πορεία της χαρακτηρίστηκε από επαγγελματική σταθερότητα και ουσιαστική προσφορά, με έργο που εκτείνεται στον κινηματογράφο, το θέατρο και τη συγγραφή.