Κινηματογραφος

Μικρά Όμορφα Άλογα, μια ελληνική ταινία που «καλπάζει» στον κόσμο

Ένα ψυχολογικό θρίλερ που απαντά στο ερώτημα «τι άνθρωποι γινόμαστε όταν καλούμαστε να αλλάξουμε;». Τι μας είπαν η Γιώτα Αργυροπούλου και ο Μιχάλης Κωνσταντάτος.

Αλεξάνδρα Σκαράκη
8’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Μικρά Όμορφα Άλογα: Συνέντευξη με την ηθοποιό Γιώτα Αργυροπούλου και τον σκηνοθέτη Μιχάλη Κωνσταντάτο με αφορμή την ψηφιακή προβολή της ταινίας σε Δαναό & Έλλη

Ένα παντρεμένο ζευγάρι αποφασίζει να αφήσει την Αθήνα και να βρει πρόσκαιρο καταφύγιο σε μια μικρή παραθαλάσσια επαρχιακή πόλη. Η Αλίκη (Γιώτα Αργυροπούλου), ο Πέτρος (Δημήτρης Λάλος) και ο μικρός τους γιος Παναγιώτης, προσπαθούν να προσαρμοστούν σε μια νέα καθημερινότητα, μέχρι να επιστρέψουν γρήγορα και μόνιμα στη μεγαλούπολη και τη ζωή που άφησαν πίσω. Όμως, η Αλίκη συνειδητοποιεί ότι αυτό το σχέδιο δεν λειτουργεί, ίσως τελικά και να μην υπάρχει. Και τότε είναι που η συναισθηματική απόσταση ανάμεσα στο ζεύγος μεγαλώνει και υπάρχει κίνδυνος να παγιδευτούν σε μια σειρά από ψέματα που οι ίδιοι κατασκεύασαν.

[[{"fid":"859988","view_mode":"default","fields":{"format":"default","alignment":""},"type":"media","field_deltas":{"4":{"format":"default","alignment":""}},"link_text":null,"attributes":{"class":"media-element file-default","data-delta":"4"}}]]

Αυτή είναι η υπόθεση της ταινίας «Μικρά Όμορφα Άλογα» («All the Pretty Little Horses») σε σκηνοθεσία Μιχάλη Κωνσταντάτου. Ένα ψυχολογικό θρίλερ με καθηλωτικές ερμηνείες και εντυπωσιακή φωτογραφία, «για όσα δεν πρόκειται ποτέ να ειπωθούν αλλά βρίσκονται πάντα εκεί για όποιον θέλει να τα δει». Ένα φιλμ που απαντά στο ερώτημα «τι άνθρωποι γινόμαστε όταν καλούμαστε να αλλάξουμε;», με θεματικές όπως η συντροφικότητα, η αποδοχή, οι μεγάλες προσδοκίες και οι ματαιώσεις.

Τα «Μικρά Όμορφα Άλογα» είναι μια συμπαραγωγή μεταξύ Ελλάδας, Βελγίου και Γερμανίας. Μετά από επιτυχημένες προβολές σε Ασία, Ευρώπη, Βόρεια Αμερική και το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, η ταινία συναντά το κοινό της σε όλη την Ελλάδα. Οι κινηματογραφικές αίθουσες παραμένουν κλειστές, όμως η εταιρεία διανομής Feelgood σε συνεργασία με τους συντελεστές του φιλμ και τους κινηματογράφους Δαναός και Έλλη, διοργάνωσαν μια ψηφιακή απομίμηση της φυσικής κινηματογραφικής εξόδου. Με σλόγκαν το «Ανοίξτε τα κλειστά σινεμά στο σπίτι σας» τονίζουν την ανάγκη στήριξης του κινηματογραφικού κλάδου που έχει πληγεί σε σημαντικό βαθμό από την πανδημία. Από την Πέμπτη 25 Μαρτίου τα Μικρά Όμορφα Άλογα δίνουν ραντεβού στις ψηφιακές αίθουσες Έλλη και Δαναό, για μια πρωτόγνωρη εμπειρία.

