Κινηματογραφος

Ο Γαβριήλ Τζάφκας και το «Αγκάθι» της ζήλιας

Γλυφαδιώτης ζει στη Δανία αλλά αγαπάει τη Θεσσαλονίκη. Η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του έχει θέμα τον έρωτα.

Κωνσταντίνος Καϊμάκης
ΤΕΥΧΟΣ 649
4’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Ο Γαβριήλ Τζάφκας είναι ένας ανερχόμενος σκηνοθέτης που ολοκλήρωσε πριν από λίγο καιρό την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του με τίτλο «Αγκάθι», που είναι συμπαραγωγή Δανίας- Ελλάδας. Με τις πρώτες κιόλας ταινίες μικρού μήκους που έκανε σε νεαρή ηλικία («Λήθη», «Sailor’s song», «Euroman») και προβλήθηκαν με επιτυχία σε διάφορα φεστιβάλ, απέδειξε ότι διαθέτει το ταλέντο για να κάνει μια σπουδαία καριέρα. Τον γνώρισα πριν από πέντε χρόνια στο φεστιβάλ της Δράμας κι έκτοτε παρακολουθώ με ενδιαφέρον τα καλλιτεχνικά βήματά του. Η σεμνότητα και η ευγένεια τον χαρακτηρίζoυν, μαζί όμως με μια σταθερή και δυναμική υποστήριξη των ιδεών του, που πάντως ποτέ δεν γίνεται αυτάρεσκη, ελιτιστική ή ενοχλητική. Η κουβέντα που είχαμε για το «Αγκάθι» νομίζω ότι το αποδεικνύει περίτρανα.

Ας ξεκινήσουμε από τα βασικά. Η απόφαση για το πρώτο φιλμ μεγάλου μήκους φαντάζομαι πως σας «βασάνισε» αρκετά. Πώς καταλήξατε στη συγκεκριμένη ιστορία;
Ήταν μια ιδέα κοινή που είχαμε από παλιά με μια γαλλίδα φίλη. Ξεκινήσαμε να τη δουλεύουμε μαζί αλλά κάποια στιγμή εκείνη αποσύρθηκε για να κάνει τη δική της ταινία. Δεν μπορούσε όμως να βγει η ταινία αυτή από το μυαλό μου. Μαζί με τις άλλες δουλειές μου (τα δύο μικρού μήκους φιλμ που έκανα αργότερα) δούλευα παράλληλα και αυτό το σενάριο. Κάποια στιγμή, στις αρχές του 2017, μπήκα σε εντατικούς ρυθμούς και το ολοκλήρωσα σε μερικές βδομάδες.

   

Ποιο είναι το θέμα;
Ουσιαστικά ήθελα να αναφερθώ στα βασικά προβλήματα μιας ερωτικής σχέσης και μάλιστα στη διάρκεια του χρόνου.  

Σε ποια κατηγορία θα έλεγες πως ανήκει το φιλμ;
Αν και δεν συμφωνώ με την κατηγοριοποίηση των ταινιών, στους παραγωγούς που μας έκαναν αυτή την ερώτηση λέγαμε ότι κάνουμε ψυχολογικό θρίλερ. Στην πραγματικότητα το «Αγκάθι» συνδυάζει διαφορετικά είδη αλλά και διαφορετικούς αφηγηματικούς τρόπους. 

Αυτή την εποχή θεωρείτε πως ζούμε μια επανάσταση στον κινηματογράφο;
Φυσικά. Υπάρχουν ξεχωριστοί δημιουργοί, όπως ο Κρίστοφερ Νόλαν ή ο καναδός Ντενί Βιλνέβ, που έχουν φέρει το σινεμά σε μια άλλη εποχή. Έχουν καταργήσει τη γραμμική αφήγηση και αναζητούν νέους δρόμους έκφρασης. Κάθε γενιά κινηματογραφιστών αφήνει το δικό της στίγμα στο σινεμά. Και εδώ έχει την τύχη η δικιά μου γενιά με τα επιτεύγματα της επιστήμης, τις νέες τεχνολογίες ή τα νέα μέσα. Όλα αυτά μας προσφέρουν εργαλεία τα οποία βοηθούν να λέμε τις ιστορίες μας διαφορετικά.

