Φωτογραφια

«Worry less / think positive»: Φωτογραφίζοντας την καθημερινότητα μιας δημόσιας υπηρεσίας

Η φωτογράφος Αλέκα Τσιρώνη μιλάει στην ATHENS VOICE για την «υποχρεωτικότητα» της αισιοδοξίας στο γραφείο
Δώρα Λαβαζού
8’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Worry less / think positive: Η Αλέκα Τσιρώνη φωτογραφίζει την καθημερινότητα των υπαλλήλων σε έναν χώρο οικείο αλλά ταυτόχρονα άγνωστο στο ευρύ κοινό

Η συνέντευξη που ακολουθεί πραγματοποιήθηκε με αφορμή την πρόσφατη φωτογραφική έκθεση της Αλέκας Τσιρώνη στη Θεσσαλονίκη, η οποία, αν και έχει πλέον ολοκληρωθεί, εξακολουθεί να θέτει καίρια ερωτήματα γύρω από την εικόνα της εργασιακής καθημερινότητας. Στο έργο της, η φωτογράφος στρέφει το βλέμμα σε έναν κατεξοχήν οικείο αλλά ελάχιστα «ορατό» χώρο, αυτόν των δημόσιων υπηρεσιών.

Μέσα από μια διαδικασία παρατήρησης και συστηματικής καταγραφής, αναδεικνύει τις αντιφάσεις που διαπερνούν αυτούς τους χώρους, ανάμεσα στο προσωπικό και το απρόσωπο, την ανάγκη έκφρασης και την επιβολή της ομοιομορφίας. Η φράση «Worry less / think positive», που διατρέχει το έργο ως μοτίβο, λειτουργεί τελικά ως ένα ειρωνικό σχόλιο πάνω στις συνθήκες εργασίας, την ψυχολογία των εργαζομένων και την ίδια την έννοια της προσαρμογής.

Η συνομιλία που ακολουθεί φωτίζει τις προθέσεις, τις εμπειρίες και τις σκέψεις της φωτογράφου, συγκροτώντας παράλληλα ένα αφήγημα για τον σύγχρονο εργασιακό χώρο, ένα αφήγημα που κινείται ανάμεσα στο τεκμήριο και την υποκειμενική ματιά.

Ο τίτλος «Worry less / think positive» μοιάζει να κουβαλά μια δόση ειρωνείας. Πώς συνδέεται με το περιβάλλον που φωτογραφίζετε;
Αυτή η φράση ήταν εκτυπωμένη σε απλά χαρτιά μεγέθους Α4 και επικολλημένη με σελοτέϊπ σε πολλά σημεία των χώρων του τμήματος, στο οποίο εργάζομαι. Η υπηρεσία μου, στα χρόνια της μεγάλης οικονομικής κρίσης, δεχόταν ιδιαίτερα αυξημένο αριθμό συναλλασσόμενων, που προσέρχονταν για διευκρινίσεις για τις περικοπές στις αποδοχές, που είχαν υποστεί βάσει «μνημονιακών» νόμων και φυσικά για να διαμαρτυρηθούν, πολλές φορές εύλογα με οξύ τρόπο. Επίσης, ήταν και η εποχή που ξεκίνησε να εκδηλώνεται φανερά πλέον και η καλλιεργημένη «αντιπαλότητα» μεταξύ δημόσιων και ιδιωτικών υπαλλήλων. Μέσα σ’ αυτό το κλίμα, η φράση αυτή μόνο ειρωνικά μπορούσε να διαβαστεί, αν και αμφιβάλλω ότι η πρόθεση ήταν αυτή. Υποθέτω ότι είχε μάλλον μια κατευναστική στόχευση, μια τάση να υπενθυμίσει ότι προτεραιότητα έχει η ψυχική ηρεμία των εργαζόμενων στην υπηρεσία. Ακόμη κι έτσι να ήταν, όμως, λειτουργούσε εξίσου ειρωνικά, μια που αφενός υποκρύπτει μια υποχρεωτικότητα wellness, θαρρείς κι αυτό είναι όχι μόνο ηθικό μας χρέος αλλά και εργασιακό, αφ’ ετέρου γιατί προϋποθέτει ότι ο εργαζόμενος είναι αμέτοχος και ανεπηρέαστος από τα τεκταινόμενα γύρω του.