Εμείς μιλήσαμε με τον σκηνοθέτη/σεναριογράφο Μιχάλη Κωνσταντάτο και την ηθοποιό/δραματουργό Γιώτα Αργυροπούλου που είναι και συνιδρυτές της ομάδας Blindspot Theatre Group για τη δημιουργία της ταινίας, τα θέματα που παρουσιάζει, καθώς και το έργο τους.

Ο σκηνοθέτης Μιχάλης Κωνσταντάτος / Μιχάλης Κωνσταντάτος

Σπουδάσατε σκηνοθεσία, κοινωνιολογία και κάνατε μεταπτυχιακό στην αρχιτεκτονική. Πώς αποφασίσατε εν τέλει να ασχοληθείτε με τη σκηνοθεσία;
Μιχάλης Κωνσταντάτος: Η σκηνοθεσία ήταν από την αρχή αυτό με το οποίο πάντα ήθελα να ασχοληθώ επαγγελματικά. Η κοινωνιολογία και η αρχιτεκτονική ήταν επιστήμες που ήθελα να σπουδάσω στην προσπάθεια μου να αποκτήσω τα εφόδια για να κατανοήσω τον κόσμο. Τελικά νομίζω πως αυτή η σύνθεση των τριών διαμόρφωσε με ένα τρόπο και σε ένα βαθμό και την κινηματογραφική μου ταυτότητα.

Έχοντας παρουσιάσει δουλειές στο θέατρο, τον κινηματογράφο αλλά και την τηλεόραση, πόσο διαφορετική είναι η προετοιμασία για τη σκηνοθεσία στον καθένα από αυτούς τους τρεις χώρους; Ποια είναι η διαδικασία που ακολουθείτε για να υλοποιήσετε μια ιδέα σας;
Μ.Κ.Η προετοιμασία και για τους τρείς χώρους για εμένα γίνεται με μεγάλη λεπτομέρεια. Δε μου αρέσει να αφήνω τα πράγματα στην τύχη τους. Από τη στιγμή της ιδέας συνήθως ξέρω πως θέλω να είναι το αποτέλεσμα και σε όλη τη διαδρομή προσπαθώ - και με τη βοήθεια των πολύτιμων συνεργατών μου - να αποδοθεί όσο πιο πιστά γίνεται η αρχική ιδέα. Οι πρόβες επίσης με τους ηθοποιούς μου κάθε φορά φροντίζω να έχουν το χρόνο που χρειάζεται ώστε να μπορέσουμε όλοι να συντονιστούμε σε ένα κοινό σύμπαν και να μην υπάρχει για κανέναν οποιοδήποτε αναπάντητο ερωτηματικό. 

Μετά την κυκλοφορία του «Luton» περίπου 8 χρόνια πριν, τι ήταν εκείνο που σας έκανε να επιστρέψετε το 2020 στον κινηματογράφο με τη νέα μεγάλου μήκους ταινία «Μικρά Όμορφα Άλογα»;
M.K.Δεν έφυγα ποτέ. Αμέσως μετά το Luton έγραψα το πρώτο draft του «All the pretty little horses». Επέμεινα πολύ στο σενάριο. Το ανέπτυξα αρχικά μέσα στο εργαστήριο σεναρίου του Torino Film Lab και στη συνέχεια ξεκινήσαμε με τον παραγωγό μου Γιώργο Τσούργιανη την αναζήτηση χρηματοδότησης. Τελικά η ταινία στήθηκε ως συμπαραγωγή μεταξύ Ελλάδας, Βελγίου, Γερμανίας. Δυστυχώς το κομμάτι της χρηματοδότησης μιας ταινίας δεν είναι καθόλου απλό στην Ελλάδα, πόσο μάλλον όταν βιώνουμε συνεχώς μια αστάθεια, μια αβεβαιότητα. Πολλές φορές και ανάλογα τη συγκυρία μια ταινία μπορεί να χρειαστεί παραπάνω από το χρόνο που έχεις υπολογίσει για να είναι έτοιμη να γυριστεί. Δεν είναι το μόνο πράγμα βέβαια στην Ελλάδα που θέλει μεγάλη υπομονή για να γίνει.

