Κινηματογραφος

Ο Θάνατος στη Βενετία και το ομορφότερο αγόρι στον κόσμο

Ο 15χρονος αγγελικός Τάτζιο του «Θάνατος στη Βενετία» δεν μένει πια εδώ

Γιάννης Νένες
9’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Ο Μπιορν Αντρέσεν, ο 15χρονος Τάτζιο της ταινίας του Λουκίνο Βισκόντι «Θάνατος στη Βενετία» και η απίστευτη ιστορία του, σε ένα ντοκιμαντέρ.

Πώς είναι να είσαι 15 χρονών και να έχεις παίξει σε ένα αριστούργημα του κινηματογράφου; Πώς είναι να σε παρουσιάζει ο σκηνοθέτης στη βασίλισσα σαν «το ομορφότερο αγόρι του κόσμου» και πώς είναι αυτό που ακολουθεί μετά; 

Πέρασαν πενήντα χρόνια από την πρεμιέρα της θρυλικής ταινίας του Λουκίνο Βισκόντι, Θάνατος στη Βενετία, όπου ο Μπιορν Αντρέσεν (Björn Andrésen), ένας έφηβος εξαιρετικής καλλονής, ενσάρκωσε τον θρυλικό Τάτζιο. Σήμερα, το «Ομορφότερο Αγόρι του Κόσμου» έχει μεγαλώσει και ξεδιπλώνει τη ζωή του σε ένα ντοκιμαντέρ με αυτόν ακριβώς τον τίτλο, σε σκηνοθεσία των Kristina Lindström και Kristian Petri. Ένα συναρπαστικό ταξίδι προσωπικών αναμνήσεων, κινηματογραφικής ιστορίας, λάμψης και τραγωδίας, σε μία ύστατη, ίσως, προσπάθεια του ηθοποιού να ξαναβρεί τον δρόμο του. Το ντοκιμαντέρ παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στο φετινό φεστιβάλ του Sundance τον περασμένο Ιανουάριο, ενώ προβλήθηκε και στο 23ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης.

 

Το κάστινγκ και τα γυρίσματα του «Θάνατος στη Βενετία»

Ο Λουκίνο Βισκόντι, με διάθεση αρπακτικού, λένε, είχε ξεκινήσει στη Σουηδία το κάστινγκ για τον ρόλο του Τάτζιο, του νεαρού εφήβου με τη ναυτική στολή και τη θεϊκή ομορφιά που συναντάει στη Βενετία και καταλαμβάνεται από την εμμονή του για αυτόν, ο ήρωας του φιλμ (που βασίζεται στο μυθιστόρημα του Τόμας Μαν), ο καθηγητής Γκούσταβ Άσενμπαχ που βρίσκεται στη δύση της ζωής του και τον υποδύθηκε ο άγγλος ηθοποιός Ντερκ Μπόγκαρτ. Ο Björn Andrésen, ήταν 15 χρονών όταν, παρακινούμενος από την πιεστική γιαγιά του, μπήκε, αθώος και ιδανικός, στη σειρά μαζί με δεκάδες άλλα αγόρια, για να κερδίσει την προσοχή του Βισκόντι -και το κατάφερε. Η πρεμιέρα της ταινίας, το 1971, δημιούργησε μέσα σε μία νύχτα τον θρύλο του Τάτζιο, έναν εμβληματικό ήρωα που ξεπερνούσε τα φύλα και τα στερεότυπα και γινόταν η προσωποποίηση της ομορφιάς και της νεότητας. 