Πότε αρχίσατε να παρατηρείτε αυτή τη συνύπαρξη προσωπικού και απρόσωπου μέσα στον χώρο εργασίας;
Εργασιακά προερχόμουν από έναν μικρό φορέα, ο οποίος συγχωνεύτηκε το 2015 σε έναν κατά πολύ μεγαλύτερο, αφού οι εργαζόμενοι τεθήκαμε σε καθεστώς διαθεσιμότητας, μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας. Στην αρχική υπηρεσία μου ήμασταν 15 συνάδελφοι, ενώ στη νέα, στεγαζόμενη σε ένα πολυώροφο κτίριο και πριν τις διασπάσεις που ακολούθησαν, ήμασταν περίπου 250. Παρότι το κτίριο είναι εξαόροφο, η συνύπαρξη μέρους του αρχείου και υπαλλήλων είναι προβληματική, σε βάρος και των δύο. Για μένα ήταν συνολικά μια άσχημα εντυπωσιακή συνθήκη εργασίας χωροταξικά. Πέρα από αυτό, ως πολίτης και η ίδια που συναλλάσσομαι με το δημόσιο και το ευρύτερο δημόσιο, με ενδιέφερε πάντα η εικόνα που προσπαθούσαν να διαμορφώσουν στον χώρο εργασίας οι υπάλληλοι, στο βαθμό βέβαια που αυτό είναι «αποδεκτό» ή έστω ανεκτό από τον εκάστοτε εργοδότη.

Πώς επηρέασε η δική σας εμπειρία ως εργαζόμενη τη ματιά σας ως φωτογράφος;
Συνηθίζω να φωτογραφίζω μετά από πολλή παρατήρηση του θέματος και κατά κανόνα όχι αυθόρμητα. Με ενδιαφέρει να κατανοήσω τις παραμέτρους που δημιουργούν αυτό που αντικρίζω. Η καθημερινή εργασιακή μου παρουσία με εξοικείωσε αυτονόητα με τους χώρους, στους οποίους κινούμαι, αλλά και με τους συναδέλφους και τις προτιμήσεις τους. Έτσι είχα τη δυνατότητα να «ξεσκαρτάρω» το βλέμμα μου από τα περιττά και να επικεντρωθώ στο αντικείμενο του ενδιαφέροντός μου.

Τα αντικείμενα που επιλέγετε να φωτογραφίσετε είναι συχνά «κοινοί τόποι». Τι σας ελκύει σε αυτά;
Οι δυνατότητες παρέμβασης στον χώρο από τους εργαζόμενους είναι ελαχιστότατες έως μηδενικές. Εν μέρει αναγκαστικά η επιλογή των «στολισμών» τους θα έχει τον χαρακτήρα του ουδέτερου, του μέσου όρου αισθητικά, του συνηθισμένου έως και αδιάφορου. Το κοινότυπο αποτελεί ένα νοητά απαράβατο μέτρο, από το οποίο δεν μπορεί κάποιος εύκολα να αποκλίνει, πιθανά να μην ενδιαφέρεται και να το πράξει, σα να θέλει να εξοικειώσει το περιβάλλον του αλλά όχι και πάρα πολύ.

