Once upon an image: Αναμνήσεις από τους θρύλους της ασπρόμαυρης εποχής του ελληνικού κινηματογράφου
«Once upon an image» © Πηνελόπη Μασούρη
Φωτογραφια

«Once upon an image»: Αναμνήσεις από τους θρύλους της ασπρόμαυρης εποχής του ελληνικού κινηματογράφου

Μαρτυρίες από συναντήσεις με κορυφαίους ηθοποιούς της χρυσής εποχής του ελληνικού σινεμά
ego.jpg
Πηνελόπη Μασούρη
11’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

«Once upon an image»: Ιστορίες και πορτρέτα των πρωταγωνιστών της ασπρόμαυρης εποχής του ελληνικού σινεμά. Αναμνήσεις από μια Ελλάδα που έπαιζε σε «ασπρόμαυρο» φως

Ήμουν η συνοδηγός του μπαμπά μου σε μια Mercedes-Benz από τεσσάρων χρονών. Τον Λάμπρο Κωνσταντάρα και τη Γεωργία Βασιλειάδου τους είχαμε και τους δύο πελάτες· με τον έναν τραβούσαμε για τον Ιππόδρομο στο Δέλτα Φαλήρου, γιατί του άρεσε να βλέπει τα άλογα, με τη Βασιλειάδου κάναμε δρομολόγιο Πεύκη-Ομόνοια για τις λαϊκές απογευματινές. Στο αυτόγραφο που μου υπέγραψε τότε, την άσχημη που πάνω της έχτιζαν κάθε λογής σενάρια εγώ δεν την είδα, έβλεπα μια καλλονή. Ίσως ήταν ο γλυκός, ζωηρός τόνος με τον οποίο μου απευθυνόταν, γιατί της θύμιζα τις εγγονές της.

Ο μπαμπάς μου, στον δρόμο για τ’ αγώγι, περιέγραφε μεσονύκτιες βάρδιες, όταν εγώ αναγκαστικά κοιμόμουν, όπου βρισκόταν να τρώει δίπλα σε ηθοποιούς της χρυσής εποχής του ελληνικού κινηματογράφου – τη Σπεράντζα Βρανά, τη Ρένα Βλαχοπούλου… στο Ideal της Πανεπιστημίου και στην Κοτταρού στον Κολωνό. Κάποιο κυριακάτικο απόγευμα έβαλα βέτο να κατέβουμε μαζί. Είχα τεράστια περιέργεια να δω τους διάσημους ηθοποιούς που μου περιέγραφε στις συζητήσεις μας κι εγώ τους έβλεπα μόνο στην τηλεόραση. Θυμάμαι ότι γύρισα απαρηγόρητη. Από τα ονόματα που μου είχε αναφέρει, είχα δει μόνο τον Χατζηχρήστο. Η θεία μου είπε πως το ίδιο βράδυ είδε τον Τόλη και τη Ζωή στην Μπιφτεκούπολη, κάνοντάς με να ζηλέψω και να ονειρεύομαι ένα ταξίδι στη Γλυφάδα, το οποίο δεν έγινε ποτέ.

Once upon an image: Αναμνήσεις από τους θρύλους της ασπρόμαυρης εποχής του ελληνικού κινηματογράφου

Once upon an image - Ιστορίες και πορτρέτα των πρωταγωνιστών της ασπρόμαυρης εποχής του ελληνικού σινεμά

Τασώ Καββαδία

Από την εποχή που άρχισα να θυμάμαι τον εαυτό μου, γύρω στα τέσσερά μου χρόνια, έχω έντονη ανάμνηση την εικόνα της Τασώς Καββαδία. Τη θυμάμαι ανελλιπώς τα Σάββατα, ψηλή καθώς ήταν, να σκύβει να περάσει το κατώφλι της αυλής μας. Με εμπριμέ παντελόνια καμπάνα, μοβ, πράσινα, γαλάζια, και ασορτί πολύχρωμες κορδέλες τυλιγμένες στα σγουρά μαλλιά της και με κάτι τεράστια σκουλαρίκια, κατευθυνόταν στο μικρό σπιτάκι στο βάθος της θείας μου, που της δακτυλογραφούσε κείμενα για να δημοσιευτούν στα Επίκαιρα. Όταν τη συνάντησα, στα τέλη του ’90, φορούσε πάλι εμπριμέ, άσπρα, κόκκινα, κίτρινα, μπλε και το μαντίλι της ήταν πλέον στον λαιμό. Είχε λευκά μαλλιά και εντυπωσιακά πολλές ρυτίδες. Καθόλου δεν την ένοιαζε. Χαριτολόγησε κρατώντας τα γυαλιά πρεσβυωπίας της πως χωρίς αυτά ρυτίδες δεν φαίνονται.