Σήμερα, στα 66 του, στη Στοκχόλμη όπου ζει, ο Μπιορν δεν έχει καμία σχέση με εκείνον τον Τάτζιο. Κινδυνεύει με έξωση, η σχέση του με τη σύντροφό του και την κόρη του καταρρέει, ταλαιπωρείται από τον εθισμό του στο αλκοόλ και την κατάθλιψη. Λευκός πια, με τη μακριά γενειάδα και τα μακριά του μαλλιά μοιάζει περισσότερο με Δρυίδη που βγήκε από κέλτικο παραμύθι, έχει ένα σκληρό, ζωηρό βλέμμα και αποκρίνεται αμέσως με ένα "Fuck off", όταν τον ρωτάει ο δημοσιογράφος του Guardian τι θα έλεγε στον Βισκόντι αν ήταν μπροστά του αυτή τη στιγμή.

Ο Μπιορν Αντρέσεν © Pierre Manevy/Daily Express / Getty Images / Ideal Image

Όπως λέει και στο ντοκιμαντέρ, ο Λουκίνο Βισκόντι δεν έδινε καμία σημασία στα συναισθήματα του αγοριού, τον είχε αφήσει μόνο του μέσα σε ένα πλήθος σκληρών και αδιάφορων ανθρώπων. «Ποτέ δεν έχω δει στη ζωή μου τόσους φασίστες και μαλάκες μαζεμένους σε ένα φιλμ» λέει ο Μπιορν. «Ο Βισκόντι ήταν ένας καλλιτέχνης-αρπακτικό που θα θυσίαζε τα πάντα ή τον οποιαδήποτε για τη δουλειά του». Και ομολογεί με κάθε ειλικρίνεια ότι ο Θάνατος στη Βενετία κατέστρεψε τη ζωή του. Το γεγονός ότι είναι ένας ολοκληρωμένος πιανίστας φαίνεται να μην ενδιέφερε ποτέ κανέναν – ακόμα και τώρα, λέει, να, ορίστε καθόμαστε και μιλάμε για τον Τάτζιο, 50 χρόνια μετά. 

Ντερκ Μπόγκαρτ και Μπιορν Αντέρσεν στο Θάνατος στη Βενετία © Culture Club / Getty Images

Στο ντοκιμαντέρ βλέπουμε τη σκηνή από το κάστινγκ: τον Βισκόντι να αντικρίζει τον Μπιορν και αμέσως να αφυπνίζεται η προσοχή του. Συνομιλεί με τους συνεργάτες του για αυτόν σαν να ήταν ένα έργο τέχνης προς πώληση και δίνει οδηγίες στον αμήχανο νεαρό που χαμογελάει νευρικά: γύρνα, περπάτα, βγάλε το μπλουζάκι σου. Στο τέλος μένει με το εσώρουχο, ενώ το κονκλάβιο του σκηνοθέτη  τον παρατηρεί εξεταστικά.

Η σχέση με τον Βισκόντι

Βέβαια, ο μικρός γνώριζε από κάμερες και κινηματογραφικά πλατό. Ο Μπιορν, γιος ανύπαντρης μητέρας που αυτοκτόνησε όταν αυτός ήταν 11 χρονών, μεγάλωνε με τη γιαγιά του, μία γυναίκα με εμμονή στη διασημότητα και την καλλιτεχνική «εκμετάλλευση» του μικρού που τον γύριζε στις οντισιόν και στα κινηματογραφικά πλατό από τότε που ήταν μωρό. Η πρώτη του εμφάνιση ήταν το 1970, στην πρώτη ταινία του Ρόι Άντερσον, το Μία Σουηδική Ιστορία Αγάπης. Οπότε δεν είχε και καμία αντίρρηση να παίξει στον Θάνατο στη Βενετία – ήταν καλοκαίρι (άσχετα αν η Βενετία, στην ταινία, φαίνεται συννεφιασμένη, θλιμμένη, περικυκλωμένη από θάνατο και επιδημία), δεν είχε σχολείο, θα πληρωνόταν τέσσερις χιλιάδες δολάρια και όλοι τον είχαν σαν ένα πολύτιμο κόσμημα στα γυρίσματα. Ο Βισκόντι είχε δώσει ρητή διαταγή προς όλο το συνεργείο, «κάτω τα χέρια από τον μικρό» όσο διαρκούν τα γυρίσματα. Μετά, φρόντισε να τον πάει ο ίδιος σε ένα γκέι κλαμπ, αφού είχε τελειώσει την ταινία. Κανείς φυσικά δεν μιλάει για «αποπλάνηση», αλλά σίγουρα ο Μπιορν ήταν ένα τρόπαιο που ο καθένας θα λάτρευε να τον έχει στο πλευρό του, έστω και όσο διαρκεί μία νυχτερινή έξοδος με τους παπαράτσι να σας περικυκλώνουν.