Ενώ αυτά τα στοιχεία μοιάζουν να δηλώνουν προσωπικότητα, στο έργο σας λειτουργούν σχεδόν αντίστροφα. Είναι τελικά μια ψευδαίσθηση ταυτότητας;
Οι ίδιες οι δημόσιες υπηρεσίες είναι «μη τόποι» εξ ορισμού. Είναι διοικητικά και γραφειοκρατικά χωρικά κελύφη, τα οποία δεν προορίζονται για ανάπτυξη προσωπικών σχέσεων, αλλά για την ολοκλήρωση των διαδικασιών με τον γρηγορότερο και αποτελεσματικότερο τρόπο. Το ίδιο συμβαίνει και στις τράπεζες, τα αεροδρόμια κλπ. Ο μεγάλος πληθικός αριθμός εικόνων από ειδυλλιακά τοπία, ονειρικά ηλιοβασιλέματα, γραφικά κτίρια, που συνήθως είναι τυπωμένες σε ευτελές υλικό ή προέρχονται από ημερολόγια προηγούμενων ετών, οι πλαστικοποιημένες «εικόνες» θρησκευτικού χαρακτήρα ή θρησκευτικά σύμβολα που υπάρχουν σχεδόν παντού, οι παιδικές ζωγραφιές αποκομμένες από το μπλοκ ζωγραφικής, τα φυτά στις γλάστρες που ταλαιπωρούνται μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας, εκπληρώνουν μεν την συνθήκη του μπανάλ ως ανεκτού κοινότυπου, αλλά εξαφανίζουν ολότελα το όποιο στοιχείο προσωπικής επιλογής. Η χρήση αυτών των στερεοτυπικών εικονιστικών στοιχείων, αντίθετα, επιτείνει την ομοιομορφία. Εξάλλου, όταν η συνύπαρξη είναι αναγκαστική, όπως συμβαίνει σε κάθε δουλειά, η τάση είναι ο καθένας να λειαίνει τις «γωνίες» του και να ενσωματώνεται. Ένα ίσως ενδιαφέρον σημείο θα ήταν η σύνδεση χωρικά των υψηλότερων ορόφων με την αισθητική κύρους, που προέρχεται από την θέση διευθυντών ή διοικητικών. Εκεί υπήρχε η περίπτωση να δει κάποιος πρωτότυπα ζωγραφικά έργα ανάλογης βέβαια θεματολογίας, τοποθετημένα σε ακριβές και βαριές κορνίζες, χαλιά κλπ, αντίθετα με τους χαμηλότερους ορόφους που δέχονται το βάρος των συναλλαγών και της προσέλευσης του κοινού, όπου τα υλικά είναι ευτελή και τοποθετημένα με άναρχο ή τυχαίο τρόπο.

Πιστεύετε ότι η ανάγκη να «διακοσμήσουμε» τον χώρο εργασίας είναι μια μορφή αντίστασης ή προσαρμογής;
Είναι, κατά την γνώμη μου, μια ψυχολογική ανάγκη να ενσωματωθούμε, να τοποθετήσουμε τον εαυτό μας σε έναν χώρο και να τον μετατρέψουμε σε τόπο, με τον οποίο συνδεόμαστε ή θέλουμε να συνδεθούμε. Είναι κι ένας τρόπος να επικοινωνήσουμε στους άλλους τα «γούστα» μας, τις αντιλήψεις μας, ακόμη και τις πεποιθήσεις, προκειμένου να βρούμε κοινά σημεία επαφής. Η υποχρεωτικότητα της συνύπαρξης όμως, που προανέφερα, με συναδέλφους διαφορετικού χαρακτήρα, πεποιθήσεων, στόχων κλπ δεν είναι εύκολη διαδικασία, αντίθετα πολλές φορές μπορεί να οδηγήσει σε τριβές και εντάσεις, ιδίως όταν υπάρχει ένταση εργασίας. Βέβαια, συχνά αναπτύσσονται φιλικές και κοινωνικές σχέσεις, που μένει να δοκιμαστούν στο χρόνο. Νομίζω τελικά ότι, ενώ αυτή η ανάγκη διακόσμησης εκκινεί από την επιθυμία εξοικείωσης του χώρου, μέσω της μαζικοποιημένης αισθητικής καταλήγει όχι απλώς σε προσαρμογή, αλλά σε «μαύρη τρύπα».
Η χρήση στοιχείων μαζικοποιημένης αισθητικής μου προκαλεί ξενότητα. Είναι ασφαλώς γνώριμες, αλλά μέσω της ατελείωτης επανάληψής τους μου δημιουργούν ανησυχία και μια αίσθηση αλλόκοτου, παράξενου. Χωρίς αποκλίσεις ή κορυφώσεις, λειτουργούν μάλλον ισοπεδωτικά, ενώ ίσως προορίζονται για κάτι άλλο που προσδοκάται αλλά δεν εκπληρώνεται, μένει σε ένα μεταίχμιο. Φωτογραφίζω συστηματικά και επαναλαμβανόμενα αυτά τα στοιχεία, δημιουργώντας ένα αρχείο, μια τεκμηρίωση μιας παραλληλίας του εργασιακού βίου από τα έσω, ένα είδος ψευδο-ντοκουμέντου, με την έννοια της υποκειμενικότητας.