Once upon an image: Αναμνήσεις από τους θρύλους της ασπρόμαυρης εποχής του ελληνικού κινηματογράφου
Τασώ Καββαδία © Πηνελόπη Μασούρη

Τασώ Καββαδία © Πηνελόπη Μασούρη

Βασίλης Διαμαντόπουλος

Συνάντησα τον Βασίλη Διαμαντόπουλο στην πλατεία Βάθη, στον Ίασμο, τη σχολή του, μόλις έναν μήνα πριν φύγει ξαφνικά. Θα δεχτεί, μετά την ώριμη συνομιλία μας, να σηκώσω τελικά τη φωτογραφική μου μηχανή για να τον απαθανατίσω. Είχε τις αντιρρήσεις του, υποστηρίζοντας ότι δεν φωτογραφίζεται γιατί συμφωνεί με τις πρωτόγονες φυλές που λένε πως κάθε απεικόνιση κλέβει την ψυχή του υποκειμένου.

Διαλέγει ο ίδιος πού θα ποζάρει: δίπλα σ’ έναν πίνακα ζωγραφικής που έγινε από μια πολύ παλιά του φωτογραφία. Παρατηρεί τις λεπτομέρειες, το ρούχο που φοράει στον πίνακα, δείχνει το πουλόβερ που φορά τώρα και αυτοσαρκάζεται με τη χαρακτηριστική βραχνή του φωνή: «Το ρούχο που φοράω είναι... το ίδιο!».

Once upon an image: Αναμνήσεις από τους θρύλους της ασπρόμαυρης εποχής του ελληνικού κινηματογράφου
Βασίλης Διαμαντόπουλος © Πηνελόπη Μασούρη

Βασίλης Διαμαντόπουλος © Πηνελόπη Μασούρη

Γιώργος Διαλεγμένος

Είδα τον Γιώργο Διαλεγμένο να αυτοσχεδιάζει στον ρόλο του, με μια οδοντογλυφίδα στο στόμα, ενώ τα μάτια του σκηνοθέτη του, Νίκου Παναγιωτόπουλου, ακτινοβολούσαν από ικανοποίηση καθώς αποσπούσε το μέγιστο από τον ηθοποιό του για την ταινία «Αυτή η νύχτα μένει», μέσα στα κινηματογραφικά εφέ καπνού στο σκυλάδικο της Θηβών.

Once upon an image: Αναμνήσεις από τους θρύλους της ασπρόμαυρης εποχής του ελληνικού κινηματογράφου
Γιώργος Διαλεγμένος © Πηνελόπη Μασούρη

Γιώργος Διαλεγμένος © Πηνελόπη Μασούρη

Σπύρος Φωκάς

Τον Σπύρο Φωκά τον συνάντησα ολομόναχο έπειτα από ένα διαζύγιο και μια οικονομική κατάρρευση. Είχε αφήσει πίσω του τη λαμπρή εποχή του «Διαμαντιού του Νείλου». Καθισμένος στον Chesterfield καναπέ κάτω από τα έργα του Φωτόπουλου, στο ρετιρέ των 350 m², Αλεξάνδρας και Σούτσου γωνία, και καπνίζοντας αρειμανίως, αναπολεί την ευγένεια της ψυχής της Παξινού, σχολιάζει πως δεν θα ξαναγεννηθεί η Λαμπέτη, ούτε δωρικοί κίονες με μέτρο και κομψότητα σαν την Ειρήνη Παπά και δηλώνει ότι, όταν φλερτάρει, γνωρίζει πλέον τον τρόπο για να μην τον απορρίψει μια γυναίκα –εμού συμπεριλαμβανομένης, παρά τα 32 χρόνια ηλικιακής διαφοράς μας–, αγνοώντας ότι μια γοητεία που κρατούσε ακόμα, παρότι φθαρμένη, και η σπουδαία καριέρα του αποτελούσαν το νούμερο ένα ατού του. Στον δρόμο, νεαροί άντρες τον μπερδεύουν με τον Ομάρ Σαρίφ, ενώ οι γυναίκες τον θυμούνται δίπλα στην Έλενα Ναθαναήλ και τη Ζωίτσα Λάσκαρη.

