Κινηματογραφος

Magic Hour

Προχωρημένο μεσημέρι μπαίνουμε στο βανάκι, λιο­πύρι και υγρασία...

Δήμητρα Τριανταφύλλου
ΤΕΥΧΟΣ 318
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Προχωρημένο μεσημέρι μπαίνουμε στο βανάκι, λιο­πύρι και υγρασία, ένας τύπος από το συνεργείο σανιδώ­νει το αυτοκίνητο προς το σημείο που θα γυριστεί μια κομβική σκηνή της ταινίας, ο Ρένος λέει στον Τάσο: «Τώρα θα θριαμβεύσεις! Μόλις χαμηλώσει το αεροπλάνο πιάνεις τη ρόδα…». Και λίγο πριν το βανάκι μάς ξεράσει καταμεσής της πεδιάδας γυρνάει προς τα μένα: «Πρόκειται για μια ταινία χει­ροποίητη».

«Ό,τι και να γίνει, δεν σκύβετε» σοβαρεύει την κουβέντα, με ύφος που δεν χωράει πολλά, ο διευθυντής φωτογραφίας Γιάν­νης Δασκαλοθανάσης και ύστερα ανοίγει τον ασύρματο για να μιλήσει στον Κώστα Καπάκα που ξεκινάει να πιλοτάρει (σ.σ. το αεροπλάνο είναι δικό του).

«Αν δεν έχουμε επαφή κάνε κατευθείαν τη βύθιση και θα σε δω. Στους έχω ήδη βάλει στο κάδρο» τον ενημερώνει ο διευθυντής φωτογραφίας και ένα δευτερόλεπτο αργότερα η βοηθός του κάνει μια κοφτή κίνηση στον αέρα «μη βγάλει κιχ κανείς – γρά­φουμε» και ακούμε το αεροπλάνο από το βάθος. Ο Καπάκας το επιβεβαιώνει από τον ασύρματο: «Είμαστε στον αέρα!».

Πρώτη βουτιά, το αεροπλάνο «χαϊδεύει» τα μαλλιά μας, ηθο­ποιοί και συνεργείο καταπίνουν ένα κιλό σκόνη, ενώ η μυρωδιά από τις κτηνοτροφικές εργασίες μάς τρυπάει τα ρουθούνια. Ύστερα αρχίζει η γνωστή λούπα: «Πάμε πάλι», «κάνε μια στρο­φή στον αέρα μέχρι να ετοιμαστούμε», εμείς να σκύβουμε τα κεφάλια ξανά και ξανά και ο σκηνοθέτης να έρχεται με το αερο­πλάνο από το βάθος του ορίζοντα της Βοιωτίας, καλοκαίρι, όλη η πόλη με μια βαλίτσα στο χέρι εκτός από τους ανθρώπους του σινεμά που το γνωρίζουν καλά: το καλοκαίρι είναι η καλύτερη εποχή για να γυρίσεις μια ταινία.

Είμαι λίγο έξω από τον Ορχομενό, σε μία από τις πολλές στάσεις ενός road movie και low budget film μαζί. O Κώστας Καπάκας μού εξηγεί το θέμα της νέας του ταινίας –μαύρη κωμωδία, για την ακρίβεια– “Magic Hour”. «Το θέμα προέκυψε από ανάγκη. Διαπιστώσαμε ότι είναι πολύ δύσκολο πια να κάνεις μια ταινία περιμένοντας χρηματοδότηση από το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου και τους χορηγούς. Οπότε, μαζευτήκαμε η παρέα και είπαμε: ας κάνουμε μια φτηνή ταινία. Ο κεντρικός ήρωας, λοιπόν, τον οποίο υποδύεται ο Ρένος Χαραλαμπίδης, είναι ένας αποτυχημένος κινηματογραφιστής που τριγυρνάει στην Ελλάδα τού σήμερα αλλά θυμίζει σκηνοθέτη στη δεκαετία του ’80, τότε που δεν μας αφορούσαν τα εισιτήρια και τα λεφτά και κάναμε προσωπικές ταινίες. Το “Magic Hour” αποτυπώνει την τωρινή παρακμή και παράλληλα τονίζει την ανάγκη για αλλα­γή, δηλαδή ότι δεν είναι δυνατόν να κάνεις πια ταινίες για τον εαυτό σου, όπως δεν μπορείς άλλο σε αυτή τη χώρα να επιμέ­νεις να σπουδάζεις διοίκηση επιχειρήσεων, ιατρική και νομική όταν δεν υπάρχουν οι αντίστοιχες θέσεις».