Κατά τη διάρκεια της φωτογράφισης, υπήρχε κάποιο σημείο που σας προβλημάτισε ηθικά ή προσωπικά, για παράδειγμα να μην δείξετε συγκεκριμένα αντικείμενα ή πρόσωπα; Πώς αποφασίζετε τι «μπορεί» και τι «δεν μπορεί» να εμφανιστεί;
Όχι, κανένα. Ο κανόνας είναι απλός: όχι φωτογραφίες ανηλίκων, όχι φωτογραφίες προσώπων χωρίς τη συναίνεσή τους, όχι υπηρεσιακά έγγραφα που αποκαλύπτουν προσωπικά στοιχεία συναλλασσόμενων.

Σε έναν χώρο εργασίας, ακόμα και αν δεν εμφανίζονται πρόσωπα, τα αντικείμενα και οι τοποθετήσεις τους μπορεί να αποκαλύπτουν προσωπικές πληροφορίες. Σκεφτήκατε πώς να προστατέψετε την ιδιωτικότητα των συναδέλφων σας;
Ας μην ξεχνάμε ότι εξ ορισμού δεν υφίσταται η έννοια της ιδιωτικότητας στους χώρους εργασίας, εκτός μόνο από τους χώρους υγιεινής. Ο εκάστοτε εργοδότης, όμως, έχει την υποχρέωση και νομικά να προστατεύει τα προσωπικά δεδομένα των υπαλλήλων του. Οι υπάλληλοι, από την άλλη, δηλώνουν οι ίδιοι την παρουσία τους κι οτιδήποτε αυτό σημαίνει, μέσω των «διακοσμήσεων» σε κοινή θέα, όπως περιγράψαμε. Ας πάρουμε κι ένα απλοϊκό παράδειγμα που το βλέπουμε να συμβαίνει παντού, σε δημόσιο και ιδιωτικό τομέα. Έστω, λοιπόν, ότι ένας υπάλληλος έχει τοποθετήσει πάνω στο γραφείο του μία οικογενειακή φωτογραφία, σε κοινή θέα των συναδέλφων του και φυσικά των συναλλασσόμενων. Μολονότι αυτή η φωτογραφία προορίζεται για ατομική θέαση, η τοποθέτησή της στο χώρο εργασίας του αυτόματα την έχει καταστήσει δημόσια, δηλαδή ο ίδιος ο εργαζόμενος την έχει αποκαθηλώσει, την έχει μετατρέψει σε ένα στοιχείο ντεκόρ. Ως φωτογράφος τώρα και με την αρχή «όχι ανήλικα, όχι χωρίς τη συναίνεση» απλά δεν θα πάρω εικόνα με το στοιχείο αυτό μέσα. Από την άλλη, αυτό που διαπιστώνω κι αυτό με ενδιαφέρει, είναι ότι υπάρχει μια τέτοια «συμπίεση» της θεματολογίας των διακοσμητικών στοιχείων, που πραγματεύομαι φωτογραφικά, τόσο αισθητικά όσο και στο περιεχόμενό τους, που έχουν χάσει τον ελάχιστο χαρακτήρα προσωπικού στοιχείου, μέσω της ατελείωτης επανάληψης και προβλεψιμότητάς τους.