Όπως έχετε δηλώσει, στα «Μικρά Όμορφα Άλογα» οι ήρωες αναζητούν τη νέα τους ταυτότητα. Πώς προέκυψε το ενδιαφέρον σας στις απότομες και απρόσμενες αλλαγές που συχνά συμβαίνουν στη ζωή των ανθρώπων και πώς τις εξηγείτε;
Μ.Κ.: Μα είναι αυτό που τα τελευταία χρόνια μας συμβαίνει. Το μεγάλο σοκ που υπέστη η Ελληνική κοινωνία, σε συνέχεια άλλων κοινωνιών του εξωτερικού, ήταν η οικονομική κρίση. Η μετατόπιση από την «φούσκα», την οικονομική ευμάρεια που επικρατούσε γενικά, σε μια νέα συνθήκη όπου άνθρωποι έχαναν, χρήματα, σπίτια, δουλειές, οικογένειες, σχέσεις. Αυτό δε μπορούσε να με αφήσει ανεπηρέαστο. Παρατηρούσα όλα αυτά τα χρόνια ανθρώπους γύρω μου να χάνουν εξ’ ολοκλήρου την ταυτότητα τους. Δεν έμενε να τους προσδιορίζει τίποτα πια όντας χωρίς δουλειά και χρήματα. Αυτό είναι τραγικό. Και το πιο τραγικό είναι ότι πολύ άνθρωποι μέσα σε αυτή τη συνθήκη είχαν άρνηση να το παραδεχθούν, να το δουν κατάματα και να το αντιμετωπίσουν. Αυτό είναι και ένας λόγος που η ελληνική κοινωνία δε θα συνέλθει από αυτό σύντομα. Πόσο μάλλον τώρα, που ενώ φαινόταν πως η κρίση αρχίζει και κοπάζει, λίγο πριν ακόμα και από την πανδημία άρχισαν πάλι να υπάρχουν σημάδια κινδύνου. 

Για να μπορέσει κάποιος να αντιμετωπίσει αυτού του είδους τις κρίσεις χρειάζεται αρχικά να παραδεχτεί το πρόβλημα και τις αιτίες του και να έχει τη θέληση να πάει μπροστά. Ακούγεται απλό αλλά στην πράξη φαίνεται πως στην ελληνική κοινωνία δυσκολευόμαστε περισσότερο να αντικρίσουμε το πρόβλημα μας κατάματα παρά οτιδήποτε άλλο. Αυτό δεν είναι καθόλου ελπιδοφόρο.

Είναι τελικά εύκολη κατά τη γνώμη σας η διαχείριση μιας άγνωστης πραγματικότητας;
Μ.Κ.: Το θέμα είναι να μη μας μένει άγνωστη η πραγματικότητα ακόμα και αφού την έχουμε ζήσει. Μετά αυτό λέγεται ανοησία. Και εκεί αρχίζει το πρόβλημα.

Στην ταινία πολλές σκηνές διαδραματίζονται σε εξωτερικούς χώρους, με φόντο την εξοχή. Ποια είναι η σημασία του φυσικού τοπίου στον δικό σας κινηματογράφο;
Μ.Κ.: Το φυσικό τοπίο είναι ένας ακόμα χαρακτήρας για μένα. Το φυσικό τοπίο που επιλέγω κάθε φορά δεν είναι απλά ένα όμορφο ή όχι background για τη δράση αλλά παίζει δραματουργικό ρόλο. Ο τόπος και ο χώρος, είναι καταλυτικά  στοιχεία για τη συμπεριφορά των χαρακτήρων μου και για τον λόγο αυτό δίνω πάρα πολύ μεγάλη έμφαση και λεπτομέρεια πάντα στο κάδρο.

