Κινηματογραφος

Από το "La la Land" στο "Nomadland" κάτω από τα αστέρια

Παρακολουθώντας ταινίες στο θερινό σινεμά

Δέσποινα Κουτσομητροπούλου
ΤΕΥΧΟΣ 790
1’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Nomadland: Η αίσθηση που σου αφήνει η ταινία της Κλόι Ζάο με πρωταγωνίστρια την Φράνσις ΜακΝτόρμαντ.

Μετά το La La Land η αίσθηση ήταν ότι χορεύεις, με ένα κίτρινο φόρεμα όπως αυτό της πρωταγωνίστριας, αίσθηση απελευθερωτική, σιγοτραγουδώντας «City of stars». Μετά το Nomadland η αίσθηση ήταν λυτρωτική με φόντο χιονισμένες στέπες, απέραντες εκτάσεις. Από άλλο υλικό η μία οσκαρική ταινία, από άλλο οσκαρικό υλικό η άλλη. Περίεργα λυτρωτική η βραβευμένη ταινία της Κλόι Ζάο, κι αυτό το συνειδητοποίησα αποχαιρετώντας την ταράτσα του θερινού σινεμά, πριν την ορμητική είσοδο του καύσωνα. Αναρωτιόμουν, τι είδα.

Nomadland. Η χώρα των Νομάδων.Το συζητήσαμε μεταξύ μας. Τι είδαμε, πόσο διαφορετικό ήταν αυτό που είδαμε. Κι όμως κανείς μας δεν έπληξε ούτε μια στιγμή. Η άσπιτη και όχι άστεγη Φερν, την οποία υποδύεται η Φράνσις ΜακΝτόρμαντ, έχει φορτώσει το βιoς της σε ένα βανάκι έχοντας χάσει σύζυγο, δουλειά και την πόλη όπου κατοικούσε. Την Εμπάιρ. Η καρδιά της Εμπάιρ σταμάτησε να χτυπά, μπήκε λουκέτο στο εργοστάσιο γυψοσανίδων, και έμεινε χωρίς κατοίκους και ταχυδρομικό κώδικα. Μια χάρτινη πόλη. Η Φερν έγινε στα εξήντα της μία από τους εκατοντάδες, σύγχρονους νομάδες, που ζουν σε τροχόσπιτα, βανάκια, ακόμα και σε ένα Πρίους. Κλείνουν την πόρτα σε έναν τρόπο ζωής, που είτε δεν τους ικανοποιεί, είτε τους απέβαλε, είτε διακόπηκε βίαια. Αλλά δεν είναι παρίες. Τα τοπία, ιδίως όταν είναι χιονισμένα, μοιάζουν μοναδικά μέσα στην απεραντοσύνη τους. Αχανείς εκτάσεις, στέπες που δεν έχουν όριο, κάπου στις βόρειες και δυτικές πολιτείες.

Η ταινία της Κλόι Ζάο δεν είναι μελό. Δεν προκαλεί συμπόνοια. Οι μεσήλικες «πιονέροι» μοιάζουν να ακολουθούν τα βήματα των προγόνων τους. Είναι σαν η κληρονομιά της Άγριας Δύσης να συναντά τη σύγχρονη αμερικανική πραγματικότητα. Ο καθένας από αυτούς διαχειρίζεται τις απώλειές του, άλλωστε οι περισσότεροι είναι άνω των εξήντα ετών με τις βαλίτσες, βαριές και γεμάτες. Γι’ αυτό και τις αδειάζουν συχνά. Και χαρίζουν πράγματα. Η Φερν, άλλοτε αναπληρώτρια καθηγήτρια, είναι μια γυναίκα κοινωνική, ευχάριστη και απέριττη. Η Φερν είναι χήρα, αλλά μιλάει σε χρόνο ενεστώτα «είμαι παντρεμένη». Κάποια χρόνια πριν τη σύνταξη, χωρίς αρκετά ένσημα για να βγει ένα ποσό που θα της επιτρέψει (ίσως) να βιοπορίζεται, κάνει δουλειές του ποδαριού, από υπεύθυνη κατασκήνωσης τροχόσπιτων, στην Amazon κατά τη διάρκεια των Χριστουγέννων έως σε ένα μπεργκεράδικο.

Δεν παύει στιγμή να ρουφά την ελευθερία της νομαδικής ζωής. Απολαμβάνει την ελευθερία του να ζεις με πολύ λίγα, με τα απολύτως απαραίτητα. Η Φερν έχει απαλλαγεί από τον καταναλωτικό τρόπο ζωής, δεν έχει ρούχα, κρέμες, καλλυντικά, τσάντες, δεν ξέρω κι εγώ τι άλλο. Είναι επιλογή της. Γιατί η Φερν έχει οικογένεια, η αδελφή της είναι έτοιμη να τη φιλοξενήσει και στο μεταξύ ένας ευγενικός άνδρας τον οποίο υποδύεται ο Ντέηβιντ Στρέιθερν δεν είναι τελικά αυτός που θα την κάνει να αποκτήσει μόνιμη στέγη. Η Φερν είναι άσπιτη όχι άστεγη. Houseless not homeless. Και επιλέγει την ελευθερία του δρόμου, της περιπλάνησης και των συναντήσεων με άγνωστους, ενδιαφέροντες ανθρώπους. Η μουσική του βιρτουόζου Λουντοβίκο Εϊνάουντι έξοχη, απάλυνε τα σκληρά τοπία, το απέραντο άδειο, χαρίζοντάς του ζεστασιά.