Once upon an image: Αναμνήσεις από τους θρύλους της ασπρόμαυρης εποχής του ελληνικού κινηματογράφου
Σπύρος Φωκάς © Πηνελόπη Μασούρη

Σπύρος Φωκάς © Πηνελόπη Μασούρη

Αλέξης Δαμιανός

Θυμάμαι τον Αλέξη Δαμιανό στη χαώδη ατμόσφαιρα της έπαυλης της Εκάλης, καθισμένο στην αναπαυτική του πολυθρόνα, να κοιτάζει απ’ το παράθυρο τον μεγάλο κήπο του, που έφερνε στον νου τα κτήματα βιολογικής καλλιέργειας στη δημιουργία των οποίων πρωτοστάτησε στα νιάτα του. Κρατώντας στα κατακίτρινα από τον καπνό του τσιγάρου δάχτυλά του τα ζάρια και σέρνοντας πούλια, θα τραγουδήσει δημοτικά από τον αλησμόνητο Ηνίοχο, συσπώντας κάθε μυ του προσώπου του στο νόημα των στίχων, θα μιλήσει για τη γη που αγαπά, το κύμα του Αιγαίου και τα σπαρτά της Ηπείρου.

Once upon an image: Αναμνήσεις από τους θρύλους της ασπρόμαυρης εποχής του ελληνικού κινηματογράφου
Αλέξης Δαμιανός © Πηνελόπη Μασούρη

Αλέξης Δαμιανός © Πηνελόπη Μασούρη

Ανδρέας Μπάρκουλης

Άκουσα τον Ανδρέα Μπάρκουλη, μια αλκυονίδα μέρα του Ιανουαρίου, στο μπαλκόνι του ξενοδοχείου που τον φιλοξενούσε χρόνια στον λόφο της Καστέλλας, με θέα τον Σαρωνικό, να αναπτύσσει μια κουβέντα για τον θάνατο, τη μετενσάρκωση, για εκείνο το αθάνατο «κορίτσια, ο Μπάρκουλης», που τον σημάδεψε, για τη φυγή του στην Αμερική, τα μετέπειτα δεινά του, αλλά και το απόφθεγμά του στα πρώτα του γεράματα: «Τα στερνά τιμούν τα πρώτα».

Once upon an image: Αναμνήσεις από τους θρύλους της ασπρόμαυρης εποχής του ελληνικού κινηματογράφου
Ανδρέας Μπάρκουλης © Πηνελόπη Μασούρη

Ανδρέας Μπάρκουλης © Πηνελόπη Μασούρη

Νίτσα Τσαγανέα

Η Νίτσα Τσαγανέα με υποδέχτηκε, μια ζεστή αυγουστιάτικη νύχτα που έβραζαν τα τσιμέντα του κέντρου της Αθήνας, στο ισόγειο γωνιακό διαμέρισμά της, που είχε όλα τα παράθυρα ανοιχτά στον δρόμο. Δεν τη βάραιναν τα 100 χρόνια στην πλάτη της. Μιλήσαμε για συνταγές μακροβιότητας και ομορφιάς, με συμβούλευσε να κάνω πάντα μπάνιο με κρύο νερό για να σφίγγει το δέρμα, να πίνω ένα ποτηράκι κρασί με το γεύμα μου και να κοιμάμαι μία ώρα τα μεσημέρια. Ένιωθα πως αντίκριζα μια παιδούλα, με μια ζωτικότητα που ξεχείλιζε από τα ανοιχτά παραθυρόφυλλα στο κηπάκι της πλατείας Κολιάτσου και την έκανε να δείχνει ακόμα πιο δροσερή, σαν να ήταν έτοιμη ν’ ανοίξει την πόρτα και να χαθεί στις διαδηλώσεις για όλα αυτά που με τόσο σθένος υπερασπίστηκε. Όταν μουρμουρίζει τον σκοπό του «Μα εγώ αγαπώ τη Λιάνα» του Γιώργου Οικονομίδη, αφιερωμένο στη μοναχοκόρη της, Λιάνα Βιτσώρη, που έχασε, μου δείχνει το κρεβάτι όπου κοιμόταν δίπλα της, λέγοντας πως της λείπει η συντροφιά της.

