Κινηματογραφος

Γιατί βλέπουμε ταινίες τρόμου;

Η απάντηση υπάρχει και είναι επιστημονική

Νικολέττα Σταμάτη
1’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Οι ταινίες τρόμου, αν και συχνά δεν αναγνωρίζεται η αξία που έχουν ως είδος, έχουν καταφέρει να συναντώνται όλο και πιο συχνά στις πιο πετυχημένες της χρονιά, με χαρακτηριστικά παραδείγματα το «Ένα ήσυχο μέρος» (2018), το «Τρέξε!» (2017) και το «Η μορφή του νερού» (2018), το οποίο έλαβε και το Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας. Επιπλέον, ταινίες, όπως το «Η Λάμψη» (1980) και το «Ψυχώ» (1960), έχουν καταφέρει να μπουν στο πάνθεο των διαχρονικών ταινιών.

Τι είναι, όμως, αυτό που μας κάνει όχι μόνο να τρομάζουμε με αυτές τις ταινίες, αλλά και να επιστρέφουμε ξανά και ξανά σε αυτές, παρά τα αρνητικά αισθήματα που μας δημιουργούν; Η απάντηση σε αυτή την ερώτηση υπάρχει και είναι και επιστημονική.

Βασικό ρόλο φαίνεται να παίζει η αμυγδαλή, μία ομάδα νευρώνων κοντά στον εγκέφαλο, που σχετίζεται άμεσα με τα συναισθήματα μας και συγκεκριμένα με τα συναισθήματα του φόβου και της ευχαρίστησης. Σε συνειδητό επίπεδο γνωρίζουμε ότι οι ταινίες τρόμου δεν είναι πραγματικές, αλλά σε υποσυνείδητο επίπεδο όταν βλέπουμε, για παράδειγμα, έναν δολοφόνο να πλησιάζει κρατώντας το μαχαίρι στην οθόνη, στην αμυγδαλή φτάνει το μήνυμα ότι δεχόμαστε απειλή. Τότε ενεργοποιείται η αντίδραση «πάλη ή πτήση» (fight-or-flight), δηλαδή δεχόμαστε μία μεγάλη «δόση» αδρεναλίνης, η οποία κάνει την καρδιά μας να χτυπά γρηγορότερα, ώστε να μεταφερθεί περισσότερο οξυγόνο στους μύες μας και να είμαστε σε ετοιμότητα σε περίπτωση που χρειαστεί να παλέψουμε ή να τρέξουμε μακριά.

Παρά το ψυχικό σοκ, που φαίνεται να δημιουργούν οι ταινίες τρόμου, βλέπουμε ότι για την πλειοψηφία αυτό δεν αποτελεί αιτία, ώστε να σταματήσει να παρακολουθεί ταινίες του είδους. Το γεγονός αυτό μπορεί να δικαιολογηθεί με δύο τρόπους· από την μία, μπορεί να συνδεθεί με την ροπή του ανθρώπου στις εξαρτήσεις και στην ανάγκη του να νιώσει και πάλι την έκρηξη αδρεναλίνης, ανεξαρτήτως από το πώς αυτή παράγεται.

Από την άλλη, η αιτία ίσως βρίσκεται στην «Θεωρία Διέγερσης – Μεταφοράς», η οποία ουσιαστικά μας λέει ότι το αρνητικό συναίσθημα έχει συσχετιστεί άμεσα στον εγκέφαλό μας με το θετικό που έπεται αυτού. Οπότε υποσυνείδητα παρακολουθούμε τις ταινίες τρόμου όχι για την αδρεναλίνη του κυνηγητού από τον δολοφόνο, αλλά για την ανακούφιση από την επιβίωση των πρωταγωνιστών.

Πάντως, ο σκηνοθέτης των «Ψυχώ» και «Τα Πουλιά» (1963) Άλφρεντ Χίτσκοκ φαίνεται να είχε καταλάβει πολύ καλά το πώς λειτουργεί η ανθρώπινη ψυχοσύνθεση, αφού είχε σχολιάσει στον σεναριογράφο Έρνεστ Λεχμάν: «Το κοινό είναι σαν ένα μεγάλο μουσικό όργανο, με το οποίο εσύ κι εγώ παίζουμε. Την μία στιγμή παίζουμε αυτή τη νότα και παίρνουμε αυτή την αντίδραση και μετά ακουμπάμε εκείνη την χορδή και αντιδράνε. Και κάποια μέρα δεν θα χρειάζεται καν να δημιουργήσουμε μία ταινία – θα υπάρχουν ηλεκτρόδια εμφυτευμένα στους εγκεφάλους τους και απλά θα πατάμε διαφορετικά κουμπιά και θα τρομοκρατούνται ή θα τους κάνουμε να γελάνε. Δεν θα είναι υπέροχο;».