- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- 102.5 FM RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Λεσβιακές Απόκριες: Οι Κουδουνάτοι και τα παγανιστικά έθιμά τους
Ο διεθνούς φήμης εικαστικός Δημήτρης Γέρος φωτογραφίζει τους Κουδουνάτους της Λέσβου
Ο Μεσότοπος είναι ένα μικρό, τυπικό χωριό 950 περίπου κατοίκων στη δυτική πλευρά της Λέσβου. Απέχει 74 χιλιόμετρα από την πρωτεύουσα του νησιού και είναι χτισμένος αμφιθεατρικά σ’ έναν λόφο με θέα το Αιγαίο. Στην ίδια περιοχή εικάζεται πως υπήρχε προϊστορικός οικισμός. Οι κάτοικοι, που ασχολούνται κυρίως με την κτηνοτροφία και τη γεωργία, παλαιότερα είχαν στενές εργασιακές σχέσεις με τη Σμύρνη. Οι περισσότεροι από τους μεγαλύτερους σε ηλικία νομίζω πως έχουν φτωχές γραμματικές γνώσεις και στο σύνολο τους δεν φαίνεται να θέλουν να έχουν επαφή με τις μεγάλες πόλεις. Είναι απλοί, φιλόξενοι, ευγενικοί άνθρωποι, που απολαμβάνουν τη ζωή στη φύση και διατηρούν με ευλάβεια και πίστη τις παραδόσεις, τις οποίες φροντίζουν να μεταδίδουν και στις νεότερες γενιές.
Κάθε Κυριακή της Απόκρεω, εδώ και πολλά χρόνια (κανείς δεν μπορούσε να μου προσδιορίσει πόσα), ο δραστήριος πολιτιστικός σύλλογος του χωριού διοργανώνει καρναβαλικές εκδηλώσεις που περιλαμβάνουν απλοϊκά, σατιρικά σκετσάκια και παρλάτες, στα οποία συμμετέχουν κατά κανόνα οι μαθητές των σχολείων και οι νεότεροι από τους κατοίκους του χωριού. Παρόμοιες εκδηλώσεις γίνονται στη γειτονική Αγιάσσο, ενώ το έθιμο των κουδουνιών συναντάται σε πολλά μέρη της Ελλάδας και αποτελεί μια καλή ευκαιρία για να γλεντήσουν οι άνθρωποι ξεφεύγοντας για λίγο από τη μονοτονία της βιοπάλης.
Στο τέλος των εκδηλώσεων εμφανίζεται μια ομάδα ανδρών, στην πλειονότητά τους κτηνοτρόφοι, που έχουν κρεμασμένα στο σώμα τους μερικές δεκάδες χάλκινα και σιδερένια κουδούνια διαφόρων μεγεθών, από αυτά που φορούν στον λαιμό των αιγοπροβάτων και που συχνά ξεπερνούν σε βάρος τα 20 κιλά. Οι Κουδουνάτοι, όπως λέγονται, βάφουν το πρόσωπό τους μαύρο, αφ’ ενός για να μην αναγνωρίζονται και έτσι να μπορούν ελεύθερα να εκφράζουν τις επιθυμίες, τα απωθημένα και τα καταπιεσμένα τους ερωτικά ένστικτα και αφ’ ετέρου, με την αποτρόπαιη εμφάνιση και τον δυνατό, και εξίσου τρομακτικό, θόρυβο των κουδουνιών να εξαγνίζουν την κοινότητα και να διώχνουν τις δυνάμεις του κακού. Εικάζεται επίσης πως συμβολίζουν τις ψυχές των πεθαμένων που έχουν το χάρισμα να γονιμοποιούν τη γη. Στο κεφάλι φορούν παραδοσιακές μαντίλες, παρόμοιες με τις αραβικές, ή ένα αυτοσχέδιο καπέλο με έντονα κίτρινα ή κόκκινα χρώματα, που το έχουν κατασκευάσει κόβοντας στη μέση μια νεροκολοκύθα, στην άκρη της οποίας έχουν καρφώσει μερικά φτερά από τις ουρές κόκορα και γαλοπούλας. Στο χέρι κρατούν ένα μεγάλο και χοντρό φαλλόμορφο ραβδί, την κουτσκούδα, την οποία χτυπούν με δύναμη στη γη, σαν να θέλουν να ανοίξουν τη σκοτεινή της μήτρα και να βάλουν μέσα τη ζωή προκειμένου να τη γονιμοποιήσουν ή σαν να προσπαθούν μέσα από το σκότος των τελευταίων ημερών του χειμώνα να βγάλουν το φως και ν’ αρχίσει η νέα βλάστηση. Το παγανιστικό αυτό έθιμο έχει πολύ βαθιές, αρχέγονες ρίζες, που σχετίζονται με τη διονυσιακή λατρεία, και συνδέεται με πράξεις πίστης των κατοίκων, που μέσω της «μαγείας» επιδιώκουν να γονιμοποιήσουν τη γη.
Ένας από τους γηραιότερους της ομάδας των Κουδουνάτων διαφέρει από τους άλλους, είναι ντυμένος με λευκά εσώρουχα, στο φανελάκι του είναι ζωγραφισμένος ένας φαλλός, έχει κρεμασμένη μια μεγάλη κουδούνα κάτω από την κοιλιά και στο χέρι του κρατάει ένα μακρύ, κυρτό ξύλο, στην άκρη του οποίου έχει σκαλιστεί, παραστατικότατα, μια βάλανος. Αυτός είναι ο Γέρος ή ο Μπρουστνέλλας (μπροστάρης) που πηγαίνει πρώτος και ακολουθούν στη σειρά οι Κουδουνάτοι. Έτσι, εν πομπή, σαν ανθρώπινες, αποτρόπαιες, κουδουνίστρες, περνούν από όλα τα δρομάκια του χωριού και δέχονται κεράσματα, κι όταν φτάσουν στην άκρη του, δύο ηλικιωμένοι βρακοφόροι χορεύουν τον «αράπικο» χορό, ο οποίος είναι απροκάλυπτα ερωτικός και περιλαμβάνει πολλά σκέρτσα και ακκισμούς.