Ο Δημήτρης Λάλος και η Γιώτα Αργυροπούλου στην ταινία «Μικρά Όμορφα Άλογα» / Μικρά Όμορφα Άλογα

Από το «Before Midnight», το «Luton» και το «The Airport» στα «Μικρά Όμορφα Άλογα». Ποιες πτυχές του χαρακτήρα της Αλίκης σας κέντρισαν το ενδιαφέρον και πώς προσεγγίσατε αυτό το ρόλο;
Γιώτα Αργυροπούλου: Η Αλίκη είναι ένας χαρακτήρας για τον οποίο έκανα απαιτητική προετοιμασία ως ηθοποιός. Ακολουθήσαμε μία περίοδο προβών με τον Μιχάλη και τον Δημήτρη, σχεδόν δύο χρόνων, μέχρι να βρούμε ακριβώς την υποκριτική ποιότητα που ψάχναμε και την ακριβή χημεία μεταξύ μας. Πρόκειται για έναν χαρακτήρα που προσέγγισα με το σώμα και την φαντασία μου. Σωματικά, καθώς η Αλίκη πιστεύει ότι μέσα από την άσκηση και την αυτοπειθαρχία, θα έχει τον έλεγχο. Και μέσα από την φαντασία, γιατί όταν εγκλωβίζεται η Αλίκη καταφεύγει σε φαντασιακές σχεδόν καταστάσεις ‘σκηνοθετώντας’ κάποια κομμάτια της καθημερινότητας της. Η ταινία μας περνάει απαλά μέσα από πολλά διαφορετικά κινηματογραφικά ύφη αφήγησης, και έχει μια πολύ ιδιαίτερη ατμόσφαιρα. Όλα αυτά απαιτούσαν από εμάς λεπτές αποχρώσεις και μία υποκριτική συνέπεια που θα βοηθήσει τον θεατή να ενώσει τα κομμάτια της ιστορίας και να ζήσει όλες τις εκφάνσεις της, χωρίς να του τα επεξηγούμε.

Καθώς εξελίσσεται η πλοκή, η Αλίκη απομακρύνεται από τον σύζυγό της και την κοινή τους ζωή. Τι συμβαίνει στο μυαλό της, πώς διαχειρίζεται τη νέα πραγματικότητα;
Γ.Α.: Νιώθω μεγάλη κατανόηση για την Αλίκη, στον τρόπο που λειτουργεί σε αυτό το σημείο. Είναι η στιγμή που δυσκολεύεται περισσότερο και απομονώνεται μέσα στη σχέση τους και την οικογενειακή τους ζωή. Είναι μαζί, αλλά ουσιαστικά μόνη της. Η Αλίκη βρίσκεται σε έναν βουβό πανικό, χωρίς να λέει τίποτα, προσπαθεί να χειριστεί μόνη της μία κατάσταση που την ξεπερνάει. Μέσα στο μυαλό της λοιπόν κάνει αυτό που κάνουμε τόσο συχνά στη ζωή μας όταν βρισκόμαστε σε αδιέξοδο. Παραποιεί τις καταστάσεις, αλλάζει την αλήθεια, προσπαθεί να υποκριθεί κάτι άλλο. Επειδή αυτό φυσικά δεν λειτουργεί, γι’ αυτό προσπαθεί σαν υπνωτισμένη να βρει μία διέξοδο, μία έξοδο κινδύνου, χωρίς επιτυχία. Για να καταλάβει τελικά μέσα από όλο αυτό το προσωπικό της ταξίδι, ότι η λύση βρίσκεται μόνο μέσα της.

