Μια συζήτηση για το άλμπουμ που ετοίμαζε δέκα χρόνια, τις γυναίκες που την επηρέασαν και τη Eurovision
- CITY GUIDE
- PODCAST
-
17°
Juxtaposition: Το σώμα, η επιθυμία και η εικόνα σε διάλογο
Juxtaposition, το νέο διπλό φωτογραφικό λεύκωμα των iFocus Editions, και η ομότιτλη έκθεση των Βασίλη Μανίκα και Ερίνας Παυλιδάκη.
Στην iFocus Photo Gallery, το Juxtaposition φέρνει κοντά δύο ξεχωριστές φωνές της σύγχρονης φωτογραφίας: τον Βασίλη Μανίκα και την Ερίνα Παυλιδάκη. Η νέα διατομική έκθεσή τους, παράλληλα με το ομότιτλο διπλό φωτογραφικό λεύκωμα των iFocus Editions, δεν δείχνει απλώς φωτογραφίες, τις μετατρέπει σε ζωντανές αφηγήσεις.
Στον χώρο της έκθεσης, το ανδρικό και το γυναικείο βλέμμα συναντιούνται σε έναν διάλογο έντασης, όπου το σώμα και η επιθυμία δεν είναι απλά αντικείμενα θέασης, αλλά πεδίο εμπειρίας, αίσθησης και νοήματος. Οι φωτογραφίες καλούν τον θεατή να αναρωτηθεί, να βιώσει και να συνδεθεί με τα προσωπικά, πολιτικά και υπαρξιακά θέματα που τον απασχολούν.
Βασίλης Μανίκας και Ερίνα Παυλιδάκη μιλούν για την έκθεση και το φωτογραφικό βιβλίο Juxtaposition
Το Juxtaposition συνδυάζει βιβλίο και έκθεση. Πώς προέκυψε αυτή η διπλή μορφή παρουσίασης;
Ερίνα Παυλιδάκη: Η διπλή μορφή προέκυψε από την ανάγκη μας, τη δικιά μου και του Βασίλη, αφού ολοκληρώσαμε το βιβλίο, να επικοινωνήσουμε το έργο μας με έναν πιο άμεσο τρόπο. Θέλαμε να δώσουμε στο κοινό την ευκαιρία να δει τις εικόνες από κοντά, να κατανοήσει τη βαθύτερη σημασία τους και να «ταξιδέψει» μέσα από τις ιστορίες πίσω από κάθε κάδρο, κάτι που το βιβλίο μόνο του δεν μπορούσε να προσφέρει πλήρως. Πιστεύουμε ότι η συνύπαρξη έκθεσης και βιβλίου ήταν ο ιδανικός τρόπος για να παρουσιάσουμε το έργο μας στο κοινό ολοκληρωμένα.
Βασίλης Μανίκας: Τα βιβλία για εμένα είναι πολύ σημαντικά. Αγαπάω, ούτως ή άλλως τα βιβλία, φωτογραφικά και μη. Γιατί τελικά δεν είναι αντικείμενα αλλά εργαλεία διαλόγου και διαμόρφωσης. Οι εκθέσεις είναι επιβεβλημένες για να υπάρξει άμεση επικοινωνία και μια γόνιμη ανταλλαγή απόψεων θεατή και φωτογράφου. Κάποια στιγμή όμως τελειώνουν. Το βιβλίο το έχεις σπίτι σου, το παίρνεις από το ράφι της βιβλιοθήκης σου, το αγγίζεις, το διαβάζεις και τελικά αλληλεπιδράς μαζί του σε μια μαγική διαδικασία. Το θέμα που διαπραγματεύεται το έργο αυτό έχει και κοινωνική χροιά, κατά συνέπεια θεωρήσαμε χρήσιμο να υπάρξει παρουσίαση και με τις δύο μορφές.