Ο Λουκίνο Βισκόντι στη Βενετία © Archivio Cameraphoto Epoche/Getty Images)

Ὀπως δηλώνει κατηγορηματικά ο Αντρέσεν, δεν είναι ομοφοβικός αλλά «ο Βισκόντι και σχεδόν όλο του το συνεργείο ήταν γκέι και αυτή η παρέα με πήγαν στο νάιτκλαμπ. Οι σερβιτόροι με έκαναν να νιώθω πολύ άβολα, με κοίταζαν τόσο προκλητικά, σαν να ήμουν ένα πιάτο κρέας. Το ήξερα ότι δεν μπορούσα να αντιδράσω. Θα ήταν μία κοινωνική αυτοκτονία. Ήταν όμως η πρώτη μου από μία σειρά από τέτοιες καταστάσεις». 

Η σχέση με τον Ντερκ Μπόγκαρντ

Η σχέση του Αντρέσεν με τον Ντερκ Μπόγκαρντ, τον πρωταγωνιστή της ταινίας που πέφτει στη δίνη της γοητείας του, «ήταν ουδέτερη» λέει. Το 1983 στο βιβλίο με τα απομνημονεύματά του με τίτλο Ένας Ταραγμένος Άντρας, ο Μπόγκαρντ περιγράφει τον Μπιορν σαν έναν συνδυασμό γοητείας και θλίψης. «Είχε σχεδόν μία μυστικιστική ομορφιά» γράφει. Ο Βισκόντι, για να διατηρηθεί η πάλλευκη ομορφιά και η ευθραυστότητα του νεαρού, του απαγόρευε εντελώς να μένει στον ήλιο, να παίξει μπάλα με τους φίλους του, να κολυμπήσει στην, έτσι κι αλλιώς, βρώμικη θάλασσα του Λίντο της Βενετίας ή να κάνει ο,τιδήποτε θα του έδινε έστω και την παραμικρή ευχαρίστηση… «Τα υπέμενε όλα θαυμάσια», γράφει ο Μπόγκαρντ.

Το μοναδικό, ίσως, παράπονο που είχε ο Άγγλος ηθοποιός για τον νεαρό συμπρωταγωνιστή του ήταν ότι μασούσε συνέχεια τσιχλόφουσκες και έκανε τεράστιες φούσκες που έσκαγαν και κολλούσαν σε όλο του το πρόσωπο, κάτι που ο Μπιορν δεν θυμάται να συνέβαινε. 

Ένα κοπάδι νυχτερίδες

Αυτό όμως που θυμάται με σιγουριά ο Μπόγκαρντ είναι ότι ο Αντρέσεν δεν είχε καμία διάθεση να παίζει στον κινηματογράφο. Κάτι που πιθανότατα άλλαξε όταν ο Θάνατος στη Βενετία είχε μία πολύκροτη επιτυχία και στο γκαλά της πρεμιέρας στο Λονδίνο, σύστησαν τον νεαρό στη βασίλισσα και στην πριγκίπισσα Άννα. Καμία σχέση όμως με αυτό που έγινε όταν η ταινία παίχτηκε στο φεστιβάλ των Καννών και τα πλήθη, οι θαυμαστές και οι φωτογράφοι είχαν πέσει με κανιβαλικές διαθέσεις επάνω στον Μπιορν. «Ήταν σαν ένα κοπάδι από νυχτερίδες», θυμάται ο ίδιος στο ντοκιμαντέρ. 