Η Αλίκη είναι «εγκλωβισμένη» σε μια πρωτόγνωρη καθημερινότητα από την οποία μοιάζει αδύνατο να ξεφύγει. Βρίσκετε παραλληλισμούς στο σενάριο με την καθημερινότητα που βιώνουμε τον τελευταίο χρόνο λόγω της πανδημίας και ποιοι είναι αυτοί;
Γ.Α.: Ναι φυσικά. Αυτός ο εγκλωβισμός σωματικά και ψυχολογικά έχει πολλά κοινά με την εποχή που ζούμε σήμερα. Η αίσθηση της φυλακής και της απομόνωσης που νιώθει η Αλίκη είναι παρόμοια με αυτήν που βιώνουμε κλεισμένοι υποχρεωτικά στα σπίτια μας. Σε μια κατάσταση που δεν βγάζει λογική, σε μια πραγματικότητα τόσο ανοίκεια και παράξενη, σε ένα μέλλον που φαίνεται τόσο αβέβαιο. Αλλά όπως και η Αλίκη της ταινίας μας, θα διαλέξω την αισιοδοξία και το φως ως επιλογή ζωής, όχι το σκοτάδι.

Εργαζόσασταν ως δημοσιογράφος και στη συνέχεια ασχοληθήκατε με το θέατρο και τον κινηματογράφο. Τι σας εκφράζει περισσότερο ως ηθοποιός και γιατί;
Γ.Α.: Ασχολούμουν πάντα με το θέατρο από μικρή (από 18-19 χρονών) και παράλληλα για αρκετά χρόνια ξεκίνησα να γράφω, λίγο πιο μετά αλλά μικρή ακόμη σε εφημερίδες και περιοδικά. Δεν το επιδίωξα, κάπως έτυχε. Σκέφτομαι και θυμάμαι αυτή την περίοδο με πολλή αγάπη. Είχα την τύχη να γνωρίσω στη δημοσιογραφία ανθρώπους που πίστεψαν πολύ στο κείμενο μου και με ενθάρρυναν πάντα να παίρνω ρίσκα. Έγραφα κυρίως για τέχνη ή ελεύθερα, πιο προσωπικά κείμενα και πάντα ένιωθα πολύ δημιουργική γράφοντας. Μου πήρε πολύ καιρό να ενώσω τις δύο μεγάλες αγάπες μου, το θέατρο και το γράψιμο. Για πολλά χρόνια ένιωθα ότι έπρεπε να διαλέγω και να αποκλείω το ένα ή το άλλο και μετά μάλιστα ένιωθα άσχημα για αυτό. Ένα παιχνίδι απιστίας παιζόταν στο μυαλό μου. Όχι πια. Νιώθω τυχερή που πρόλαβα λίγη από την καλή περίοδο των περιοδικών. Έκανα (λίγες) πολύ καλές φίλες που σκέφτομαι πάντα με αγάπη και συνάντησα κάποιους  ανθρώπους που πάντα θα παρακολουθώ με ενδιαφέρον.

Στιγμιότυπο από την ταινία «Μικρά Όμορφα Άλογα» / Μικρά Όμορφα Άλογα

«Άμλετ», «Η καταιγίδα του Στρίντμπεργκ», «An Oak Tree» κ.α. μέχρι εργαστήρια για το θέατρο, την περφόρμανς, την ποίηση. Τι σας γοητεύει περισσότερο στο θέατρο; Ποια είναι τα συναισθήματά σας όταν προετοιμάζεστε για να υποδυθείτε έναν χαρακτήρα;
Γ.Α.: Πάντα νιώθω το ίδιο. Τεράστια χαρά και φόβο. Είναι μια μακρά διαδικασία που περνάει από πολλά διαφορετικά στάδια: χαράς, ενθουσιασμού, αμφισβήτησης, φόβου, βεβαιότητας, δύναμης. Και τελικά όταν αρχίσω να νιώθω όλο και πιο καθαρά το πρόσωπο του έργου, όταν αρχίζω να καταλαβαίνω πως σκέφτεται και πως κινείται, τότε αρχίζω να απολαμβάνω το παιχνίδι και να αναρωτιέμαι. Τι θα έκανε η Αλίκη για παράδειγμα σε αυτή την περίπτωση; Τι θα έλεγε; Ποια είναι η ποιότητα της φωνής της; Πως θα έπιανε το ποτήρι; Πως θα πλησίαζε τον άλλον; Πως θα ελισσόταν; Θα καθόταν με αυτόν τον συγκεκριμένο τρόπο; Αν όχι, πως θα καθόταν; Τέτοια πράγματα…

