Κινηματογραφος

«Τα Πνεύματα του Ινισέριν»: Ένα ιρλανδικό γουέστερν

Για τη νέα ταινία του Κόλιν Φάρελ, υποψήφιου για το Όσκαρ πρώτου ανδρικού ρόλου

Κυριάκος Αθανασιάδης
4’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

«Τα Πνεύματα του Ινισέριν»: Ένα καλλιτεχνικό επίτευγμα-ύμνος στην Ιρλανδία και στη μοναξιά

Τα «Πνεύματα του Ινισέριν» είναι μια ταινία-έκπληξη, τόσο για τη βαθιά πρωτοτυπία της —δεν θυμόμαστε πόσο καιρό είχαμε να δούμε ένα φιλμ που σεναριακά δεν θέλει να μοιάζει με κανένα άλλο—, όσο και για τις μεγάλες δόσεις ανθρωπιάς που μας προσφέρει σχεδόν σε όλες του τις σεκάνς. Αν ήταν μεγαλύτερο σε διάρκεια, θα μας χάριζε κι άλλες. Αν κρατούσε δέκα ώρες, ακόμη περισσότερες. Δεν μπορείς παρά να παραδοθείς σ’ αυτά, και έτσι να απολαύσεις, με ένα χαμόγελο διαρκώς στα χείλη, τις ερμηνείες των πρωταγωνιστών του, αλλά και όλων (κυριολεκτούμε) των μικρότερων ρόλων, σ’ αυτή τη θεατρική σκηνή που θυμίζει Σέξπιρ, αν ο Σέξπιρ ήταν Ιρλανδός και αν είχε μεγαλώσει διαβάζοντας Τζόις και παρακολουθώντας Μπέκετ σε μικρές σκηνές.

Και δεν είναι μόνο οι ερμηνείες (αν και αρκούν, πιστέψτε μας, αυτές). Είναι το τοπίο, αυτή η άγρια φύση που γιορτάζει διαρκώς τη δωρική αρχαιότητά της περικυκλώνοντας με μια επίφοβη σαγήνη τους αιχμαλώτους της, τους κατοίκους του νησιού, η σπαρακτική μουσική που μοιάζει να υμνεί, αλλά και να θρηνεί μαζί, αυτό που θα μπορούσαμε να πούμε «γενναιότητα της μοναξιάς» (συγχωρήστε μας τον λυρισμό), τα θεατρικά κοστούμια που πλέχτηκαν από τα νήματα του τόπου και ντύνουν με μια άγαρμπη τρυφερότητα τα κουρασμένα σώματα των ηρώων — είναι τα πάντα.

Φτιαγμένη με μαεστρία από πολύ-πολύ αγνά υλικά, σαν μια παλιά, παραδοσιακή συνταγή που πρέπει να γίνει με άκρα προσοχή για να πετύχει, τα «Πνεύματα του Ινισέριν» είναι ένα βαθύτατα προσωπικό φιλμ που, ακριβώς γι’ αυτό, μιλά με σαφήνεια και αμεσότητα σε όλους μας. Απολαυστική ταινία, που δικαίως αποσπά πολλές και μεγάλες υποψηφιότητες για όλα τα σημαντικά κινηματογραφικά βραβεία: οχτώ υποψηφιότητες στις φετινές Χρυσές Σφαίρες (απέσπασε τρεις: της Καλύτερης Ταινίας στην κατηγορία Μιούζικαλ ή Κωμωδία, του Α΄ Ανδρικού Ρόλου στην ίδια κατηγορία, και του Σεναρίου) και εννέα υποψηφιότητες για τα Όσκαρ, μεταξύ άλλων (είμαστε σίγουροι ότι θα πάρει τουλάχιστον τα μισά, και βέβαια του σεναρίου).