Με αποχαιρέτησε κουνώντας άσπρο μαντίλι κεντημένο με το μονόγραμμά της, που έβγαλε από την ντουλάπα όταν μου την άνοιξε για να μου δείξει τις καταχωνιασμένες τουαλέτες της, που μύριζαν πια ναφθαλίνη. Σ’ εκείνη τη μέρα της συνάντησής μας σταμάτησε κι ο δικός της χρόνος, λες κι ένα πέπλο αμνησίας την κάλυψε για πάντα και μια θλίψη συγκλονιστική εγκαταστάθηκε στα μάτια της, αλλά όχι στη ματιά της.

Once upon an image: Αναμνήσεις από τους θρύλους της ασπρόμαυρης εποχής του ελληνικού κινηματογράφου
Νίτσα Τσαγανέα © Πηνελόπη Μασούρη

Νίτσα Τσαγανέα © Πηνελόπη Μασούρη

Ταϋγέτη

Η Ταϋγέτη μού άνοιξε με ένα πλατύ χαμόγελο το διαμέρισμά της κάτω από την Αριστοτέλους. Δυναμική, ασυμβίβαστη, αγωνίστρια για τις αριστερές πεποιθήσεις της, αυθόρμητη, χείμαρρος από συναισθήματα, ξεχωριστό όνομα από την Τήνο. Στον συντηρητικό πατριάρχη της οικογένειάς της έβγαζε γλώσσα – ήταν μια κόρη πονοκέφαλος. Όταν τη ρώτησα αν νιώθει μόνη, μου είπε όχι! Όταν, όμως, μου μίλησε για τον χαμό της αδελφής της, δάκρυσε. Φύλαγε σαν κόρη οφθαλμού σε μια καπελιέρα ένα φτερό μποά, τα καπέλα της, τα φο μπιζού της, κοντά φουστανάκια από επιθεωρήσεις. Άριστα τακτοποιημένα, τα άγγιζε σαν πολύτιμα χρυσά κοσμήματα, επιβεβαιώνοντάς μου αυτό που από τότε είχα αντιληφθεί: τη φύση του θεατρίνου να μεταμορφώνει ό,τι ψεύτικο και φθηνό σε ελκυστικό και φαντασμαγορικό.

Once upon an image: Αναμνήσεις από τους θρύλους της ασπρόμαυρης εποχής του ελληνικού κινηματογράφου
Ταϋγέτη © Πηνελόπη Μασούρη

Ταϋγέτη © Πηνελόπη Μασούρη

Μάγια Μελάγια

Η Μάγια Μελάγια, η μοιραία γυναίκα που πήγαινε όπου κι ο έρωτάς της, στο διαμέρισμά της στην Αγίου Μελετίου, θα σχολιάσει τους νέους καιρούς και τις ερωτικές συμπεριφορές, αναπολώντας εκείνο το απλό χάιδεμα των μαλλιών με το οποίο της έδειχνε πολύ διακριτικά την αγάπη του και τον μεγάλο του έρωτα ο Γιώργος Μουζάκης.

Once upon an image: Αναμνήσεις από τους θρύλους της ασπρόμαυρης εποχής του ελληνικού κινηματογράφου
Μάγια Μελάγια © Πηνελόπη Μασούρη