Υπάρχει κάποιο μοτίβο ή αντικείμενο που επανέρχεται συχνά και σας έχει εντυπωσιάσει;
Αυτό αναμφίβολα η χρήση θρησκευτικών εικόνων και συμβόλων. Με δεδομένο ότι το θρήσκευμα ανήκει στις ειδικές «ευαίσθητες» κατηγορίες που υπάγονται στην Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων, με εντυπωσιάζει το πόσο σήμερα επιθυμούμε να δηλώσουμε έντονα και δημόσια την πίστη μας, ειδικά σε έναν χώρο εργασίας, στον οποίο μαζικά προσέρχονται αλλοδαποί για να εξυπηρετηθούν.

Οι άνθρωποι αναγνωρίζουν τον εαυτό τους μέσα σε αυτές τις εικόνες ή αποστασιοποιούνται;
Μια ιδιότυπη λειτουργία της φωτογραφίας είναι ότι αποκόπτει, μέσω του κάδρου της, ένα τμήμα της «πραγματικότητας». Αυτό από μόνο του είναι μια ιδιαίτερη συνθήκη. Δεν ψεύδεται, αλλά ίσως δεν λέει και την «αλήθεια». Παραδείγματος χάριν, σε μία από τις φωτογραφίες εικονίζεται ένα θρησκευτικό σύμβολο που ήταν τοποθετημένο ακριβώς δίπλα σε ένα τηλεφωνικό κέντρο τελευταίας τεχνολογίας ή σε μία άλλη, που δείχνει ένα σνακ συναδέλφου, υπήρχε μια στοίβα φακέλων που είχαν διεκπεραιωθεί. Αυτό το σπάσιμο του συνόλου, λοιπόν, προκάλεσε ενδιαφέρουσες αντιδράσεις. Η έκθεση στεγάστηκε στον φιλόξενο χώρο του Πικάπ, στη Θεσσαλονίκη, στο Δωμάτιό του, που είναι κυριολεκτικά ένα «δωμάτιο» σχετικά μικρό, οι δε φωτογραφίες τυπώθηκαν σε διάφορα μεγέθη, από 80Χ60 εκ. έως 15Χ15 εκ. και αναρτήθηκαν με κάποιο τρόπο ως προσομοίωση του εργασιακού χώρου. Υπήρχε μια διάταξη φαινομενικά «άναρχη», αλλά διαρθρωμένη σε μικρές ομάδες ομοειδών θεμάτων, διακοσμητικά στοιχεία, θρησκευτικά σύμβολα, σνακ των διαλειμμάτων, επιφάνειες με φωτογραφίες μερών του χώρου και αρκετά πορτραίτα συναδέλφων ή συναλλασσόμενων. Οι συνάδελφοι που επισκέφθηκαν την έκθεση αναγνώρισαν μερικά από τα σημεία που λήφθηκαν οι φωτογραφίες, σχολίασαν με κάποια νοσταλγία ίσως, χάρηκαν που είδαν γνωστά τους πρόσωπα ή τον εαυτό τους σε κορνίζα, θυμήθηκαν το πότε βγάλαμε τις φωτογραφίες, ταυτίστηκαν, μάλιστα μερικοί μου υπέδειξαν και σημεία που μου έχουν ξεφύγει. Υπήρχε το στοιχείο της ταύτισης κυρίως, φάνηκε όμως και κάπως παιγνιώδης αυτή η σειρά φωτογραφιών. Άλλοι επισκέπτες της έκθεσης σχολίασαν το γεγονός ότι αυτές οι εικόνες υπάρχουν σε όλες σχεδόν τις δημόσιες υπηρεσίες, κάτι αυτονόητο, αφού οι προϋποθέσεις δημιουργίας τους είναι ανάλογες. Μερικοί αναρωτήθηκαν «είναι αυτό φωτογραφία;» και φάνηκε δε ότι δεν πείστηκαν, όταν τους εξηγούσα την πρόθεσή μου να στοιχειοθετήσω ένα φωτογραφικό δοκίμιο για την αισθητική των δημόσιων υπηρεσιών εκ των έσω, υπήρχε δηλαδή μια κάποια δυσκολία να αποδεχθούν ότι αυτό συμβαίνει. Οι φωτογράφοι, από την άλλη, που δεν είχαν αυτήν την ταύτιση, εξοικειωμένοι με την ανάγνωση φωτογραφιών και την συγκρότηση θέματος, σχολίασαν επί της ουσίας.