Η υπόθεση είναι απλή — αλλά και πολύ πιο βαθιά από όσο φαίνεται αν την περιγράψεις με λόγια. Είμαστε στα 1923, σε ένα μικρό νησί της Ιρλανδίας. Τόσο μικρό, που δεν έχει καν δικό του ιερέα: έρχεται ένας κάθε Κυριακή από απέναντι, από τη στεριά, για να πει δυο λατινικούρες και για να εξομολογήσει στο πόδι τους ντόπιους. Τα σπίτια των ανθρώπων είναι απομακρυσμένα, και μοναχικά, σαν να φύτρωσαν πάνω στην ερημιά. Οι ντόπιοι ζουν από το ψάρεμα και πουλώντας το γάλα των δυο-τριών αγελάδων που έχει ο καθένας. Τα βράδια, μαζεύονται στη μοναδική παμπ του νησιού για μια μπίρα και για να ανταλλάξουν δυο κουβέντες. Στο λιμανάκι, υπάρχει ένα μπακάλικο που είναι συγχρόνως και… ταχυδρομείο, και δυο-τρία μαγαζιά ακόμη. Ένας αστυνομικός κάνει περιπολίες χωρίς κανένα λόγο από δω κι από κει, με ύφος και τουπέ Ναπολέοντα. Πέρα στη στεριά, ακούγονται τα πυρά του ιρλανδικού εμφυλίου. Κανείς στο νησί δεν ξέρει ποιος νικάει σήμερα, ο IRA ή οι άλλοι. Πάντως δεν χάνουν οι Άγγλοι. Κι εκεί λοιπόν, στο νησί, το μικρό, ασήμαντο, ξεχασμένο από τον χρόνο Ινισέριν, μια αντρική φιλία πολλών χρόνων καταστρέφεται, διαλύεται, από την ξαφνική απόφαση του ενός εκ των δύο, του Κολμ (Μπρένταν Γκλίσον), να πάψει ακόμη και να… μιλά στον καλύτερό του φίλο, τον Πάντραικ (Κόλιν Φάρελ), γιατί τον θεωρεί ρηχό και «λίγο» και γιατί θέλει επιτέλους να κάνει κάτι που να γεμίσει τα, πιθανότατα όχι πολλά, χρόνια που του απομένουν: να γράψει μουσική για βιολί — μουσική εμπνευσμένη από την παράδοση του τόπου. Κι εκεί αρχίζει το (κωμικό) δράμα, που θα εξελιχθεί με απίθανους, απρόβλεπτους, τρελούς τρόπους, ανεβαίνοντας κάθε φορά και επίπεδο. Γιατί ο Πάντραικ, αυτός ο βολτερικός αγαθός άνθρωπος, ο αγαθούλης, που νοιάζεται μόνο για το καλό, δεν εννοεί να καταλάβει τι μπορεί σ’ αυτό τον κόσμο να σταθεί πάνω από την καλοσύνη.

Οι δυο τους θα πρωταγωνιστήσουν σε μία επική μονομαχία γεμάτη σιωπές, βγαλμένη κατευθείαν μέσα από τον Σέρτζιο Λεόνε — τα βλέμματα, οι σιωπές, τα ρούχα τους, οι καμπαρντίνες και τα σακάκια, το άλογο, τα ανοιχτά τοπία, η νησιωτική «έρημος», το «σαλούν», ο «σερίφης», οι φωτιές, η εκδίκηση, η βία, οι πυροβολισμοί, μια μπουνιά που πέφτει κάποια στιγμή, μια γυναικεία φιγούρα, όλα μα όλα φτιάχνουν το πιο εσωτερικό, βραδύκαυστο και «συναισθηματικά επικό» γουέστερν που έχουμε δει. Ένα αλλόκοτο γουέστερν χωρίς καλούς και κακούς, χωρίς Ινδιάνους και αλογοκλέφτες, με δυο τύπους που παίζουν τον Χοντρό και Λιγνό (και πώς παίζουν όμως τον Χοντρό και Λιγνό!), σε μια μελαγχολική κωμωδία, όχι παρεξηγήσεων, αλλά υφασμένη πάνω στη μοναξιά, στον χρόνο που φεύγει ανεπιστρεπτί, στην τέχνη, στις σιωπές, και στην τρυφερότητα.

Ο Μάρτιν ΜακΝτόνα ξεκίνησε από το θέατρο και χειρίζεται το σκηνικό του (το νησί, τους κλειστούς χώρους) με θεατρικούς όρους, ενώ κεντάει στο καλοζυγισμένο του σενάριο και τα δίνει όλα στους λεκτικούς διαξιφισμούς με τη γλυκιά ιρλανδική «ντοπιολαλιά». Αγαπά με πάθος τους ηθοποιούς του και τους στηρίζει διαρκώς. Εκτός από το δίδυμο των Κόλιν Φάρελ και Μπρένταν Γκλίσον, ο χαρισματικός Barry Keoghan (έξοχος στο «The Killing of a Sacred Deer» του Λάνθιμου) και η απίθανη Kerry Condon είναι επίσης απολαυστικοί στην ταινία. Με τους Φάρελ και Γκλίσον ο ΜακΝτόνα μάς έχει χαρίσει στο παρελθόν, βέβαια, και την αγαπημένη «Αποστολή στην Μπριζ» (2008), άλλη μαύρη κωμωδία. Τα «Πνεύματα του Ινισέριν» είναι μία καινούργια Μπριζ, αλλά ακόμη πιο παλαβή: μία κωμική τραγωδία. Το 2012, θυμίζουμε, μας έδωσε ακόμη τούς «Εφτά Ψυχοπαθείς», και το 2017 τις «Τρεις Πινακίδες έξω από το Έμπινγκ του Μιζούρι». Τι παλμαρέ.

Info: Η ταινία θα προβάλλεται στους κινηματογράφους από τις 23 Φεβρουαρίου.