Από νωρίς το πρωί της Κυριακής, σ’ ένα μέρος ψηλά, στην άκρη του χωριού, καταφθάνουν χαρούμενοι οι Μεσοτοπίτες με τα αγροτικά τους αυτοκίνητα, στις καρότσες των οποίων έχουν φορτωμένα μέσα σε μεγάλους σάκους τα κουδούνια, που τα περισσότερα τα έχουν πάρει από τους λαιμούς των ζώων τους. Μαζί έρχονται και κάποιοι από τους φίλους τους που τους βοηθούν στη προετοιμασία. Η ατμόσφαιρα είναι, όπως εξάλλου το απαιτεί και η ημέρα, άκρως εορταστική και διασκεδαστική. Το γλέντι είναι αυθόρμητο, με τραγούδια, με δυνατά γέλια, με πειράγματα, σεξουαλικά υπονοούμενα και άφθονο αλκοόλ. Στον στολισμό των Κουδουνάτων δεν υπάρχει συγκεκριμένη διαδικασία, συνήθως ξεκινούν να δένουν τα πρώτα κουδούνια στα χέρια και σιγά σιγά προσθέτουν τα υπόλοιπα μέχρι να καλυφθεί όλο το σώμα. Τα πόδια τα αφήνουν τελευταία. Από τη στιγμή που θα ολοκληρωθεί ο στολισμός του σώματος, οι Κουδουνάτοι δεν μπορούν πια να έχουν την προηγούμενη ευκινησία τους, αφού τα λουριά τούς σφίγγουν τους μυς και το μεγάλο βάρος των κουδουνιών δεν τους επιτρέπει πολλές δραστηριότητες. Το μόνο που μπορούν να κάνουν είναι να χοροπηδούν επιτόπου και να παράγουν δυνατό θόρυβο. Αν μείνουν για λίγη ώρα ακίνητοι, κάτω από το μεγάλο φορτίο που κουβαλούν, οι μύες τους πιάνονται, το σώμα τους πονάει, κι έτσι αναγκάζονται να στριφογυρνούν απότομα τον κορμό τους και να αναπηδούν ψηλά, ώστε τα κουδούνια να τους χτυπούν δυνατά το σώμα και να τους προσφέρουν ένα είδος μασάζ που τους ανακουφίζει. Στο τέλος βάφουν όλο το πρόσωπο με μαύρη μπογιά και μετά φορούν στο κεφάλι τη μαντίλα ή τη νεροκολοκύθα.
Όταν, κατά τις 12, έχουν όλοι ετοιμαστεί και το κέφι έχει κορυφωθεί, μπαίνει πρώτος στη σειρά ο «Γέρος» και τον ακολουθούν καμιά εξηνταριά Κουδουνάτοι, στοιχισμένοι ο ένας πίσω απ’ τον άλλον, οι οποίοι, και με τη βοήθεια του αλκοόλ, έχουν αρχίσει, όπως οι αρχαίες μαινάδες, να μπαίνουν σε κατάσταση έκστασης, και με μικρά ρυθμικά βήματα προχωρούν προς το κέντρο του χωριού. Καθώς αρχίζουν να κατεβαίνουν, απλώνεται σιγά σιγά σ’ όλο τον οικισμό ένας συμπαγής, υπόκωφος, τρομακτικός θόρυβος, τέτοιος που νομίζεις πως υπερφυσικές δυνάμεις προσπαθούν ν’ ανοίξουν τη γη και πως ένας καταστροφικός σεισμός ανεβαίνει από τα έγκατά της. Όσο εκείνοι κατεβαίνουν, τόσο ο θόρυβος δυναμώνει και ξεκαθαρίζουν οι ήχοι, ώσπου στο τέλος είναι σαν χιλιάδες εξαγριωμένοι τράγοι να μπαίνουν απειλητικά στο χωριό.
Όταν η αποτρόπαιη πομπή φτάσει στην αυλή του Πολιτιστικού Κέντρου και ο κόσμος την αποθεώνει, οι Κουδουνάτοι, κάθιδροι και σαν αφιονισμένοι, κάνουν μια τελευταία επίδειξη τρόμου και θορύβου. Μετά, όλοι μαζί, θεατές και καρναβαλιστές, πηγαίνουν στον πλούσιο μπουφέ, τον οποίο έχουν ετοιμάσει τα μέλη του Πολιτιστικού Συλλόγου, για να δοκιμάσουν τοπικούς μεζέδες και κρασί και ν’ αρχίσει το μεγάλο γλέντι, το οποίο συνεχίζεται και την επομένη, την Καθαρή Δευτέρα, στο επίνειο του χωριού, το Ταβάρι, με νηστίσιμα και διάφορα θαλασσινά, χταπόδια, αχινούς, χτένια, πολύ ούζο, παραδοσιακά και σατιρικά τραγούδια, ανάμεσά τους ένα γραμμένο στην τοπική διάλεκτο, που εξυμνεί την άνοιξη που έρχεται, το μεγάλωμα της μέρας, τη βλάστηση των φυτών και την επιστροφή των χελιδονιών.