Μετά την έκθεση, πιστεύετε ότι η υπηρεσία ή οι συνάδελφοι μπορεί να έχουν κάποιο σχόλιο ή θέμα με την παρουσία αυτών των φωτογραφιών; Υπήρξε κάποιο feedback ήδη;
Εκτός από τα σχόλια που προανέφερα, θέλω να αναφέρω και μια κάποια αμηχανία, «γιατί το κάνεις αυτό;». Δηλαδή ξένισε ίσως η θεματολογία την οποία θεωρούν μη φωτογενή, αλλά παραξενεύει και η επιθυμία μου να φωτογραφήσω τους ίδιους τους συναδέλφους «βλεπόμαστε κάθε μέρα, γιατί μας θέλεις και σε φωτογραφία;». Από την άλλη, είχα μεγάλη ανατροφοδότηση για σημεία που θα μπορούσα ενδεχομένως να φωτογραφήσω ή επαφές με συναδέλφους που είναι θετικοί στην φωτογράφησή τους. Αρκετοί μου έδειξαν και φωτογραφίες τους στιγμιοτυπικού χαρακτήρα, τραβηγμένες με το κινητό, αναμνηστικές. Επειδή δεν με ενδιαφέρει η «κλεφτή» φωτογράφηση, αλλά όλες οι λήψεις γίνονται με τη συμφωνία των προσώπων και αφού τους έχω εξηγήσει την θεματική μου, τα πράγματα είναι ομαλά. Επίσης, επειδή προσπαθώ να μην φωτογραφίζω έγγραφα προσωπικού χαρακτήρα, αλλά να υπάρχουν ως υπόνοια, και φροντίζω να μην υπάρχει άμεση χωρική και υπηρεσιακή αναφορά, η όλη πρακτική ερμηνεύεται μάλλον ως ένα ίδιον του χαρακτήρα μου.

Σε μια εποχή που η εργασία αλλάζει μορφή, πώς πιστεύετε ότι μετασχηματίζεται αυτή η σχέση δημόσιου και ιδιωτικού;
Στο δημόσιο υπάρχει μεν, αλλά δεν είναι διαδεδομένη η εξ αποστάσεως εργασία, απαιτείται η αυτοπρόσωπη εργασία στον χώρο. Πολλές υπηρεσίες δέχονται ακόμα πλήθος κοινού και μάλιστα δύσκολου και δυσαρεστημένου, που αρκετές φορές προβαίνει και σε πράξεις παραβατικές. Ταυτόχρονα, η γραφειοκρατική πρακτική οδεύει με γρήγορους ρυθμούς σε αυτοματοποιημένες διαδικασίες μέσω λογισμικών συστημάτων και διασυνδέσεων. Επίσης, στον φορέα μου ο μέσος ηλικιακός όρος των εργαζομένων είναι υψηλός, οι συνταξιοδοτήσεις είναι πολλές και η αναπλήρωση των κενών οργανικών θέσεων δεν καλύπτεται με προσλήψεις, αλλά με τοποθέτηση εργαζόμενων μέσω προγραμμάτων ΔΥΠΑ ή με την εκχώρηση αρμοδιοτήτων τμημάτων σε ιδιωτικές εταιρίες. Αυτές οι παράμετροι προκαλούν αίσθημα ασυνέχειας και αμφιβολίας για το μέλλον της υπηρεσίας. Όσο, λοιπόν, αυτή η κατάσταση θα εξελίσσεται, νομίζω ότι οι εργαζόμενοι θα επιθυμούν να αφήνουν το στίγμα τους περισσότερο.