Κινηματογραφος

Ζαν-Πολ Μπελμοντό, 1933-2021

Ένα από τα τελευταία σύμβολα της κινηματογραφικής δόξας και του εναλλακτικού ανδρισμού

Νατάσσα Καρυστινού
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Ζαν-Πολ Μπελμοντό: Ο αντιήρωας του γαλλικού κινηματογράφου γεννήθηκε σαν σήμερα, 9 Απριλίου το 1933 - Αυτή ήταν η ζωή του.

Ζαν Γκαμπέν, Λουί ντε Φυνές, Ζαν-Πολ Μπελμοντό, Αλέν Ντελόν: τέσσερις εκδοχές του Γάλλου άνδρα που, απ’ ό,τι φαίνεται, δεν ενσαρκώνει κανείς νεότερος ηθοποιός. Εκτός ίσως από τον Ντανιέλ Οτέιγ που είναι μεν ζωντανός και νεότερος από τον Ντελόν, αλλά έχει περάσει τα εβδομήντα· ή τον Ομάρ Συ («Άθικτοι», «Lupin») τον πιο αγαπημένο Γάλλο ηθοποιό σήμερα, ο οποίος ωστόσο μετακόμισε στο Λος Άντζελες και προσπαθεί να κάνει διεθνή καριέρα. Με τον θάνατο του Ζαν-Πολ Μπελμοντό, το γαλλικό κοινό χάνει ένα από τα τελευταία σύμβολα της κινηματογραφικής δόξας και του εναλλακτικού ανδρισμού: άλλο χολιγουντιανό αρσενικό -Κλιντ Ίστγουντ ας πούμε- άλλο αρσενικό της γηραιάς Ευρώπης. Πριν από την παγκοσμιοποίηση οι διαφορές ήταν εντονότερες.

Κατρίν Ντενέβ, Ζαν-Πολ Μπελμοντό © FilmPublicityArchive/United Archives via Getty Images/Ideal Image

Ο «Μπεμπέλ» εκπροσωπούσε μια εποχή όπου οι σταρ εμφανίζονταν με το τσιγάρο στην άκρη των χειλιών, μιλούσαν ανοιχτά για ωραίες γυναίκες -από τις οποίες έκαναν συλλογή- και παρότι υποδύονταν διάφορους χαρακτήρες παρέμεναν ο εαυτός τους. Ο Μπελμοντό έπαιζε άλλοτε τον αλήτη, άλλοτε τον πληρωμένο φονιά, άλλοτε τον χαριτωμένο απατεώνα και εραστή παραμένοντας ο Μπεμπέλ: περίπου όπως ο Αλέν Ντελόν αλλά χωρίς την ψυχρότητα του Ντελόν η οποία προέκυπτε, μεταξύ άλλων, από την τέλεια ομορφιά του. Αν ο Ντελόν ενσάρκωνε τον απρόσιτο μύθο, ο Μπελμοντό ενσάρκωνε το παιδί του λαού, τον σαλτιμπάγκο, τον κασκαντέρ (έκανε μόνος του όλα τα κόλπα στις επικίνδυνες σκηνές) που υπόσχεται οικογενειακή ψυχαγωγία τις Κυριακές.

Η κινηματογραφική πορεία του Ζαν-Πολ Μπελμοντό

Η καριέρα του Μπελμοντό συνέπεσε τόσο με τον κινηματογράφο των δημιουργών και ιδιαίτερα με τη Νουβέλ Βαγκ, όσο και τον εμπορικό κινηματογράφο στη Γαλλία: αμφότερα τα είδη εξάγονταν σε ολόκληρο τον κόσμο με αποτέλεσμα οι μεγάλοι Γάλλοι σταρ να είναι δημοφιλείς κυριολεκτικά παντού. Εξάλλου, οι μεγάλοι σκηνοθέτες από τη δεκαετία του 1950 μέχρι τη δεκαετία του 1980 επέλεγαν Ευρωπαίους ηθοποιούς πέρα από εθνικά και γλωσσικά σύνορα: ο Μπελμοντό συνεργάστηκε με τον Ντε Σίκα, με τον Μάουρο Μπολονίνι και τον Πίτερ Μπρουκ. Ξεχώριζε με τον αέρα της αμεριμνησίας που έφερνε στις ταινίες· ο Ντελόν ήταν πάντοτε βαρύτερος, αυστηρότερος· ο Μπελμοντό ήταν παιγνιώδης και είχε κωμική φλέβα. Προτού γίνει ο «Μπεμπέλ» έμοιαζε η πεμπτουσία του γαλλικού στιλ, της γαλλικής κομψότητας· στη συνέχεια εξελίχθηκε στον αντιήρωα που δεν παίρνει τον εαυτό του στα σοβαρά: την καμπαρντίνα και το καπέλο του «Χαφιέ» (1962) αντικατέστησε η αμφίεση του «Ανθρώπου από το Ρίο» (1964) -χαλαρή γραβάτα, πουκάμισο που βγαίνει ατημέλητα από το παντελόνι- στην αμφίεση του «Μπάτσος ή αλήτης» (1980) με την τραγιάσκα και του «περιθωριακού» με το δερμάτινο μπουφάν. Στον Μπεμπέλ το δερμάτινο μπουφάν δεν είχε την απεγνωσμένη επιθετικότητα του Μάρλον Μπράντο: στη δεκαετία του 1970, όταν τα σκληρά αρσενικά δεν περνούσαν πια, ο Μπελμοντό μεταμορφώθηκε στον άνδρα που κάνει τις γυναίκες να γελάνε. Οι μεταμορφώσεις του ακολουθούσαν τις κοινωνικές μεταμορφώσεις της αρρενωπότητας: αν και συχνά επεδείκνυε γυμνούς δικέφαλους - όπως στον «Υπερκατάσκοπο με τα χίλια πρόσωπα» απέναντι στην Ζακλίν Μπισέ- διατηρούσε το αυτοσαρκαστικό βλέμμα που τον έκανε «Μπεμπέλ».

Η τελευταία του εμφάνιση στην οθόνη ήταν το 2008 σε μια ταινία με τίτλο «Ο άνθρωπος με τον σκύλο» που θύμιζε τον «Ουμπέρτο Ντ.» του Βιτόριο ντε Σίκα. Αυτή η ταινία έμοιαζε σαν υπενθύμιση: παρότι ο Μπελμοντό έγινε ίνδαλμα του λαϊκού κινηματογράφου, είχε το βλέμμα στραμμένο στους μεγάλους δημιουργούς.