Η συνεργασία σας φαίνεται κομβική. Πώς συναντήθηκαν οι δύο καλλιτεχνικές σας ματιές;
Ε.Π.: Γνωριστήκαμε μέσα από σεμινάρια και εκθέσεις, όπου η ρεαλιστική ματιά του Βασίλη με κέρδισε. Μαζί αποφασίσαμε να ενώσουμε τις δυνάμεις μας, και δημιουργήθηκε μια αυθόρμητη ανάγκη να στήσουμε μια φωτογραφική συνομιλία — ένα εγχείρημα βασισμένο στην εμπιστοσύνη και στην επιθυμία μας να εξερευνήσουμε το ίδιο θέμα από δύο διαφορετικές οπτικές γωνίες.
Β.Μ.: Η συνεργασία προέκυψε αυθόρμητα κατά τη διάρκεια μιας τηλεφωνικής επικοινωνίας με την Ερίνα, ένα βράδυ προ δύο ετών περίπου όπου συζητούσαμε ζητήματα που άπτονται του θέματος που διαπραγματευόμαστε στο Juxtaposition καθώς και με αφορμή κάποιες φωτογραφίες. Εκείνη την περίοδο μόλις είχε εκδοθεί το πρώτο μου βιβλίο «In…Between» και βρισκόμουν σε αναζήτηση των επόμενων φωτογραφικών μου εμπνεύσεων. Η έννοια της σεξουαλικότητας και η διερεύνηση της σε βιωματικό επίπεδο με απασχολούσε ανέκαθεν και είχε ήδη αρχίσει να με απασχολεί το πως θα μπορούσε να διερευνηθεί και να αποτυπωθεί φωτογραφικά. Διέκρινα σε κάποιες φωτογραφίες της Ερίνας παρόμοιες ανησυχίες και έτσι γεννήθηκε η ιδέα να το αποδώσουμε φωτογραφικά παράλληλα αλλά συμπληρωματικά, δηλαδή η αντρική και η γυναικεία ματιά σε μια «αντιπαράθεση» αλλά και σε διάλογο.
Υπήρχαν κοινά ερωτήματα που σας απασχολούσαν εξαρχής ή ξεκινήσατε από διαφορετικές αφετηρίες που τελικά συγκλίνουν;
Ε.Π.: Το κεντρικό ερώτημα ήταν η φύση της επιθυμίας και πώς αυτή μεταφράζεται οπτικά από έναν άντρα και μια γυναίκα. Γνωρίζαμε ότι είμαστε διαφορετικοί άνθρωποι και ότι τα πράγματα στο μυαλό μας λειτουργούν διαφορετικά. Αυτή η απορία για το πώς θα εκφραστεί φωτογραφικά ήταν η κινητήριος δύναμη που μας οδήγησε να αναζητήσουμε ενότητα μέσα από τις διαφορές μας.
Β.Μ.: Αρχικά ανταλλάξαμε ερωτήματα και ζητήματα που μας απασχολούν και είδαμε ότι υπήρχε κοινό πεδίο αλλά και αποκλίσεις οι οποίες είχαν να κάνουν με τα βιώματα του καθενός, τα οποία τα εκμυστηρευτήκαμε, σε μια προσπάθεια να αντιληφθούμε καλύτερα ο ένας τον άλλον σαν προσωπικότητες αλλά και να καταλάβουμε πιο ουσιαστικά την θεματική και την φωτογραφική μας προσέγγιση επάνω στο θέμα. Για εμένα, βασικά ερωτήματα που ήταν οδηγός μου σε αυτό το ταξίδι ήταν τα ακόλουθα. Τι με κάνει να στρέφομαι προς την μία ή την άλλη πλευρά; Ποια είναι η σχέση του έρωτα με την σεξουαλικότητα; Υπάρχει αυτή χωρίς αυτόν ή το ανάποδο; Αν ναι με ποια μορφή; Τι ψάχνω και τι με ικανοποιεί; Τι με ολοκληρώνει; Τι με μετουσιώνει; Ποια είναι η σχέση μου με την γυναίκα; Τι διακυμάνσεις και μορφές παίρνει η σεξουαλικότητα, πως εκφράζεται και για ποιον λόγο κάθε φορά; Πως μπορεί να είναι εναρμονισμένη με την κοσμοθέαση μου; Γιατί το σεξ, στην τελική ανάλυση, ενώ αφορά τους πάντες θεμελιωδώς, είναι κοινωνικό ταμπού;
Πώς συνυπάρχουν τα έργα σας στον εκθεσιακό χώρο; Πρόκειται για συνομιλία ή παράλληλες αφηγήσεις;
Ε.Π.: Τα έργα λειτουργούν συμπληρωματικά, δημιουργώντας μια συνολική οπτική αφήγηση. Ο θεατής, μέσα από τα δικά του βιώματα, μπορεί να αναγνωρίσει την ιστορία πίσω από κάθε πλάνο. Ταυτόχρονα, υπάρχουν και παράλληλες αφηγήσεις, προσφέροντας στο κοινό τη δυνατότητα να ανακαλύψει πολλαπλά επίπεδα ανάγνωσης.
