Κινηματογραφος

«Κωστής Παπαγιώργης, ο πιο γλυκός μισάνθρωπος»

Ευαίσθητο ντοκιμαντέρ της Ελένης Αλεξανδράκη

Δημήτρης Φύσσας
4’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Γράφει κάπου ο κ. Νίκος Δήμου: «Μέσα σε κάθε μαργαριτάρι υπάρχει πάντα ο ενοχλητικός κόκκος της άμμου. Πίσω από κάθε μεγάλη δημιουργία, κρύβεται πάντα ένας πόνος» (αναπαράγω από μνήμης). Το πόσο εύστοχα διατυπωμένη είναι αυτή η αναλογία είχα την ευκαιρία αρκετές φορές να το επιβεβαιώσω, με πιο πρόσφατη το ευαίσθητο ντοκιμαντέρ της Ελένης Αλεξανδράκη «Κωστής Παπαγιώργης, ο πιο γλυκός μισάνθρωπος», που είχα τη  χαρά να δω την Παρασκευή σε δημοσιογραφική προσβολή στο «Δαναό».

Το παιδί που γεννήθηκε Κώστας Παπαγιώργης κι έγινε Κωστής, για να μην τον μπερδεύουν με τον ποιητή κ. Κωστή Παπαγεωργίου, βγήκε βραδύγλωσσο. Και παρόλο που ήταν λεπτό και γεροδεμένο κι έπαιζε ποδόσφαιρο, ανέπτυξε κάποιο σύμπλεγμα. Αποτέλεσμα αυτού του συμπλέγματος ήταν ένας ορισμένος «μισανθρωπισμός» και μια ορισμένη αγοραφοβία, που διατηρήθηκε κι όταν η βραδυγλωσσία, με τα χρόνια, ξεπεράστηκε.

Όπως λοιπόν ο κόκκος της άμμου μπαίνει στο στρείδι και το ενοχλεί, αναγκάζοντας το με τις εκκρίσεις του να δημιουργήσει γύρω από τον κόκκο το προστατευτικό (και για μας πολύτιμο) μαργαριτάρι, έτσι κι ο Παπαγιώργης, για να ξεπεράσει τη βραδυγλωσσία του και να γίνει συγγραφέας (και τι συγγραφέας), ανέπτυξε κάποια   «μισανθρωπική» αγοραφοβία. Το αποτέλεσμα είναι ότι δεν υπάρχουν ηχογραφήσεις του, δε μιλούσε. Κάποια πλάνα βίντεο είδαμε, οκ, γελούσε, χόρευε- αλλά μέχρι εκεί. Άλλοι, δεκάδες άλλοι, μίλησαν γι΄ αυτόν στην ταινία. Το τι θα έλεγε -ίσως- ο ίδιος, το διάβασαν ηθοποιοί. Και μετά το τέλος της προβολής, στο φιλόξενο «Δαναό» έγινε συζήτηση με ανθρώπους που τον ξέρανε καλά, την οποία οργάνωσε η «Feelgood» και διεύθυνε ο σκηνοθέτης κ. Αντίοχος. 

Τον Παπαγιώργη δυστυχώς δεν τον γνώρισα. Τον είχα δει στη Λεωφόρο, σε ματς του Παναθηναϊκού φυσικά, αλλά είχα ντραπεί να του μιλήσω. Τον είχα διαβάσει και θαυμάσει όμως πολύ, για την πρωτοτυπία των θεμάτων του και το υπέροχο ύφος του. Λογοτεχνία, απ΄ όσο ξέρω, δεν έγραψε. Στο μυαλό μου τον είχα (και τον έχω) στην πρώτη γραμμή των σύγχρονων δοκιμιογράφων, μαζί με τον Ηλία Πετρόπουλο,  τον κ. Δημοσθένη Κούρτοβικ, τον κ. Αναστάση Βιστωνίτη,  τον προαναφερθένα κ.Νίκο Δήμου και άλλους- για να σταματήσω κάπου τον κατάλογο.