Πιστεύω ότι στην ταινία σας υπάρχουν σαφείς επιρροές από το σινεμά του Χάνεκε, του Μπέργκμαν και ίσως του Λαρς Φον Τρίερ. Συμφωνείτε;
Με τους δύο πρώτους ναι. Είναι αγαπημένοι μου δημιουργοί. Γενικά οι επιρροές μου είναι ευρωπαϊκές. Μου αρέσει και ο Τρίερ αλλά δεν τον αγαπώ όπως τους άλλους. Με ενοχλεί κάπως το προβοκατόρικο στιλ του. 

Αν και Γλυφαδιώτης ζείτε και εργάζεστε αρκετά χρόνια στη Δανία. Θεωρείτε ότι η ο τρόπος ζωής και τα χαρακτηριστικά της δανέζικης κοινωνίας σάς ταιριάζουν;
Ποια στοιχεία της σας αρέσουν περισσότερο και ποια δεν μπορείτε ακόμη να συνηθίσετε; Η προοπτική της επιστροφής σας στην Ελλάδα αργεί; Ξεχνάτε τον πιο σημαντικό και αγαπημένο μου σταθμό. Τη Θεσσαλονίκη. Εκεί είναι όπου γαλουχήθηκα και ωρίμασα κινηματογραφικά. Η πόλη αυτή ποτίζει την ψυχή σου με την υγρασία της νοσταλγίας και δεν σε αφήνει να την ξεχάσεις. Την αγαπώ πολύ και πολύ περισσότερο από άλλες πόλεις. Η Δανία είναι κομμάτι από το ταξίδι μου, ένα λιμάνι απ’ όπου μπορώ να φτάνω πιο εύκολα και πιο γρήγορα σε άλλα λιμάνια. Η δανέζικη κοινωνία έχει σίγουρα καλά χαρακτηριστικά και ο τρόπος ζωής βασίζεται αρκετά στην αμοιβαία ανεκτικότητα, όχι απαραίτητα στην αποδοχή. Αυτά είναι αναγκαία στοιχεία για να δημιουργήσουν την απαραίτητη απόσταση από τα πράγματα και να σου δώσουν τη δυνατότητα να εντρυφήσεις σε αυτά που πραγματικά σε απασχολούν. Αυτό που δεν μπορώ να συνηθίσω είναι η έλλειψη του φωτός και του ήλιου τους περισσότερους μήνες του χρόνου. Ξέρεις, υπάρχουν μήνες όπου προτιμώ τη μόνιμη νύχτα από τη μουντή γκρίζα μέρα η οποία είναι σύντομη, πολύ σύντομη εκ των πραγμάτων. Έρχομαι όμως αρκετά συχνά στην Ελλάδα και θα χαρώ πολύ αν μου δοθεί η δυνατότητα να εργαστώ πάνω σε κάποιο ελληνικό σχέδιο. Όμως δεν υπάρχει κάποια πρόταση προς το παρόν.