Β.Μ.: Τα έργα μας είναι διαφορετικής φωτογραφικής προσέγγισης. Με την κομβική συμβολή της επιμελήτριάς μας Δώρας Λαβαζού, θεωρώ ότι συμβαίνουν και τα δύο. Τα έργα μας είναι παράλληλα αλλά με κάποιον τρόπο εφάπτονται και συνομιλούν και έρχονται κάπου εκεί στο κέντρο να «αγγίξει» το ένα το άλλο, να έρθουν αντιμέτωπα –Juxtaposition– και τελικά να λειτουργήσουν συμπληρωματικά.
Και τα δύο έργα διερευνούν την επιθυμία. Τι σημαίνει για εσάς η επιθυμία μέσα στη σημερινή κοινωνία;
Ε.Π.: Στη σύγχρονη κοινωνία, η επιθυμία συχνά μοιάζει με ένα επιφανειακό φαίνεσθαι, μια «βιτρίνα» χωρίς βάθος και αλήθεια. Κινείται με όρους βουλιμικής κατανάλωσης, χάνοντας την ουσία και την ανάγκη για μια πραγματική, εσωτερική ένωση. Για μένα, όμως, η επιθυμία είναι κάτι πολύ βαθύτερο: είναι η προσπάθεια να αντικρίσεις έναν ξένο κόσμο και να τον εναρμονίσεις με τον δικό σου. Είναι η δύναμη που ανυψώνει την ψυχή και την τείνει προς το θείο, μετατρέποντας την ανάγκη σε συγκίνηση. Τελικά, η επιθυμία δεν είναι απλή παρόρμηση, αλλά πηγή που τροφοδοτεί τα πιο ισχυρά συναισθήματα και μας εξελίσσει.
Β.Μ.: Η επιθυμία στην σημερινή κοινωνία είναι δυστυχώς εν πολλοίς επιτηδευμένη και καθοδηγούμενη, από διάφορους κοινωνικούς μηχανισμούς (κοινωνική μηχανική) και φυσικά μάρκετινγκ. Η θέληση όμως είναι κάτι πιο βαθύ και έχει να κάνει με το να αφουγκραστεί κάποιος τον πραγματικό του εαυτό και να καλύψει τις πραγματικές του ανάγκες. Στο βάθος της προσωπικότητάς μας οι επιθυμίες και οι ανάγκες χρειάζεται να συγκλίνουν διότι αποτελούν βασικό κομμάτι της έννοιας της αυτοπραγμάτωσης. Το ίδιο ισχύει φυσικά και για τις σεξουαλικές επιθυμίες.
Πώς διαχειρίζεστε τη σχέση ανάμεσα στην προσωπική εμπειρία και τους κοινωνικούς κανόνες γύρω από το σώμα και τη σεξουαλικότητα;
Ε.Π.: Μεγάλωσα σε μια κοινωνία γεμάτη ισχυρά «πρέπει». Η προσωπική εμπειρία κάθε γυναίκας συνδέεται άρρηκτα με αυτούς τους κανόνες. Ακόμα και σήμερα, υπάρχουν αόρατα στερεότυπα που συνοδεύουν τους ρόλους μας — μητέρας, συντρόφου, επαγγελματία — και λειτουργούν ως εσωτερικός εγκλωβισμός. Μέσα από τη φωτογραφία επιδιώκω την αποκάλυψη: να δείξω ότι μια γυναίκα μπορεί να διεκδικήσει την κυριότητα του σώματός της και να νιώσει απελευθερωμένη. Το σώμα γίνεται φορέας μνήμης, αποτυπώνοντας ιστορίες γυναικών που βίωσαν καταπίεση και αναζήτησαν λύτρωση. Για μένα, η τέχνη είναι διαδικασία συναισθηματικής αποσυμπίεσης και δήλωση ελευθερίας απέναντι σε κάθε περιορισμό.