Ποια είναι τα επόμενα σχέδια της ομάδας Blindspot Theatre; Τι ετοιμάζετε;
Γ.Α.: Είμαστε σε μια πολύ δημιουργική και μεταβατική περίοδο με την ομάδα. Δοκιμάζουμε ένα νέο μοντέλο συνεργασίας και δημιουργικότητας. Θέλουμε να δημιουργήσουμε τα έργα μας σε πιο απρόβλεπτους συνδυασμούς και συνεργασίες από ότι είχαμε κάνει μέχρι τώρα. Έτσι σχεδιάζουμε νέες συνεργασίες, εμείς οι ίδιοι θα αλλάζουμε δημιουργικούς ρόλους στην ομάδα, ίσως ακόμη και να καλέσουμε στο μέλλον και άλλους καλλιτέχνες να δημιουργήσουμε μαζί από κοινού. Είναι μία σκέψη που μας αρέσει πολύ και την δοκιμάζουμε. Σε αυτό το πνεύμα θα κάνω μαζί με τον καλλιτέχνη/δραματουργό Igor Dobricic το νέο μου πρότζεκτ που λέγεται ALEX(A) και μαζί με τον Μιχάλη Κωνσταντάτο ετοιμάζουμε ένα νέο έργο για την ομαδική έκθεση «The Right to silence?» σε επιμέλεια Σωζήτα Γκουντούνα που θα κάνει εγκαίνια στο Undercurrent της Νέας Υόρκης αρχές Μαΐου.


Info: Μικρά Όμορφα Άλογα. Σενάριο/Σκηνοθεσία Μιχάλης Κωνσταντάτος Παραγωγός Γιώργος Τσούργιαννης Συμπαραγωγοί Dries Phlypo, Jean-Claude Van Rijckeghem, Fabian Massah, Elie Meirovitz  Διεύθυνση Φωτογραφίας Γιάννης Φώτου GSC Μοντάζ Γιώργος Μαυροψαρίδης ACE, Μυρτώ Καρρά Μουσική Liesa Van Der Aa Ήχος Γιάννης Αντύπας Σχεδιασμός Ήχου Jan Schermer Casting Directors Χριστίνα Ακζώτη Alex Kelly  Σκηνικά Δανάη Ελευσινιώτη  Κοστούμια Βασιλεία Ροζάνα Μακιγιάζ Κυριακή Μελίδου Παραγωγή Horsefly Productions Σε συμπαραγωγή με A Private View, Massah Film, EΡΤ, EZ Films. Με την υποστήριξη του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου, Eurimages, The Belgian Federal Government’s Tax Shelter Programme, Εθνικό Κέντρο Οπτικοακουστικών Μέσων και Επικοινωνίας  Συνεργάτες παραγωγοί Peter Warnier - Wild At Art, Νίκος Μούτσελος – Δύο Τριάντα Πέντε, Blind Spot, Φώτης Φώτου, View Studio
Από τις 25 Μαρτίου μέχρι τις 7 Απριλίου 2021 σε  μια ψηφιακή απομίμηση της φυσικής κινηματογραφικής εξόδου, στους κινηματογράφους «Δαναός» και «Έλλη». Για αγορά εισιτηρίων μέσω του Viva πατήστε ΕΔΩ κι ΕΔΩ.