Κινηματογραφος

1945

Οι ενοχές της Ιστορίας

Κωνσταντίνος Καϊμάκης
ΤΕΥΧΟΣ 661
1’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Τραβώντας την κάμερα μακριά από τη φρίκη των κρεματόριων και των στρατοπέδων συγκέντρωσης, ο ούγγρος σκηνοθέτης Φέρεντς Τόροκ βουτάει στην καρδιά του σκότους από άλλο δρόμο και πετυχαίνει να συγκινήσει τον θεατή με την απλότητα της γραφής και την αμεσότητα του μηνύματος. Η ιστορία του έχει ως αφετηρία το 1945, έτος που σηματοδοτεί το τέλος του πολέμου και την αλλαγή σελίδας στην ιστορία της Ευρώπης. Στην πρώτη κιόλας σεκάνς παρακολουθούμε τον κοινοτάρχη να ξυρίζεται –και μάλιστα κόβεται αφήνοντας λίγο αίμα να κυλήσει στο μάγουλο του– ακούγοντας στο ραδιόφωνο για την πρώτη ατομική βόμβα που έπληξε την Ιαπωνία προμηνύοντας τη συνθηκολόγησή της. Το γιορτινό κλίμα στο χωριό διακόπτεται στο άκουσμα της περίεργης άφιξης των δύο αγνώστων. Σερβίτσια και ασημικά κρύβονται στις αποθήκες. Τίτλοι ιδιοκτησίας ξαναδιαβάζονται για να επικυρωθεί για άλλη μια φορά η νόμιμη μεταβίβασή τους. Χαλιά και χρυσαφικά μπαίνουν στις ίδιες κρυψώνες την ίδια ώρα που μυστικά και ψέματα για τους περισσότερους ντόπιους βγαίνουν στην επιφάνεια. Οι πρωτεργάτες καταδότες (ο κοινοτάρχης, ο αστυφύλακας, ο ιερέας) συναντιούνται για να καθησυχάσει ο ένας τον άλλο για τη νομιμότητα –και κυρίως την ατιμωρησία– των πράξεών τους. Χωρίς να εκβιάζει τη συγκίνηση και με όπλο του μια ήρεμη αφήγηση που καταγράφει τη νέα πραγματικότητα μετά από το τέλος του πολέμου, ο Τόροκ πετυχαίνει να είναι εξίσου αποτελεσματικός με τους συναδέλφους του –από τον Σπίλμπεργκ και τον Πολάνσκι μέχρι τον συμπατριώτη του Λάζλο Νέμες, που υπέγραψε τον ανεπανάληπτο «Γιο του Σαούλ»– σε μία από τις πλέον «άβολες» κουβέντες γύρω από το εβραϊκό ζήτημα. Το κομμάτι της ευθύνης του απλού λαού (και σε μερικές περιπτώσεις η θυσία της φιλίας στο όνομα της απληστίας) είναι ιδιαίτερα καυτό και ευαίσθητο για πολλές χώρες –η Ελλάδα δεν είναι εξαίρεση– όπου έχει αποδειχτεί η συνεργασία μέρους του ντόπιου πληθυσμού στην παράδοση των Εβραίων στους γερμανούς κατακτητές. Ο σκηνοθέτης δεν διστάζει να ανοίξει τον ασκό του Αιόλου και να καταγράψει στο ασπρόμαυρο φιλμ του τις σκιώδεις γωνίες ενός «ειρηνικού» –αλλά γεμάτου ενοχές– τόπου, έχοντας ως όπλα του μια επιδέξια αφήγηση όπου κλασικά σύμβολα (το τρένο, η σκηνή στο νεκροταφείο, ο γάμος που δεν ολοκληρώνεται, οι τύψεις του αλκοολικού κ.ά.) οδηγούν τη λύση του δράματος σε ένα συζητήσιμο φινάλε που σηκώνει πολλές ενστάσεις.