Β.Μ.: Όλα έχουν να κάνουν με την ενδοσκόπηση, την εξερεύνηση του εαυτού και τελικά την αποδοχή του, η οποία τελικά είναι και το κλειδί. Δε με απασχολούν διόλου οι κοινωνικοί κανόνες σε αυτό το ζήτημα εφόσον δεν θίγω ή δεν κάνω κακό σε άλλους ανθρώπους. Η κοινωνία χρειάζεται ψυχικά και σωματικά υγιείς ανθρώπους και όχι καταπιεσμένους. Θεωρώ ότι εάν ο καθένας εξέφραζε πολύ πιο ελεύθερα την σεξουαλικότητά του, βάζοντας πάντα συνειδητά αλλά ευμετάβλητα όρια, η κοινωνία μας θα γλίτωνε πολλές από τις ψυχοπαθολογίες της. Προσοχή, εδώ δεν υπονοώ τις, πολλές φορές καθοδηγούμενες, τάσεις που επικρατούν τα τελευταία χρόνια με την woke ατζέντα αλλά μία μυητική διαδικασία σταδιακής γνωριμίας και επίγνωσης της προσωπικής σεξουαλικότητας του καθενός.
Στο έργο εμφανίζεται η έννοια της ευαλωτότητας. Για εσάς είναι ένδειξη δύναμης ή αδυναμίας;
Ε.Π.: Η ευαλωτότητα είναι για μένα η μεγαλύτερη δύναμη. Απαιτείται τεράστιο θάρρος για να σταθείς «γυμνός», κυριολεκτικά και μεταφορικά, και να μιλήσεις για αλήθειες που οι άλλοι αποφεύγουν. Στην τέχνη μου, η ευαλωτότητα είναι το κλειδί της σύνδεσης με τον θεατή. Αν δεν είσαι ευάλωτος, δεν μπορείς να νιώσεις τον άλλον και, αν δεν νιώσεις, δεν μπορείς να προχωρήσεις μπροστά. Είναι πράξη ελευθερίας: το να μη φοβάσαι να δείξεις ποιος ή ποια πραγματικά είσαι.
Β.Μ.: Δεν θα έλεγα της ευαλωτότητας αλλά της ευαισθησίας. Η ευαισθησία είναι πλεονέκτημα για τον άνθρωπο γιατί εάν είναι ευαίσθητος μπορεί να αλληλεπιδράσει καλύτερα με τον κόσμο και τα ερεθίσματα γύρω του. Όσον αφορά στην σεξουαλικότητα αυτό σημαίνει να μπορεί να είναι ανοιχτός στις πραγματικές του ανάγκες, ξέχωρα από τις κοινωνικές επιταγές και ταμπού. Να τις λαμβάνει υπόψη έχοντας σαν κριτήριο την προσωπική του πληρότητα και όχι ότι επιτάσσει η κοινωνία, σεβόμενος τους συνανθρώπους του και έχοντας πάντα την κοινή αποδοχή των ατόμων που εμπλέκονται στην όποια σεξουαλική δραστηριότητα.
Το Juxtaposition προσεγγίζει τη σεξουαλικότητα ως δημιουργική δύναμη. Πώς συνδέεται αυτό με τη δική σας πρακτική;
Ε.Π.: Η σεξουαλικότητα στην πρακτική μου δεν είναι ένστικτο εκτόνωσης, αλλά πνευματική και γονιμοποιός δύναμη. Αναζητώ συμβολισμούς του υποσυνείδητου και τον τρόπο που εκφράζονται μέσω του σώματος. Αν «απογυμνώσουμε» τη σεξουαλικότητα από την επιφανειακή, βουλιμική της μορφή, ανακαλύπτουμε την ιερότητά της. Είναι η αρχέγονη δύναμη που ενώνει τα αντίθετα για να δημιουργήσει πληρότητα — ο «Έρωτας» με την ευρύτερη έννοια. Μέσα από το έργο μου, θέλω να επαναφέρω τη σεξουαλικότητα ως πράξη δημιουργίας και πνευματικής ανάτασης.