Μάγια Μελάγια © Πηνελόπη Μασούρη

Σπεράντζα Βρανά

Όταν η Βρανά, μικρό κοριτσάκι, στην ηλικία που κάποιος χτίζει τα όνειρά του, από τον Προφήτη Ηλία ατένιζε την πόλη όπου θα γινόταν πρωταγωνίστρια αργότερα, ποτέ δεν σκέφτηκε να γίνει μητέρα ή σύζυγος. Ήθελε να γίνει κάτι σημαντικό, που οι άλλοι θα θαύμαζαν, και να έχει δίπλα της έναν άντρα για να της κάνει έρωτα. Όταν τη ρώτησα για τη θέση της γυναίκας πλάι στον άντρα-σύζυγο, μου αποκρίθηκε ότι η τοποθέτηση σ’ αυτό το ζήτημα χρειάζεται «ψηλά νερά και χαμηλά ντουμάνια» (ατάκα από ταινία της), δηλαδή θέλει καθαρό μυαλό. «Η γυναίκα ηθοποιός που θα προσκολληθεί στον έρωτα χάνει το καράβι! Κάηκε! Το θέατρο πρέπει να γίνει ο μεγάλος της έρωτας και ο έρωτας για τον άντρα να έρχεται δεύτερος», μου είπε εμφατικά. Το 1994 που τη συνάντησα, κοίταζε από το ρετιρέ της στη Φυλής την Αθήνα που αγάπησε. Ήταν η πόλη στην οποία αγαπήθηκε, είδε τα όνειρά της να πραγματοποιούνται. Είμαι δίπλα της όταν μονολογεί: «Έζησα μια ζωή γνήσια και γεμάτη ένδοξες αναμνήσεις. Το ρήμα “τολμώ” της ταιριάζει».

Η Σπεράντζα Βρανά αναπολεί την εμπειρία της σαν θρυλικό pin up girl της εποχής της, που τα αρσενικά τρέχανε από πίσω της. Αναρωτιέται πού πήγε εκείνο το λυγερό σώμα που έγινε ανήμπορο και περπατάει μόνο με πατερίτσες. Η γυναίκα που ο πρώτος της μεγάλος έρωτας υπήρξε ο πατέρας της –πρότυπο ανδρικής ομορφιάς, τον οποίο έχασε πολύ μικρή στον πόλεμο–, η γυναίκα που τραβούσε όλα τα βλέμματα με το περπάτημά της και το μπρίο της, θεωρούσε τον εαυτό της όχι ωραίο αλλά ελκυστικό. Αγνοούσε συνειδητά τη δύναμη της εξωτερικής της εμφάνισης, γιατί η υποκριτική της δύναμη ήταν αυτό που ήθελε να μετράει περισσότερο.

Αυτοί που τη γνώρισαν λάτρεψαν κάθε της καμπύλη, τη στιγμή που η ίδια αναρωτιόταν μπροστά στον καθρέφτη της: «Θεέ μου! Γιατί μου έδωσες τόσο μεγάλα στήθη;» Πληθωρικό στήθος, μέση δαχτυλίδι, οπίσθια που έστεκαν στο ύψος τους, γάμπες λεπτές. Το σώμα της κολάκεψε όσο λίγων γυναικών τα σώματα η μόδα του καιρού της: στενό ζιβάγκο και κολλητή φούστα με άνοιγμα πίσω, φαρδιά ζώνη και γόβα στιλέτο. Φορούσε τα ρούχα, δεν τη φορούσαν, κι όταν χαρακτηριστικά ο γνωστός τότε κομμωτής Καρακατσάνης της ζητά ν’ αλλάξει το ντύσιμό της για να μετριάσει την προκλητικότητά της, η Σπεράντζα του αποδεικνύει ότι, και μ’ ένα σεμνό πουά φόρεμα, μαγνητίζει τα ανδρικά βλέμματα.

Επινοούσε τα ρούχα της, τα έραβε, τα λάτρευε, μου δείχνει τη μεγάλη της γκαρνταρόμπα, ταμπακιέρες με αφιερώσεις, τα καλλυντικά της. Έκανε κινηματογράφο για να της δίνει την οικονομική άνεση να εμπλουτίζει την γκαρνταρόμπα της και όχι γιατί τον αγαπούσε, αυτά μου αφηγείται μέσα στις τρεις ώρες που περάσαμε μαζί. Ο έρωτάς της παρορμητικός και ενστικτώδης (η ίδια θα τον χαρακτηρίσει ζωώδη) δέσμευσε μερικές δεκάδες άντρες, ανάμεσά τους και ο πιο χαριτωμένος απ’ όλους, ο Κώστας της, ο Βουτσάς. «Ασυμβίβαστη και ανατρεπτική υπήρξα στους έρωτές μου. Τους αντιμετώπιζα με αθωότητα και χάρη. Αλλά το είδος των αρσενικών που νόμιζαν πως ισχύς τους είναι το χρήμα, το αντιμετώπιζα με απέχθεια. Επέλεξα συντρόφους προσιτούς, προστατευτικούς... ανθρώπινους».

