Φωτογραφια

Φωτογραφικό δοκίμιο για το Σκοπευτήριο Καισαριανής

Η φωτογραφική διείσδυση ως πράξη μνήμης, βλέμματος και ηθικής στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής: Το «Θυσιαστήριο της Λευτεριάς»

Βασίλης Μακρής
1’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Το Σκοπευτήριο Καισαριανής αποτελεί έναν από τους πλέον φορτισμένους τόπους μνήμης της νεότερης ελληνικής ιστορίας, συνδεδεμένο ιδίως με την εκτέλεση των διακοσίων αγωνιστών της Αντίστασης την 1η Μαΐου 1944. Η συντριπτική πλειοψηφία των εκτελεσμένων ήταν μέλη και στελέχη του ΚΚΕ και του ΕΑΜ, παραδομένοι στις δυνάμεις Κατοχής από το προηγούμενο δικτατορικό καθεστώς της 4ης Αυγούστου, που τους κρατούσε δέσμιους.

Ως τόπος μαρτυρίου, το μνημείο δεν είναι απλώς υλική κατασκευή· αποτελεί πεδίο συγκέντρωσης ιστορικής, πολιτικής και συναισθηματικής σημασίας. Η σημασία αυτή ενισχύεται σήμερα με την αποκάλυψη φωτογραφιών που το Υπουργείο Πολιτισμού χαρακτήρισε «ιστορικά τεκμήρια και ντοκουμέντα ανεκτίμητης αξίας» και τις κήρυξε μνημείο στο σύνολό τους.

Το μνημείο δεν είναι απλώς πέτρα, ή κτίσμα· είναι η ίδια η μνήμη που παίρνει μορφή. Όπως σημειώνει ο καθηγητής του ΕΜΠ Χαράλαμπος Μπούρας, μνημείο είναι «οτιδήποτε ανακαλεί στη μνήμη κάτι που συνέβη στο παρελθόν». Με αυτή τη διατύπωση, ο ορισμός διευρύνεται πέρα από αρχαία θέατρα ή ναούς: μνημείο μπορεί να είναι ένας τόπος, ένα αντικείμενο, ή μια κατασκευή που λειτουργεί ως γέφυρα ανάμεσα στο τότε και στο τώρα. Είναι φορέας ανάμνησης, το σημείο όπου ο χρόνος σταματά και μας καλεί να θυμηθούμε.

Μια ακόμη πιο διεισδυτική προσέγγιση δίνει ο Βασίλης Λαμπρινουδάκης, ομότιμος Καθηγητής Κλασικής Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών: «Ό,τι αποτυπώνεται στη μνήμη είναι άξιο μνήμης — ή επιβάλλεται σε αυτήν. Τα υλικά κατάλοιπα του ανθρώπινου παρελθόντος είναι άξια μνήμης, άρα μνημεία, ως μαρτυρίες της απαραίτητης για την αυτογνωσία ανθρώπινης πείρας».

Συνδυάζοντας τις δύο αυτές προσεγγίσεις, κατανοούμε ότι το μνημείο αποτελεί έναν ζωντανό διάλογο με το παρελθόν. Μέσα από τα μνημεία δεν γνωρίζουμε μόνο την ιστορία· γνωρίζουμε τον εαυτό μας. Τα υλικά ίχνη του παρελθόντος —κτίρια, γλυπτά, τόποι— μετατρέπονται σε καθρέφτες της συλλογικής και ατομικής μας ταυτότητας.

Στο πλαίσιο της φωτογραφίας, η αποτύπωση ενός μνημείου δεν περιορίζεται στην πληροφορία· διαμορφώνει ηθικά και αισθητικά τη σχέση μας με το παρελθόν. Το βλέμμα εκπαιδεύεται να προσέχει, να θυμάται, να αναλογίζεται. Κάθε εικόνα μνημείου είναι και μια «ηθική της όρασης» όπως αναφέρει η Susan Sontag στο Δοκίμιο της Περί Φωτογραφίας: μας υποχρεώνει να σταθούμε απέναντι στην ανθρώπινη εμπειρία και να τη σεβαστούμε. Έτσι, το ερώτημα δεν είναι μόνο τι βλέπουμε· αλλά ποιοι γινόμαστε μέσα από αυτό που μαθαίνουμε να βλέπουμε.

Η φωτογραφική διείσδυση στο Σκοπευτήριο Καισαριανής δεν είναι μία απλή αισθητική πράξη· είναι πράξη μνήμης και ηθικής στάσης. Ο χώρος, φορτισμένος από την ιστορία των εκτελέσεων —και ιδίως της 1ης Μαΐου 1944— δεν επιτρέπει ουδέτερη καταγραφή. Απαιτεί συνειδητή στάση· μια προσπάθεια να μετατραπεί ο τόπος από γεωγραφικό σημείο σε πεδίο στοχασμού, όπου η εικόνα δεν μιλά δυνατά αλλά επιμένει σιωπηλά.

Στο Σκοπευτήριο, η φωτογραφία γίνεται κάτι περισσότερο από αισθητικό αποτέλεσμα: γίνεται πράξη μνήμης, στάση βλέμματος και ηθική επιλογή. Η διείσδυση δεν είναι τεχνική· είναι συνειδητή τοποθέτηση απέναντι στην ιστορία.

Αυτός είναι και ο λόγος που επελέγησαν οι φωτογραφίες με τις σπασμένες πλάκες του Μνημείου, μία βέβηλη κίνηση που έγινε λίγες ώρες μετά τη δημοσίευση των ιστορικών φωτογραφιών — και που σήμερα έχουν αποκατασταθεί. Η ιστορική μνήμη δεν σβήνει.