Β.Μ.: Πιστεύω ακράδαντα ότι η σεξουαλικότητα είναι δημιουργική δύναμη. Δυστυχώς για πολλούς αιώνες και για λόγους κοινωνικής τιθάσευσης και όχι μόνο, η προσέγγιση ήταν ακριβώς η αντίθετη, ειδικά στις λεγόμενες δυτικές κοινωνίες αλλά και στην εγγύτερη ανατολή. Εάν διαβάσετε σχετική βιβλιογραφία θα διαπιστώσετε ότι αυτό δεν ίσχυε σε αρχαιότερους πολιτισμούς αλλά ούτε και σε αυτούς της Νοτιανατολικής Ασίας, καθώς και σε αυτόχθονες φυλές της Αμερικής και της Αφρικής οι οποίοι είχαν μια προσέγγιση τελείως διαφορετική και αντιλαμβάνονταν την σεξουαλικότητα ως δημιουργική δύναμη και σαν πηγή ζωής και χαράς. Ο άνθρωπος είναι το μοναδικό ζώο στην βιολογική αλυσίδα το οποίο έχει αναγάγει μια γενεσιουργό πράξη σε πράξη και τέχνη ηδονής και αυτό από μόνο του αποτελεί κατάκτηση την οποία οφείλουμε να την ασπαστούμε, να την διαφυλάξουμε και να την εξερευνήσουμε ο καθένας μόνος του και σύμφωνα τις προσωπικές του επιθυμίες.
Στην Ερίνα, η γυναικεία παρουσία υπερβαίνει κοινωνικά επιβεβλημένους ρόλους. Στον Βασίλη, η ανδρική σεξουαλικότητα αντιμετωπίζεται ως πεδίο αντιφάσεων. Ποιες είναι οι πιο σημαντικές αντιφάσεις που ανακαλύψατε;
Ε.Π.: Οι βαθύτερες αντιφάσεις βρίσκονται στην ίδια την «απόσταση» της ματιάς μας. Ο Βασίλης καταγράφει την ανδρική σεξουαλικότητα ρεαλιστικά, στο «εδώ και τώρα», ενώ εγώ αναμετριέμαι με τον χρόνο και τις μνήμες μου. Η μεγαλύτερη αντίφαση είναι η σύγκρουση μεταξύ ένστικτου και μνήμης: ο Βασίλης βλέπει έξω, εγώ εσωτερικά. Παρά τις διαφορετικές προσεγγίσεις, συναντιόμαστε στην ανάγκη να μιλήσουμε για τον «Έρωτα» και πώς αυτός μεταφράζεται σήμερα.
Β.Μ.: Η αντίφαση στην οποία αναφέρεστε είναι για μένα οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Συμπληρώνουν η μία την άλλη και δεν μπορεί να υπάρχει η μία ξέχωρα από την άλλη. Το ενστικτώδες και το ζωώδες αλλά και η ευαισθησία και η πνευματική προσέγγιση – βλέπε tantra – της σεξουαλικής διαδικασίας είναι δύο καταστάσεις που συνυπάρχουν στον άνθρωπο και εάν δεν ειδωθεί και από τις δύο αυτές αλληλοσυμπληρούμενες πλευρές θεωρώ ότι είναι ανολοκλήρωτη. Η Ερίνα, σαν γυναίκα, είναι λογικό το ότι εστιάζει στους κοινωνικά επιβεβλημένους ρόλους που η κοινωνία έχει επιβάλλει στην γυναίκα.