Αν και στις ταινίες της –λίγο περισσότερες από πενήντα έξι– ενσάρκωσε πάντα ρόλους πόρνης, μοιραίας γυναίκας από τη λαϊκή τάξη, στην προσωπική της ζωή υπήρξε διαφορετική: γυναίκα μαγκιόρα. Χυμώδης, έλκυε και ενσάρκωνε τις φαντασιώσεις της γενιάς του ’50, αλλά κατά βάση ήταν ένα κοριτσάκι που έπαιζε με το κουβαδάκι του στην άμμο. Όσο εξελισσόταν η συνομιλία μας, έβλεπα μια Σπεράντζα ευάλωτη, που δεν ντρεπόταν για την ανημπόρια της. Εκείνα τα βράδια των αρχών της δεκαετίας του ’90 έβγαινε όπως όπως, συμβιβασμένη με το πάχος της και με όλα όσα της είχε φορτώσει η ηλικία και η αρρώστια, για να δει τις παραστάσεις των άλλων.

Once upon an image: Αναμνήσεις από τους θρύλους της ασπρόμαυρης εποχής του ελληνικού κινηματογράφου
Σπεράντζα Βρανά © Πηνελόπη Μασούρη

Σπεράντζα Βρανά © Πηνελόπη Μασούρη

Σούλη Σαμπάχ

Η Σούλη Σαμπάχ έμαθε στη ζωή, όπως χρόνια έκανε στο πάλκο, να μοιράζεται το εγκάρδιο γέλιο με το ωραίο ηχόχρωμα τρανταχτά, να παρασύρεται από τις ωραίες ιστορίες της πρόζας και των μιούζικαλ και να μετατρέπει το παραμύθι σε αδιαμφισβήτητη αλήθεια για τους θεατές. Στο ρετιρέ της Πανόρμου οσμίζεσαι την παρουσία μιας γυναίκας που πρόσφερε με ψυχή και κέφι ό,τι η ζωή αφειδώς της χάρισε, δηλαδή μια καριέρα από νωρίς... το πρώτο βράδυ που πάτησε το πόδι της στην Αθήνα.

Η μοναχοκόρη ευκατάστατων Αιγυπτιωτών εμφανίστηκε στα πιο επώνυμα κέντρα διασκέδασης της εποχής της, άψογα ντυμένη, με πλούσιο, πολύγλωσσο ρεπερτόριο. «Ήμουν ένα παμφάγο ζώο, μια πανηδονήστρια της τέχνης», τη θυμάμαι να μου λέει, κατευοδώνοντάς με στο ασανσέρ. Ήταν το κορίτσι που έκανε τέχνη στην ταβέρνα, στο Τζάκι της Βαρυμπόμπης. Η Κάλλας στο τέλος μιας βραδιάς θα υπογράψει το βιβλίο του μαγαζιού με τις θετικότερες εντυπώσεις για τη Σούλη Σαμπάχ. Αλλά το μόνο που αυτή συνειδητοποιούσε πλήρως ήταν το τρακ. Μάταια η Λαμπέτη προσπάθησε, επινοώντας διάφορες τεχνικές, να τη βοηθήσει να το αποβάλει. Ο δε Χορν την απέφευγε πριν από τις κοινές τους παραστάσεις, γιατί τον άγχωνε σε σημείο τρέλας. Ήταν μια σύζευξη αντιθέσεων: ενώ πέθαινε από το τρακ, έδειχνε άνετη· ήξερε πως στη ζωή, όπως και στη σκηνή, το αρνητικό το πνίγεις.