To «Αγκάθι» είναι μια ερωτική ιστορία που μοιάζει με τον κύκλο της ζωής. Αν και νέος δείχνετε να έχετε κατανοήσει πλήρως το… αγκάθι (με την έννοια της πληγής, της τιμωρίας αλλά και της εμπειρίας) που «πληγώνει» μια μεγάλη ερωτική σχέση. Λοιπόν, ποιο είναι αυτό το αγκάθι;
Τα «αγκάθια» είναι πολλά και διαφορετικά και διαφορετικού μεγέθους. Έχουν όμως έναν κοινό κορμό και δεν είναι τίποτε άλλο από τον ίδιο μας τον εαυτό. Η ταινία ασχολείται με ένα από αυτά τα αγκάθια, τη ζήλια, και πώς με τα χρόνια λόγω αυτής η πίστη μετατρέπεται σε φόβο και οδηγεί στην αποξένωση. Στην ταινία έχουμε να κάνουμε με μια ερωτική σχέση, όμως πιστεύω πως αυτές είναι έννοιες που διέπουν και άλλες μορφές σχέσεων. Επέλεξα όμως την ερωτική σχέση επειδή είναι πιο εύπλαστη και είναι μια σχέση την οποία συνήθως την επιλέγουμε. Η επιλογή αυτή άλλοτε μας απελευθερώνει και άλλοτε μας περιορίζει. Επίσης είναι μια σχέση αμφίδρομη και αντανακλαστική. Σε κάθε περίπτωση είναι ιδανική για την ιστορία μας και για τις φανταστικές της προεκτάσεις. Για τις δευτερογενείς ιστορίες που πλάθονται στο ίδιο μας το μυαλό και μας απομακρύνουν από τις πραγματικές συνθήκες και τις ιστορίες που μοιραζόμαστε με τους ανθρώπους μας. Είναι αυτές οι ιστορίες του μυαλού μας που μπορούν να πάρουν τέτοια έκταση και να αποκτήσουν τέτοια δύναμη ώστε να αντικαταστήσουν την ίδια μας τη ζωή. Ένας πραγματικά τρομακτικός λαβύρινθος. 

Φαντάζομαι πως έχετε προχωρήσει στα επόμενα καλλιτεχνικά σχέδιά σας. Ποια είναι αυτά;
Η επόμενη ταινία θα είναι ένα road movie στα χνάρια του «Euroman». Θα είναι σάτιρα με έντονα στοιχεία χιούμορ και πολλή Ευρώπη. Μια ταινία για το τελευταίο ταξίδι του τελευταίου homo universalis στη Γη. 

Για πρώτη φορά συναντηθήκαμε στη Δράμα στο Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους πριν από πέντε χρόνια. Ήταν εκείνο το φεστιβάλ η αφετηρία της πετυχημένης ως τώρα διαδρομής σας και το «εισιτήριο» για τη διεθνή καριέρα;
Το φεστιβάλ Δράμας σίγουρα έχει βοηθήσει την προώθηση των ταινιών μικρού μήκους που έχω κάνει. Αφετηρία ωστόσο θεωρώ τη Θεσσαλονίκη. Όπως είπα και πριν είναι στη Θεσσαλονίκη που έγινε η καλλιτεχνική ζύμωση την οποία κουβαλώ μέχρι και σήμερα. Οι σπουδές στη Σχολή Κινηματογράφου του Αριστοτέλειου, ως πρώτη φουρνιά φοιτητών τότε, οι φιλίες που κρατούν μέχρι σήμερα, τα «ελευθέρας» στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, οι βόλτες στη παραλία, τα καφέ χατζηδακικού τύπου στο Μουσείο Φωτογραφίας με τους δραματικούς ορίζοντες, οι συναυλίες στο παλιό χαμάμ Αίγλη, τα κρασιά με φίλους αγαπημένους και μουσικά όργανα στο κίτρινο σπίτι με τα πράσινα παράθυρα του 1817 απέναντι από τον Άγιο Νικόλαο τον ορφανό, οι πορείες και οι αγώνες για τα φοιτητικά μας δικαιώματα, τα μαθήματα και τα γυρίσματα στα παλιά καπνεργοστάσια, τα φτηνά μα πολύ γευστικά οινομαγειρεία, τα πολύωρα ταξίδια με τα τρένα, οι Σαλονικείς με την πλούσια, ζωντανή ιστορία στις ρυτιδώσεις γύρω από τα μάτια τους και στα χέρια τους, ο πρώτος έρωτας, η πρώτη μέθη, ο Γιώργος Χειμωνάς, ο Βύρων Λεοντάρης, η Κική Δημουλά, η Αλεξάνδρα Ελπίδη...