Τα αποσπάσματα από εκείνη τη συνέντευξη τύπου υπάρχουν στο ντοκιμαντέρ των Kristina Lindström και Kristian Petri, και δείχνουν τι ακριβώς συνέβαινε: Αυτό που βλέπουμε είναι τον Βισκόντι να αστειεύεται για τον Αντρέσεν ότι κάποτε θα χάσει την ομορφιά του ενώ οι ακόλουθοί του να γελούν δουλοπρεπώς και ο Μπιορν να κοιτάζει γύρω του σαστισμένος, μη καταλαβαίνοντας καλά τι συμβαίνει. Οι δύο σκηνοθέτες λένε ότι δεν υπήρχε καμία κακία εναντίον του Αντρέσεν, απλώς ο νεαρός «είχε πακεταριστεί σαν να είναι ένα αντικείμενο».

Ο Αντρέσεν λέει ότι δεν ήταν ηθικό να αφήσουν «ένα 16χρονο παιδί να κουβαλήσει στους ώμους του το βάρος της διαφήμισης αυτής της καταραμένης ταινίας. Ειδικά όταν επέστρεψα στο σχολείο και άκουγα σχόλια όπως ‘Γειά σου αγγελικά χειλάκια’. Ένας άνθρωπος που είναι στη μέση της θύελλας των ορμονικών αλλαγών του, δεν θέλει να ακούει να τον αποκαλούν "όμορφο"».  Και μάλιστα ο Μπιορν πιστεύει ότι ο θαυμασμός του κόσμου ανέστειλε την ανάπτυξή του. «Όταν με ένα χτύπημα των δαχτύλων σου έχεις αμέσως 10 γκομενάκια να τρέχουν γύρω σου, τότε δεν έχεις ανάγκη να εκπαιδευτείς κοινωνικά στο πώς να συμπεριφέρεσαι με το αντίθετο φύλο».

Η περίοδος στο Παρίσι

Και τότε, μία τρελή κούρσα γύρω από τον κόσμο άρχισε, και πάλι ενορχηστρωμένη από τη γιαγιά η οποία του βρήκε δουλειά αμέσως. Ο Αντρέσεν βρέθηκε στην Ιαπωνία όπου εμφανίστηκε σε πολλές διαφημίσεις, κυκλοφόρησε δύο τραγούδια, και έγινε ποπ είδωλο προκαλώντας υστερία όπου εμφανιζόταν. Γρήγορα χρειάστηκε να καταφύγει στα χάπια για να μπορεί να ανταπεξέλθει στους φρενήρεις ρυθμούς της δουλειάς του. 

Η πραγματική αγάπη του Αντρέσεν όμως ήταν η μουσική. Μόλις τελείωσε το σχολείο, έκανε αίτηση για να σπουδάσει σε ένα κολλέγιο αλλά δεν τα κατάφερε να γίνει δεκτός. Άρχισε να κάνει ιδιαίτερα μαθήματα πιάνου με έναν από τους πιο φημισμένους δασκάλους της Σουηδίας. Μετά την επιστροφή του από την Ιαπωνία, το όνειρό του ήταν να κάνει μία big band στο στιλ του Ντιούκ Έλινγκτον. Υπήρχε όμως μεγάλη πίεση να πάρει κι άλλους ρόλους σε ταινίες. 

Και έτσι, στα 20 του, βρέθηκε για έναν χρόνο στο Παρίσι γιατί κάποιος του υποσχέθηκε μεγάλη καριέρα ηθοποιού. Περίμενε μάταια τον Μάλκολμ Λι να ξεκινήσει τα γυρίσματα της ταινίας Πόσο Αξιαγάπητοι Είναι οι Αγγελιοφόροι, ταινία που ποτέ δεν έγινε. Ο Μπιορν λέει ότι μία λέξη θα μπορούσε να εκφράσει τη ζωή και την καριέρα του εκείνες τις μέρες στο Παρίσι: «Χάος». 