Once upon an image: Αναμνήσεις από τους θρύλους της ασπρόμαυρης εποχής του ελληνικού κινηματογράφου
Σούλη Σαμπάχ & Αλέκα Παΐζη © Πηνελόπη Μασούρη

Σούλη Σαμπάχ & Αλέκα Παΐζη © Πηνελόπη Μασούρη

Ρίκα Διαλυνά

Η Ρίκα Διαλυνά, με αφοπλιστική ειλικρίνεια, θα θυμηθεί τις ιδανικές της αναλογίες, που της χάρισαν ένα στέμμα και τον γύρο του κόσμου, τον θαυμασμό χολιγουντιανών αστέρων και της Cinecittà. Αρνείται τον χαρακτηρισμό της μοιραίας; Ο εγωισμός της πληγώθηκε, η καρδιά της στραπατσαρίστηκε, απατήθηκε πολλαπλά από τους συντρόφους της. Μου μίλησε για εκείνη την καθοριστική μέρα στο Μπέβερλι Χιλς που συνειδητοποίησε πόσο σκόρπια μπορεί να είναι η ζωή ενός σταρ και γύρισε σελίδα, επιστρέφοντας στην Αθήνα, για να γνωρίσει τελικά τον άντρα της ζωής της… στον διάδρομο του Ευαγγελισμού. «Δεν είπα ποτέ “δεν βαριέσαι” για να κάνω τη ζωή μου ευκολότερη, και είμαι σίγουρη πως, αν είχα παραμείνει μέτρια, οι άνθρωποι θα μου χαμογελούσαν διαφορετικά σήμερα», τη θυμάμαι να μου λέει μαζί με άλλα.

«Όταν ήμουν μικρή κι άνοιγα την αυλαία από τσουβάλια σταφίδας του αυτοσχέδιου θεάτρου μου, πίστευα πως ο Θεός έχει πιο μεγάλες απαιτήσεις από εμάς στην επαρχία για να μας προσέξει και να μας δεχτεί στη μεγάλη πόλη. Ένα ψέμα στη μητέρα μου και ατσάλινη αποφασιστικότητα με έφεραν από την Κρήτη στην Αθήνα, στη δραματική σχολή και στην Καλών Τεχνών, κι αμέσως μετά οι ιδανικές μου αναλογίες, 99-63-99 με ύψος 1,75, μου χάρισαν το στέμμα της Σταρ Ελλάς, και με ταξίδεψαν στην Αμερική. Εκεί, ενώ θα αρνηθώ το δείπνο με τον Μάρλον Μπράντο, θα ενδώσω στην πρόταση γάμου του Ελληνοαμερικανού επιχειρηματία Νίκου Παπαδάκη, για να γίνω μητέρα, λίγο αργότερα, της μικρής με τα τέσσερα ονόματα (Δήμητρα-Έλλη-Στεφάνη-Σαλώμη), που της τα έδωσα για να έχω την αίσθηση πολύτεκνης. Παρ’ όλα αυτά, θα τολμήσω να ακολουθήσω τα φιλόδοξα όνειρά μου, να ξεφύγω από τις βολικές καταστάσεις και τις γλυκές παγίδες που μου πρόσφερε ο ευκατάστατος γάμος μου για να ταξιδέψω και να εργαστώ ακατάπαυστα τα επόμενα χρόνια σε όλο τον κόσμο.

Στον επόμενο σταθμό, την Ιταλία, κάνω ταινίες με μεγάλους ηθοποιούς και παραγωγούς. Όταν με καλεί ο Φελίνι για την «Ιουλιέτα των πνευμάτων», μου ζητά να κλάψω μόνο από το δεξί μου μάτι. Θα ζήσω την dolce vita της Ρώμης στο παραλήρημά της, θα γνωρίσω τον έρωτα στο πρόσωπο ενός Άγγλου επιχειρηματία, τον οποίο θα πιάσω αργότερα στο κρεβάτι μας με μια άγνωστη. Θα αφήσω πίσω μου έναν μετανιωμένο εραστή, ένα πολυτελές παλάτσο, ακριβά ρούχα, μια λευκή Τζάγκουαρ κι έναν μπάτλερ που με λάτρευε, παίρνοντας μια στραπατσαρισμένη καρδιά, έναν πληγωμένο εγωισμό κι ένα κονσερβαρισμένο χαμόγελο.

