- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- 102.5 FM RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Γιατί έχουμε σταματήσει να χορεύουμε;
Γιατί τα στιγμιότυπα στα social media δεν αποτυπώνουν τη μαγεία του χορού;
Η απόλαυση του χορού και της κίνησης και η εποχή των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και των smartphones
Ο χορός είναι κάτι που σαν είδος αγαπάμε εδώ και χιλιετίες. Είναι ένας τρόπος έκφρασης, και μια έκφραση ελευθερίας και ξεγνοιασιάς. Όσο πίσω στην ιστορία και αν πάμε, ο χορός δεν παύει να υφίσταται. Ο κάθε τόπος, η κάθε χώρα, η κάθε φυλή, έχουν ανά τους αιώνες γεννήσει και αναπτύξει παραδοσιακούς χορούς για να αποδώσουν συναισθήματα και να μεταφέρουν μηνύματα όλων των ειδών.
Παρατηρείται όμως τα τελευταία χρόνια ότι ο κόσμος δεν χορεύει πια. Και όχι απλά δεν χορεύει γενικά, αλλά δεν χορεύει καν σε μέρη τα οποία έχουν δημιουργηθεί με τον σκοπό αυτό, π.χ. σε κλαμπ ή σε συναυλίες. Ποια ήταν η τελευταία συναυλία στην οποία πήγατε και είδατε το πλήθος να χορεύει, να χτυπιέται, να λικνίζεται με τη μελωδία της μουσικής; Ποια ήταν η τελευταία φορά που εσείς οι ίδιοι αφήσατε τον εαυτό σας ελεύθερο να χορέψει χωρίς τη σκέψη, την ανησυχία ή την έγνοια ότι κάποιος σας κοιτάει ή σας τραβάει βίντεο με το κινητό του, απλά ότι γινόσαστε σαχλοί, ακόμα και αν ήσασταν μόνοι σας;
Δεν είναι τυχαίο ότι η αύξηση άκαμπτων σωμάτων σε μουσικούς χώρους συμβαδίζει σχεδόν τέλεια με τον ερχομό και την εδραίωση των smartphones. Υπάρχουν άπειρα meme στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης που μιλάνε για το γεγονός ότι μεγαλώνοντας στις δεκαετίες 1980, 1990 και αρχές 2000, ό,τι βλακεία και αν είχαμε κάνει, ότι ντροπή και αν είχαμε νιώσει ως αποτέλεσμα μιας σαχλαμάρας, αν μη τι άλλο δεν είχε βιντεοσκοπηθεί, και έτσι παραμένει στην αφάνεια. Δεν είναι το θέμα όμως ότι δεν υπάρχουν αποδείξεις εκ των υστέρων, είναι ότι το γεγονός ότι ανά πάσα στιγμή τώρα, οποιαδήποτε κίνησή σου μπορεί να δημοσιοποιηθεί είτε εν γνώση σου ή εν αγνοία σου, και δεν μπορείς να κάνεις τίποτα για αυτό.
Δεν είναι όμως μόνο αυτός ο φόβος που βασιλεύει και εμποδίζει το σώμα μας από το να κινηθεί. Είναι η μόνιμη και αδιάκοπη ενασχόλησής μας με οτιδήποτε συμβαίνει στο κινητό μας και όχι γύρω μας―παρά το γεγονός ότι εμείς οι ίδιοι επιλέξαμε να βρεθούμε στον εν λόγω χώρο.
Σε μεγάλο βαθμό, νομίζω ότι όλοι μπορούμε να συμφωνήσουμε με το γεγονός ότι τα κλαμπ είναι, πρώτα και κύρια, για χορό. Ναι, είναι επίσης για να ακούσεις μουσική της αρεσκείας σου, να γνωρίσεις ανθρώπους, να πιεις το ποτό σου, αλλά όλα αυτά τα κάνεις και σε ένα μπαρ ή σε ένα σπίτι με φίλους, σε ένα πάρτι. Σύμφωνα με DJs, ιδιοκτήτες νυχτερινών κέντρων και συχνούς θαμώνες κλαμπ, ο αριθμός των ανθρώπων που δεν χορεύουν αυξάνεται ολοένα και περισσότερο.
Το να επικοινωνήσεις σύντομα με κάποιον τον οποίον περιμένεις να έρθει να σε συναντήσει είναι βεβαίως λογικό, το να επιλέγεις όμως να φεύγεις από το σπίτι σου για να έρθεις σε έναν χώρο του οποίου ο σκοπός είναι να ξεφύγεις και να χορέψεις και να επικοινωνήσεις με γνωστούς και άγνωστους ανθρώπους γύρω σου, και εσύ ενεργά και συνειδητά να αποσυνδέεσαι από το περιβάλλον σου για να «συνδεθείς» με έναν ψηφιακό κόσμο ο οποίος άσχετα αν είναι πραγματικός ή μη―αυτή είναι μια άλλη συζήτηση―εν προκειμένω δεν είναι του παρόντος―ούτε στο χώρο αλλά ούτε στο χρόνο―είναι άξιο απορίας και χρίζει, κατ’ ελάχιστον, έρευνας.
Μέσω του φακού της κάμερας ενός smartphone, όλα γίνονται περιεχόμενο για δημοσίευση αντί να είναι μια εμπειρία που πρέπει να βιωθεί, και είναι πιο σημαντικό πλέον να δείχνεις που είσαι, τι κάνεις και τι καταναλώνεις, από το να συμμετέχεις ουσιαστικά και ενεργά σε ό,τι συμβαίνει γύρω σου.