Τελικά, έγινε ένα αντικείμενο πολυτελείας για τα πλούσια γούστα μεγαλυτέρων του αντρών. Εγκαταστάθηκε σε ένα όμορφο διαμέρισμα, κάποιος και αργότερα κι άλλοι, του πλήρωναν όλα του τα έξοδα, γεύματα, δώρα, ντύσιμο για να «τον κυκλοφορούν». Είχε γίνει ένα ακριβό είδωλο λατρείας, κάποιος έγραψε μέχρι και ερωτικά ποιήματα για αυτόν. Αυτή η περίοδος της ζωής του Αντρέσεν μένει κάπως θολή στο φιλμ, ο ίδιος δεν θέλησε να πει πολλά. «Μοιάζει να είναι η μόνη περίοδος της ζωής του για την οποία μετανιώνει» σχολίασαν οι σκηνοθέτες του ντοκιμαντέρ.

Τάτζιο για πάντα

Ο Αντρέσεν μετακόμισε στην Κοπεγχάγη για ένα χρόνο, για να είναι μαζί με την κοπέλα του αλλά και για να ζήσει στην ανωνυμία που τόσο αποζητούσε. Ο Τάτζιο όμως συνέχιζε να τον ακολουθεί. «Το χειρότερο είναι ότι κανένας δεν δίνει καμία σημασία στις φιλοδοξίες σου, τα όνειρά σου ή στο ποιος είσαι πραγματικά» λέει. «Απλώς όλοι περίμεναν από εμένα να είμαι όμορφος και αυτό ήταν όλο. Θυμάμαι ότι όταν έπαιξα ένα έργο του Λιστ στο πιάνο στη γιορτή ενός φίλου, ενός πολύ γνωστού Σουηδού συνθέτη, του Καλρ-΄Ερικ Βέλιν, ο κόσμος χειροκρότησε στο τέλος. Δεν ήταν τίποτα το φοβερό. Αλλά μετά μία νέα γυναίκα με κοστούμι σηκώθηκε και ήρθε προς το μέρος μου και μου είπε "Ουάου! Μπορείς στ’αλήθεια να κάνεις κάτι τελικά!"».

The Boy

Το 2003 κυκλοφόρησε το βιβλίο της ριζοσπαστικής φεμινίστριας Ζερμέν Γκριρ με τίτλο "The Boy", μία πλούσια μίξη ιστορίας της τέχνης και πολυτελούς erotica, με τον Μπιορν Αντρέσεν/Τάτζιο στο εξώφυλλο – χωρίς να έχει ζητήσει κανείς την άδειά του. 

«Το αγόρι είναι ο όρος που λείπει στις συζητήσεις για την πιθανότητα της γυναικείας ματιάς», γράφει η Γκριρ στο βιβλίο της αλλά φαίνεται να αδιαφορεί για το ότι μετά την εμφάνισή του στον Θάνατο στη Βενετία, «το Αγόρι» έχει γίνει βορά στη ματιά όχι μόνο των γυναικών αλλά και των ανδρών και ότι η χρήση της φωτογραφίας του στο εξώφυλλο του βιβλίου, κάνει τον ίδιο να νιώθει, με ακόμα πιο κακόγουστο τρόπο, ένα αντικείμενο –αυτά λέει ο ίδιος. 

«Η αγάπη των ενήλικων προς τους ανήλικους είναι κάτι με το οποίο δεν συμφωνώ από τις αρχές μου. Συναισθηματικά ίσως, και διανοητικά, με ενοχλεί - γιατί έχω κάποια εικόνα για το είδος αυτής της αγάπης».