Ο άνθρωπος ήταν εξαιρετικά ήταν πολύπλοκος και δυσταξινόμητος.  Όπως έδειξε το ντοκιμαντέρ -για όποιους δεν το ήξεραν βέβαια (δηλαδή για όποιους δεν τον είχαν διαβάσει, αφού τα δοκίμιά του έχουν και έντονο αυτοβιογραφικό στοιχείο)-  ο Παπαγιώργης ήταν ταυτόχρονα και «σκυλάς» και μουσικά καλλιεργημένος, και επιθετικός στις παρέες του και ψυχή της συντροφιάς, και θαλασσινός και στεριανός, και αριστερός και ελληνομανής, και θρησκευτικός αμφισβητίας και λάτρης των ψυχών των προγόνων, και ατομιστής (ιδιότυπα) κοινωνικός- και πολλά άλλα ακόμα.

Έγραφε πάντα στο χέρι, έμεινε πιστός στο πολυτονικό, σημείωνε πάρα πολλά πράγματα πάνω στα βιβλία του, θυμόταν τι είχε σημειώσει πριν 30 χρόνια κάπου. Έμαθε γαλλικά διαβάζοντας Καντ (!) σε γαλλική μετάφραση. Είχε τεράστια βιβλιοθήκη, κι ένα μέρος του επίπλου το είχε φτιάξει ο πατέρας του, δάσκαλος κι ερασιτέχνης μαραγκός- εξαιρετικός όμως.

Η κ. Ελένη Αλεξανδράκη κατάφερε και βρήκε γνωστούς και φίλους από διάφορες φάσεις της ζωής του Παπαγιώργη, οι οποίοι μίλησαν γι΄ αυτόν:  συγγενείς από το μικρό ρουμελιώτικο χωριό του, συμμαθητές από την Κύμη (όπου υπηρετούσε ο πατέρας του), τη βασική παρέα του στο Παρίσι  (όπου επιβίωνε κλέβοντας και πουλώντας πανάκριβα βιβλία), αρκετούς φίλους και συνεργάτες του στην Αθήνα (τη συγγραφέα κ. Ζυράννα Ζατέλη, το βασικό του σύντροφο στο γήπεδο, τον ποιητή κ. Γιάννη Πατίλη, τον τελικό του εκδότη του κ. Θανάση Καστανιώτη, το σκηνοθέτη κ. Χρήστο Καρακέπελη, τον κουρέα του, τον ταβερνιάρη της αγαπημένης του ταβέρνας στα Πετράλωνα, το συγγραφέα κ. Σπύρο Γιανναρά, την εκδότρια κ. Τζούλια Τσακίρη, μια μικροπωλήτρια της Αιόλου, το φιλόσοφο κ. Στέλιο Ράμφο κλπ). Τα πιο συγκινητικά λόγια, ωστόσο, τα είπε η  γυναίκα του, η κ. Ράνια Σταθοπούλου (όταν αυτή μιλούσε για τη σχέση τους, η υπόκρουση που είχε διαλέξει η κ. Αλεξανδράκη  ήταν το «ποιοτικό»  σκυλάδικο «Έρωτά μου αγιάτρευτε», που και μένα μ΄ αρέσει πολύ) και ο γιος της, στο μεγάλωμα του οποίου είχε συμβάλει ο Παπαγιώργης. Στην τελική, εμένα τουλάχιστον δε μου έμοιασε και τόσο «μισάνθρωπος», έστω και «γλυκός» (η ρήση, αν κατάλαβα καλά, είναι του Βακαλόπουλου).