Το σώμα σε αυτά τα έργα δεν είναι αντικείμενο, αλλά φορέας νοήματος. Πώς επιτυγχάνεται αυτή η μεταφορά μέσα από τη φωτογραφία;
Ε.Π.: Το σώμα σταματά να είναι απλώς σχήμα και γίνεται συναίσθημα. Μέσα από σκηνοθεσία, φως και σκιά, το σώμα μετατρέπεται σε αφήγηση και σύμβολο που ενώνει. Στόχος μου είναι να «ξυπνήσω» βιώματα στους θεατές και να δείξω ότι το σώμα μας δεν είναι αντικείμενο, αλλά τόπος που κουβαλά όλη την αλήθεια μας.
Β.Μ.: Το σώμα είναι πολύ σημαντικό αλλά είναι το ορατό κέλυφος. Η εσωτερικότητά μας και ειδικά στο ζήτημα που διαπραγματευόμαστε, είναι κάτι που δεν μπορεί να φανεί εύκολα μέσω της φωτογραφικής απόδοσης, παρά μόνο έμμεσα, ακόμη και μέσω συμβολισμών καθώς και να υπονοηθεί. Αυτό ήταν και το μεγάλο στοίχημα και οι προβληματισμοί μας στην αρχή αλλά και καθ’ όλη τη διάρκεια του έργου αυτού. Προσωπικά, προσπάθησα να ξεπεράσω αυτόν τον, κομβικής σημασίας, σκόπελο προσεγγίζοντας φωτογραφικά και τις δύο πλευρές της ανθρώπινης σεξουαλικότητας οι οποίες, όπως προανέφερα, περιλαμβάνουν και ζωώδη ένστικτα αλλά και πλευρές ευαισθησίας και ρομαντισμού και πάντα με κριτήριο την φωτογραφική μου παιδεία και την – θέλω να πιστεύω – δημιουργία εικόνων με όσο γίνεται υψηλότερη φωτογραφική αξία. Η βιωματική προσέγγιση σε μεγάλο μέρος των φωτογραφιών μου υπήρξε για μένα ένας θεμελιώδης οδηγός στο να παραχθεί ένα αποτέλεσμα αυθεντικό και αληθινό, κάτι που θεωρούσα καίριας σημασίας.
Ο έρωτας εμφανίζεται ως διαδικασία γονιμοποίησης — όχι μόνο βιολογικής, αλλά και συναισθηματικής και πνευματικής. Τι σημαίνει αυτό για εσάς;
Ε.Π.: Για μένα, γονιμοποίηση είναι η γέννηση ενός νοήματος. Όταν δύο ψυχές συναντιούνται με σεβασμό, δημιουργούν έναν νέο κόσμο. Αυτή η διαδικασία με βοήθησε να γεννήσω μια νέα εκδοχή του εαυτού μου, πιο συμφιλιωμένη με την επιθυμία και την ιστορία μου. Ο έρωτας είναι η δύναμη που μας οδηγεί πέρα από την επιφάνεια.
Β.Μ.: Ο έρωτας για εμένα υπήρξε και συνεχίζει να είναι ένα πεδίο εξερεύνησης του εαυτού. Το βιολογικό και το πνευματικό κομμάτι, εμπεριέχονται αλληλένδετα στον άνθρωπο και δε μπορεί να είναι διαφορετικά εάν μιλάμε για μία οντότητα η οποία αντιλαμβάνεται τον εαυτό της ολιστικά. Δεν είναι ξέχωρα αλλά διεισδύουν το ένα στο άλλο με πολλαπλούς συνδυασμούς. Δυστυχώς τις τελευταίες δεκαετίες η πλάστιγγα έχει γύρει στην βιολογική – υλιστική προσέγγιση και αυτό θεωρώ ότι είναι αιτία για πολλές ψυχοπαθολογίες των μοντέρνων κοινωνιών και κατ΄ επέκταση πολλών ανθρώπων. Θεωρώ ότι θα πρέπει οι δύο αυτές πλευρές να λειτουργούν συμπληρωματικά, κάποιες φορές με περισσότερη εστίαση στην μία ή στην άλλη. Πάντα όμως θα πρέπει να είναι αλληλοσυμπληρούμενες.