Φαίνεται επίσης ότι οι άνθρωποι τείνουν να ανακαλύπτουν ηλεκτρονική μουσική ή εκδηλώσεις μέσω του Instagram και του TikTok, και οι περισσότεροι αυτοί άνθρωποι ανήκουν σε μια γενιά νέων συμμετεχόντων που είδαν ένα κλιπ κάποιων δευτερολέπτων στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης το οποίο τους φάνηκε ωραίο ή ελκυστικό, αλλά, στην πραγματικότητα, αυτό το κλιπ δεν αποτυπώνει την εμπειρία του να βγαίνεις και να είσαι έξω όλη νύχτα και να χορεύεις για ώρες.
Εκτός από την δημόσια προβολή και «διαφήμιση» του τι κάνουν, όμως, το οποίο σαν πράξη έχει πια μια σχεδόν τραγική ειρωνεία δεδομένου ότι το ονομάζουμε «μοίρασμα» (sharing), οι νέοι αυτοί άνθρωποι τείνουν επίσης να «μοιράζονται» με ακόμα μεγαλύτερη συχνότητα τις αρνητικές τους εμπειρίες και τα παράπονά τους…από κάτι το οποίο ουσιαστικά δεν φαίνεται καν να βίωσαν. Γιατί πως μπορείς να πεις ότι βίωσες κάτι αν καθ’ όλη τη διάρκεια ήσουν «αλλού»;
Δεν χορεύουμε όσο μπορούμε ή όσο θέλουμε, επειδή φοβόμαστε μήπως φανούμε ανόητοι. Το παλιό ρητό «χορέψτε σαν να μην σας βλέπει κανείς» (dance like no one’s watching) έγινε δημοφιλές για κάποιο λόγο. Εκείνες οι νύχτες ήταν συναρπαστικές, και ήταν μια ευκαιρία να απενεργοποιήσουμε το μυαλό μας και να αφεθούμε ελεύθεροι, να εκφραστούμε σωματικά, έξω από την περιορισμένη γλώσσα και τους εφηβικούς ή νεανικούς μας εσωτερικούς περιορισμούς.
Όταν ρωτάς τους ανθρώπους γιατί δεν χορεύουν περισσότερο, γίνονται σκεπτικοί, και μερικές φορές ίσως λίγο αμυντικοί. Δεν έχουν χρόνο, δεν παρουσιάστηκε κάποια ευκαιρία, και που θα το κάνουν, θα πάνε σε κάποιο κλαμπ; Έχουν ευθύνες, δουλειές και παιδιά! Οι περισσότεροι λέμε, τόσο μέσα μας αλλά και σε άλλους, ότι ο χορός είναι κάτι που κάνεις όταν είσαι νέος και μετά σταματάς. Είναι κάτι που ήταν, όχι που είναι. Είναι αυτοσκοπός, όχι κάτι αυθόρμητο που μπορεί να προκύψει.
Αυτή η αντίληψη του χορού ως κάτι ασόβαρο, επιπόλαιο, ή παιδιάστικο είναι το πρόβλημα. Όσο για τους νέους δε, η αντίληψη του χορού μπορεί να είναι ακόμα και κάτι ξένο, χωρίς καν αυτό το περιεχόμενο ή την αρνητική χροιά. Το να κινείσαι απλώς αυθόρμητα με τη μουσική έχει μετατραπεί σε κάτι που είτε σκεφτόμαστε υπερβολικά πολύ και απορρίπτουμε, ή δεν σκεφτόμαστε καθόλου.
Αν αρχίσεις να ψάχνεις ευκαιρίες για χορό, τις βρίσκεις: ενώ μαγειρεύεις ή καθαρίζεις το σπίτι, ενώ παίζεις με τα παιδιά σου στο σαλόνι, πολλές φορές και ενώ οδηγείς (με προσοχή, παρακαλώ). Παραδόξως έχω στον κύκλο μου δύο ανθρώπους που έκαναν ή κάνουν χορό. Ένας φίλος μου έκανε για χρόνια rock n’ roll, και μάλιστα στα μαθήματα αυτά γνώρισε τη σύζυγό του, αλλά πλέον έχουν σταματήσει και οι δύο λόγω οικογενειακών υποχρεώσεων, και μια φίλη μου κάνει κάθε Σάββατο σύγχρονο χορό, το οποίο μάθημα στεναχωριέται πολύ αν χάσει. Με την ίδια αυτή φίλη έχουμε πάει σε πολλές συναυλίες και έχουμε κάνει καλοκαιρινές διακοπές, και έχουμε μοιραστεί πολλούς χορούς, άχαρους και μη. Τον φίλο μου δεν τον έχω δει ποτέ να χορεύει, με εξαίρεση ένα event που είχε οργανώσει η σχολή χορού στην οποία πήγαινε τότε.
Είμαστε, απασχολημένοι. Είμαστε κουρασμένοι. Δεν υπάρχει χρόνος. Δεν υπάρχει διάθεση. Στην πραγματικότητα, όμως, δεν υπάρχει η συνειδητοποίηση του πόσα χάνονται στον βωμό της κούρασης και της ρουτίνας, και πόσα περισσότερα θα είχαμε―κυρίως ψυχολογικά―αν κλέβαμε 10-15 λεπτά μια στο τόσο από τη δύνη αυτή στο χέρι μας που ονομάζουμε επικοινωνιακό εργαλείο (δηλαδή, το κινητό), και τα αφιερώναμε σε μας τους ίδιους, για να γίνουμε λίγο σαχλοί.