Το ντοκιμαντέρ καταφέρνει και ενσωματώνει κομμάτια από άλλες ταινίες, από  «Μετρόπολις» μέχρι «Παραγγελιά», με τρόπο που τον θαύμασα, τόσο σα θεατής, όσο και σα συγγραφέας (εννοώ τη μαστόρικη και στο κατάλληλο σημείο ένθεση προϋυπάρχοντος υλικιού).  Ακόμα, καταφέρνει να κάνει αναφορές σε πολλά από τα βιβλία του ακάματου συγγραφέα που, όπως είχε πει ο ίδιος- «μέχρι 40 χρονώ δεν είχε πάρει μισθό»: μετά όμως ήρθε η αναγνώριση. Και ήρθε όχι σαν προϊόν δημόσιων σχέσεων, όχι σαν παρώθηση προβολής, όπως συμβαίνει σε τόσους και τόσους, αλλά όπως γούσταρε ο ίδιος, με το σπαθί του και με την τρέλα του, γράφοντας αυτό που γούσταρε ο ίδιος και όπως το γούσταρε ο ίδιος.

Αυτός ο αγοραφοβικός, ο μέθυσος, ο φανατικός καπνιστής, ο λίγο απ΄ όλα, ο ενδιάμεσος, ο ποδοσφαιρικός οπαδός, ο γαλλοθρεμμένος, ο διανοούμενος και αντιδιανοούμενος, ο άνευ πτυχίου, ο μερικά Έλληνας και μερικά μη Έλληνας, ο αυτοκαταστροφικός (μ΄ ένα τρόπο που μου θύμισε τη Φρίντα Λιάππα ή και τους ετεροκαταστροφικούς Γιώργο Σκαμπαρδώνη, Χρήστο Χωμενίδη, Διονύση Χαριτόπουλο κλπ), έγραψε για καταστάσεις οριακές, ιδίως όμως για πρόσωπα οριακά, σαν τον εαυτό του: οριακά, μπερδεμένα, σε κρίση, μεταιχμιακά κλπ (Αντρούτσος, Δεληγιάννης, Ντοστογιέφσκι, Παπαδιαμάντης, Σωκράτης, Χέγκελ, Μαυροκορδάτος και πόσοι άλλοι). Και τα βιβλία του συνεχίζουν ευτυχώς να διαβάζονται  ασταμάτητα, τέσσερα χρόνια μετά το θάνατό του. Δεκάδες βιβλία του στις βιτρίνες, δεκάδες και πρόσωπα μίλησαν στην ταινία. Αυτό δε σημαίνει ότι συμφωνείς πάντα μαζί του, όχι, σημαίνει όμως ότι του βγάζεις το καπέλο για την αυτοβουλία και πρωτοτυπία του.

Θεωρώ πολύ σημαντικό αυτό που διαβεβαίωσαν η σκηνοθέτρια και η κ. Σταθοπούλου, ότι η ταινία έγινε γιατί οι δυο τους ήταν οι καλύτερες φίλες και ότι στην πορεία άρθηκαν οι φόβοι και οι ενδοιασμοί της δεύτερης. Εξάλλου η συγκίνηση περίσσεψε μετά την προβολή, όχι μόνο μεταξύ των δυο κυριών, αλλά και στην κ. Ζατέλη και σε πολλούς άλλους που δυσκολεύονταν να μιλήσουνε .

Κλείνοντας την αναφορά στην ευαίσθητη ταινία, δικαιούμαστε, νομίζω, να πούμε τώρα και εμείς, παραφράζοντας τον τίτλο του βιβλίου που αφιέρωσε στον πρόωρα φευγάτο Χρήστο Βακαλόπουλο: «Γεια σου Ασημάκη». Μόνο που τώρα, Ασημάκης είναι ο ίδιος ο Παπαγιώργης.  

Υ.Γ. Είχα και γω την ευκαιρία να δώσω συγχαρητήρια στην κ. Αλεξανδράκη όχι μόνο για το ντοκιμαντέρ αυτό, αλλά και για ένα παλιότερο υπέροχο φιλμ της της, το «Η νοσταλγός».


d.fyssas@gmail.com