Πώς η συνεργασία σάς επιτρέπει να δείτε τη δική σας πρακτική μέσα από τα μάτια του άλλου;
Ε.Π.: Ήταν μια αποκαλυπτική διαδικασία αυτογνωσίας. Εγώ χρησιμοποιώ τη σκηνοθετημένη φωτογραφία και το αυτοπορτρέτο θεραπευτικά, ενώ ο Βασίλης την άμεση φωτογραφία δρόμου. Παρατηρώντας τη δυναμική της δουλειάς του, συνειδητοποίησα τη δύναμη του υπονοούμενου στη δική μου πρακτική, δημιουργώντας έναν χώρο όπου η εικόνα αναπνέει μέσα από το συναίσθημα.
Β.Μ.: Εάν εννοείτε την φωτογραφική πρακτική θεωρώ ότι και οι δύο είδαμε με πολύ μεγάλο ενδιαφέρον και έκπληξη πως μπορεί να αποδοθεί το θέμα του σεξ φωτογραφικά με δύο ανόμοιες φωτογραφικές πρακτικές, διότι της Ερίνας είναι εννοιολογική σε αμιγώς ελεγχόμενο περιβάλλον ενώ η δική μου, με καταβολές φωτογράφου δρόμου, τελείως διαφορετική προσπαθώντας να «πιάσω» τη στιγμή και να αποδώσω νόημα σε έναν μονίμως μεταβαλλόμενο σκηνικό. Αυτό ήταν για μένα μεγάλη πρόκληση εφόσον στο βιβλίο μου εμπεριέχεται ένας σημαντικός αριθμός από φωτογραφίες, πέραν των φωτογραφιών δρόμου που αφορούν στο θέμα μας, βιωματικού χαρακτήρα, με την κυριολεκτική έννοια του όρου, αλλά με την ίδια φωτογραφική προσέγγιση που πρεσβεύω, έχοντας πάντα κριτήριο να ξεπεράσουν την απλή καταγραφική απεικόνιση.
Η έννοια του «ιερού» και του δημιουργικού στην επιθυμία εμφανίζεται κυρίως στο έργο της Ερίνας. Πώς συνδέεται αυτό με τη ματιά του Βασίλη;
Ε.Π.: Η φωτογραφία για μένα είναι μια σχεδόν μυστικιστική διαδικασία. Η «ιερότητά» μου πηγάζει από την ηρεμία, την ομορφιά και την ανάγκη για βαθιά επικοινωνία πριν από κάθε απελευθέρωση. Ο Βασίλης, αντίθετα, βρίσκει την ιερή δημιουργικότητα στη δύναμη και την ένταση, με ειλικρινή απελευθέρωση χωρίς ταμπού. Η σύνδεσή μας βρίσκεται στο πώς δύο διαφορετικές αφετηρίες — η ηρεμία μου και η ορμή του — αναζητούν την ίδια αλήθεια στην ανθρώπινη επαφή.
Β.Μ.: Η έννοια του ιερού για μένα έχει να κάνει όχι με την θρησκευτικότητα αλλά με την έννοια της ηθικής. Καθώς η ηθική είναι, ή θα έπρεπε να είναι, μια καθαρά προσωπική κατάσταση, η οποία φυσικά είναι ευμετάβλητη με το πέρας του χρόνου αλλά και προφανώς επηρεαζόμενη από εξωτερικούς παράγοντες, θεωρώ ότι το ιερό ενυπάρχει στις φωτογραφίες μου εάν κάποιος της δει χωρίς το παραμορφωτικό πρίσμα των κοινωνικών ταμπού. Το φαινομενικά πρόστυχο μπορεί να είναι ιερό και το φαινομενικά ιερό μπορεί να είναι σάπιο εκ των έσω. Όλα έχουν να κάνουν με την πραγματική και συνειδητή επιθυμία και αποδοχή.
Τι ρόλο παίζει η αφήγηση και η αλληλουχία των εικόνων στο βιβλίο και στην έκθεση; Προσπαθείτε να δημιουργήσετε διάλογο με τον θεατή;
Ε.Π.: Η αλληλουχία είναι το «ξετύλιγμα του μυστικού». Στο βιβλίο και στην έκθεση, η σειρά των εικόνων ακολουθεί μια συναισθηματική ροή. Θέλω ο θεατής να νιώσει ότι μπαίνει σε ένα δωμάτιο όπου οι εικόνες του μιλούν προσωπικά. Ο διάλογος με τον θεατή είναι ο τελικός στόχος: οι φωτογραφίες μου να γίνουν καθρέφτης για τις δικές του αναζητήσεις.