Τι απέγινε το ομορφότερο αγόρι στον κόσμο;

To 2003 o Άντρεσεν είχε πει σε συνέντευξή του ότι είχε νοιώσει όχι απλώς την ανάγκη να αλλάξει εντελώς την εμφάνισή του για να περνάει απαρατήρητος αλλά και την ίδια την ταυτότητά του. Τότε, ήταν πια ήδη 48 ετών και ελάχιστα θύμιζε τον αγγελικό Τάτζιο του Θάνατος στη Βενετία. «Μόνο κάποιες ηλικιωμένες κυρίες με αναγνωρίζουν πια» είχε πει. 

Ο Αντρέσεν τότε έπαιζε πλήκτρα σε μία μπάντα, τους Sven-Erics, που υπήρχαν ακόμα από τα ‘60ς. Στις αρχές των ‘80ς και αφού η κοπέλα του έμεινε έγκυος, ο Αντρέσεν αποφάσισε να κάνει θεατρικές σπουδές και μετά ξεκίνησε μία θεατρική ομάδα σε ένα μικρό θέατρο στη Στοκχόλμη όπου έκανε τα πάντα, από σκηνοθεσία μέχρι τους φωτισμούς και την καθαριότητα. Θυμάται ότι ήταν ίσως η πιο ικανοποιητική περίοδος της ζωής του. “Φαντάζεστε πόσο ωραία ένιωθα να απορρίπτω ρόλους σε ταινίες;” 

Ο Αντρέσεν έζησε όμως και μία τραγωδία, όταν πέθανε ένα από τα παιδιά του σε μικρή ηλικία και μετά ακολούθησε «το αναπόφευκτο διαζύγιο». Συνέχισε να παίζει στο θέατρο και να το απολαμβάνει, όπως και τη νέα ζωή της «ανωνυμίας» του. 

Τώρα, πολλές φορές βλέπει αφίσες του Θάνατος στη Βενετία στους δρόμους, όταν η ταινία προβάλλεται κάπου. Βλέπει τον εαυτό του -τώρα πια χωρίς να ταράζεται. Έχει βρει τη γαλήνη του. «Η καριέρα μου» είχε πει, «ξεκίνησε από την απόλυτη κορυφή και σιγά σιγά κατέβαινε προς τα κάτω. Ήταν μοναχικά».

Όσο για το βιβλίο της Γκριρ, «όχι βέβαια, ποτέ δεν θα έδινα την έγκρισή μου να χρησιμοποιηθεί η φωτογραφία μου! Ποτέ των ποτών!»

Ο Αντρέσεν δέχτηκε να γίνει το ντοκιμαντέρ Το Ομορφότερο Αγόρι στον Κόσμο (το οποίο γυριζόταν επί 6 ολόκληρα χρόνια) γιατί οι σκηνοθέτες είναι φίλοι του και ένοιωσε ασφαλής μαζί τους. Ήθελε μία όμορφη «κινηματογραφική» ιστορία της ζωής του και όχι «ομιλούσες κεφαλές» να αναλύουν την ταινία του Βισκόντι. 

Και τώρα, στα 66 του, μπορεί να λέει πια με παρρησία και ηρεμία «Ναι, είμαι ηθοποιός». Και μάλιστα αποκτά ξανά ένα δικό του, cult status και πάλι, αυτή τη φορά με τον ρόλο του στη Σουηδική ταινία Midsommar (2019), ένα φιλμ τρόμου, παγανισμού και ναρκωτικών που αποκτά ολοένα και περισσότερη υπόγεια φήμη. Ο Μπιορν, στην ταινία, υποδύεται έναν σεβάσμιο γέροντα μίας παγανιστικής αίρεσης ο οποίος σκοτώνεται πέφτοντας από έναν γκρεμό και, οι σύντροφοί του, τον αποτελειώνουν διαλύοντας το κεφάλι του. 

«Το να σκοτώνεσαι σε μία ταινία τρόμου είναι το όνειρο του κάθε αγοριού» είπε χαμογελώντας στον Guardian, σαν να έβαζε το τελευταίο καρφί στο φέρετρο του Τάτζιο.