Λίγους μήνες αργότερα, στο Μπέβερλι Χιλς, συνειδητοποιώ για πρώτη φορά πόσο σκορπισμένη είναι η ζωή μου. Πως, κυνηγώντας το αύριο, χάνω το σήμερα. Από αγάπη για την άρρωστη μητέρα μου, που με αισθανόταν πάντα σαν έναν πολεμιστή χωρίς πατρίδα, που ανήκε παντού και πουθενά, γυρνάω στην Ελλάδα για να εγκατασταθώ μόνιμα».

Στα 50 της, τότε που τη συνάντησα, παρέμενε πιστή ενσάρκωση του πρότυπου της ωραίας γυναίκας που καθιέρωσε. Πρόσεχε τον εαυτό της, τη διατροφή της. Αυτό που κράτησα είναι οι αβροί της τρόποι, που ίσως εγώ τους μάθω σε μια επόμενη ζωή. Όσο κι αν πίστευα πως η φιλοδοξία ή η ομορφιά γεννούν ματαιοδοξία, η εστεμμένη Ρίκα μού επιβεβαίωνε με την αισιοδοξία, την αστείρευτη ενεργητικότητά της και το δικό της παράδειγμα ότι δεν γίνεται να μην πετύχεις αυτό το οποίο θα επιλέξεις, ότι δεν υπάρχουν όρια στον τόπο, τον χρόνο ή στους τρόπους· σαν ένας πρώιμος δόκτωρ Τζο Ντισπέντζα, γινόταν ένας φάρος στη ζωή μου. Ακόμα και σήμερα, σκέφτομαι με ευγνωμοσύνη αυτή τη γυναίκα, επειδή πίστεψε ότι η ζωή της ήταν απέραντη όσο και το άπειρο, κι ανεβοκατέβηκε κορυφές σαν δρομέας μεγάλων αποστάσεων, κυνήγησε το άπιαστο.

Once upon an image: Αναμνήσεις από τους θρύλους της ασπρόμαυρης εποχής του ελληνικού κινηματογράφου
Ρίκα Διαλυνά © Πηνελόπη Μασούρη

Ρίκα Διαλυνά © Πηνελόπη Μασούρη

Ο κινηματογράφος εγκλωβίζει τους θεράποντές του και το κοινό του. Αυτός προστάζει πώς θα αναπνεύσουν εκατό άνθρωποι μαζί μ’ εκείνον τον έναν μες στη σκοτεινή αίθουσα. Η θνητότητα δεν αγγίζει αυτούς που πραγματικά αγαπήθηκαν, ακολουθώντας έναν δρόμο δύσκολο και ψυχοφθόρο για να είναι οι πρώτοι στον χορό, γιατί το ταλέντο τους τους έσπρωχνε προς τα κει.

Είτε σαν σκιές είτε σαν είδωλα ανεστραμμένου καθρέφτη, τα πρόσωπα που αγαπήθηκαν, περιέργως ακόμα αγαπιούνται. Ο κόσμος κάθεται μπροστά στους δέκτες του για να δει ελληνική ταινία.

Προσωπικά δεν θα μου λυθεί ποτέ η απορία αν η δουλειά μου υπήρξε απλώς ένα εφεύρημα εικονοποίησης του θαυμασμού μου γι’ αυτούς που έβλεπα στο πανί των θερινών σινεμά, όταν έπαιζα, πριν ακόμα πάω νηπιαγωγείο, με τα χαλίκια της πλατείας κάτω απ’ τις πλαστικές φλούο καρέκλες του καλοκαιρινού Αθμόνιον στο ειδυλλιακό Μαρούσι. Σίγουρα κάτι μ’ έπιασε και θέλησα να τους δω μες στην πραγματικότητά τους 20 χρόνια μετά, να γειωθώ. Είχα τότε την περιέργεια να δω πού κατοικεί ο μύθος. Να αποσαφηνίσω με τι υλικά ήταν πλασμένα τα παιδικά μου όνειρα.

Σήμερα, 25 χρόνια μετά, λέω ότι είδα και γνώρισα τα θεάματα από μέσα. Αλλά θα εξακολουθώ να υποστηρίζω τον κάθε μύθο, σε όλες τις εποχές, έστω κι αν είναι σύννεφο, γιατί τον χρειαζόμαστε· χωρίς αυτόν η ζωή δεν μεταφράζεται.

Δειτε περισσοτερα