Β.Μ.: Η διάταξη, η αλληλουχία και ο διάλογος των φωτογραφιών μεταξύ τους είναι καίριας σημασίας, τα δύο βιβλία «κοιτιούνται» σε… Juxtaposition (Αντιπαράθεση) και «συνομιλούν» μεταξύ τους. Η γυναικεία με την ανδρική ματιά σε διάλογο και επαναπροσδιορισμό. Το ίδιο μπορεί να δει κάποιος ακόμη και από τα εξώφυλλα τα οποία είναι σε διάλογο και ουσιαστικά είναι αντιμεταθετικά. Ο θεατής τοποθετείται κάπου ανάμεσα και καταλυτικά παίζει τον δικό του ρόλο σε αυτόν τον διάλογο.
Τι θα θέλατε να πάρει μαζί του ο θεατής φεύγοντας; Πώς θέλετε να αισθανθεί ή να αναρωτηθεί;
Ε.Π.: Θα ήθελα ο θεατής να πάρει την αίσθηση της αποδοχής. Να αναρωτηθεί: «Πόσο χώρο δίνω στον εαυτό μου να επιθυμεί χωρίς ενοχές; Πώς μπορώ να συνυπάρξω με σεβασμό με τον άνθρωπο απέναντί μου;». Θέλω να νιώσει την ευαλωτότητα ως δύναμη και να αντιληφθεί ότι η σεξουαλικότητα, όταν συνδέεται με πνευματικότητα, γίνεται πράξη ιερή. Φεύγοντας, να αντικρίσει τη σιωπηλή αλήθεια που κρατάμε μέσα μας και να τολμήσει να την αφήσει να εκφραστεί — η πιο αληθινή συνάντηση με τον εαυτό.
Β.Μ.: Η εργασία αυτή είναι πέρα από βιωματική, ένα μήνυμα προς τον συνάνθρωπο και μια έκκληση προς τον καθένα να καταδυθεί βαθιά μέσα του, να αφουγκραστεί τον εαυτό του και τις ενδόμυχες και καλά κρυμμένες ανάγκες του στον τομέα αυτό και με εφόδιο την επίγνωσή τους να αναδυθεί πιο συνειδητοποιημένος και πιο έτοιμος να διεκδικήσει τα θέλω του, τις επιθυμίες και τους στόχους του.
Info
Juxtaposition στην iFocus Photo Gallery
Φωτογράφοι: Βασίλης Μανίκας, Ερίνα Παυλιδάκη
Επιμέλεια: Δώρα Λαβαζού
Εκτυπώσεις και παραγωγή βιβλίου: Macart
Εγκαίνια: 18 Απριλίου 2026, 19:30
Διάρκεια: 18 – 24 Απριλίου 2026 (κλειστά στις 23 Απριλίου)
Ώρες λειτουργίας: 17:00 – 21:00
Δειτε περισσοτερα
Βασίλης Μανίκας και Ερίνα Παυλιδάκη μιλούν για την κοινή τους έκθεση στην iFocus Photo Gallery
Κυκλοφόρησε το νέο της άλμπουμ «Shame» και μιλάει στην ATHENS VOICE πριν το ιδιαίτερο live party στον πολυχώρο ΦΙΑΤ
Η Μάγκυ Κριθαρέλλη έγραψε ένα βιβλίο για τον καπνό, την ιστορία του, και την σύνδεσή του με την Ιστορία της Καβάλας
Η ιατρός που εφαρμόζει το lifestyle medicine εξηγεί γιατί αλλάζουν όσα ξέραμε για την υγεία
Δύο νέοι άνθρωποι περιγράφουν τη μάχη της αποκατάστασης και τη δύσκολη προσπάθεια να χτιστεί μια ζωή από την αρχή