Τα παραπάνω λόγια μοιάζουν τόσο ξένα με την εικόνα που αντικρίζω: το συνεργείο τρώει το μεσημεριανό του κάτω ένα μεγάλο πλάτανο, ενώ ένας ντόπιος εγγονός του ξακουστού ληστοσυμμορίτη της περιοχής Καλαμπα­λίκη μάς δείχνει τους απέναντι λόφους αρχίζοντας τις ιστορίες για τον αποκεφαλισμό του παππού του. Σαν σεκάνς από ανέμελο καλοκαίρι του ’60. Φαίνεται ότι το σινεμά είναι μαγεία και πίσω απ’ την οθόνη: ταξίδι, ατμό­σφαιρα, συναισθήματα. Ο Ρένος Χαραλαμπίδης μού το επιβεβαιώνει: «Η συμμετοχή μου στην ταινία είναι ένα ωραίο όνειρο, ένα ευχάριστο ταξίδι στον κινηματογραφικό τόπο, που με φέρνει μετά από πολλά χρόνια ως ηθοποιό σε μια ταινία χω­ρίς να είμαι παράλληλα και ο σκηνοθέτης. Με τιμάει επίσης πολύ που ο Καπάκας κάνει μια αναφορά στην ταινία μου “No Budget Story” χρησιμοποιώντας την ατάκα “Γυναίκες – πεταμένα λε­φτά”». «Κάνω αναφορές και σε άλλες ταινίες. Ο Ρένος με τη σει­ρά του δανείζεται στοιχεία από τον αγαπημένο του Γούντι Άλεν» λέει ο σκηνοθέτης. Η ταινία γυρίζεται εξ ολοκλήρου σε format ΗD με μια μικρή ευέλικτη φωτογραφική μηχανή που τραβάει video, την Cannon 7D. «Επέλεξα αυτό τον πρωτοποριακό τρό­πο τόσο επειδή είναι πιο οικονομικός, αλλά και επειδή στον κινηματόγραφο πρέπει να προχωρήσουμε μπροστά και να δοκιμάσουμε τα νέα μέσα. Ού­τως ή άλλως αυτό που πάντα έχει ση­μασία είναι η ουσία και όχι το μέσο». Όσο για το budget του φιλμ, «τα χρήματα για τα γυρίσματα αυτής της ταινίας τα έδωσε ο ίδιος ο σκηνοθέτης» λέει ο παραγωγός Γιώργος Τσοκόπουλος. «Αυτή τη στιγμή όμως υπάρχει κινητικότητα στην εγχώρια α­γορά και ένα trend για τον ελληνικό κινηματογράφο. Πιστεύω ότι το “Magic Hour” θα πάει καλά τόσο εξαιτίας της παραπάνω συγκυρίας, αλλά και επειδή το θέμα της ταινίας είναι άμεσο και επίκαιρο».

Λίγο πιο δίπλα ο έτερος πρωταγωνιστής της ταινίας, ο πο­λυτάλαντος Τάσος Αντωνίου (τραγουδιστής, ηθοποιός, μέλος της θεατρικής ομάδας «Πασπαρτού» και περήφανος βιολιστής στα πανηγύρια του τόπου του, την Ικαρία – αν έχεις πάει Ακαμά­τρα και Χριστό Ραχών σίγουρα τον έχεις ακούσει) πιάνει να ανα­λύει το δικό του ρόλο. «Είμαι ο Αριστείδης, ένας άνθρωπος που όλα πηγαίνουν καλά στη ζωή του μέχρι τη στιγμή που πέφτει θύμα της κρίσης, απολύεται, επιστρέφει νωρίτερα στο σπίτι και διαπιστώνει ότι η γυναίκα του τον απατάει. Μη μπορώντας να το αντιμετωπίσει ψύχραιμα παίρνει τους δρόμους, συναντιέται με τον αποτυχημένο σκηνοθέτη και μαζί ανακαλύπτουν μια Ελλά­δα σε παρακμή. Θυμίζει πολύ ταινία του Τζάρμους».

Η βοηθός του Καπάκα φωνάζει «τέλος, break» και όλοι σηκώ­νονται από το τραπέζι, απόγευμα πια, για την ακρίβεια “Magic Hour”, ακριβώς όπως την περιγράφει και ο κινηματογραφικός όρος από τον οποίο πήρε τον τίτλο της η ταινία: η τελευταία ώρα πριν το σταδιακό χάσιμο του φωτός, κατά τη δύση, και αντίστοι­χα την ώρα πριν την ανατολή του ήλιου. Στην ταινία, το “Magic Hour” είναι η λεπτή γραμμή μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας, η μετέωρη αυτή στιγμή ακριβώς πριν από την έλευση κοσμογονι­κών αλλαγών. Η συνέχεια στις αίθουσες…

ΤΟ ID ΤΗΣ ΤΑΙΝΙΑΣ

Παραγωγή: Kapa Films/ Avion Films, Executive Producer: Τσοκόπουλος Γιώργος. Line Producer: Άν­ναμπελ Αρώνη. Έξοδος στις αίθουσες: «Ελπίζω μετά τις γιορτές», όπως λέει και ο σκηνοθέτης.