Σπύρος Βερύκιος: Συνέντευξη του κομίστα στην ATHENS VOICE
Εικαστικα

Σπύρος Βερύκιος: «Αυτό που μου άρεσε στα κόμικς ήταν ότι δεν ζητούν άδεια για να υπάρξουν»

Ο γνωστός κομίστας μιλάει μιλά για τη ζωγραφική, τα κόμικς, τον κινηματογράφο, τη σύγχρονη τέχνη και τις προκλήσεις των νέων καλλιτεχνών.
Γιώργος Δήμος
Γιώργος Δήμος
ΤΕΥΧΟΣ 1006
6’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
UPD

Σπύρος Βερύκιος: Τα κόμικς δεν είναι μια δεύτερη γλώσσα, δεν είναι ζωγραφική· είναι αφήγηση

O Σπύρος Βερύκιος, αριστούχος απόφοιτος της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών (Α.Σ.Κ.Τ.) Αθηνών, έκανε τα πρώτα του βήματα στον καλλιτεχνικό χώρο στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Κάνοντας τις πρώτες του ατομικές εκθέσεις σε ιστορικές γκαλερί της Αθήνας, όπως την Γκαλερί της Έρσης και την Γκαλερί Αγκάθι, ο Βερύκιος συνέχισε την πορεία του λαμβάνοντας μέρος σε μεγάλες φουάρ, τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό. Το ενδιαφέρον του για τα κόμικς, τον κινηματογράφο και τη μουσική, έχει συνδυαστεί με τη ζωγραφική σε πολλές εκθέσεις –είτε με δικά του έργα είτε με των μαθητών του–, τις οποίες έχει επιμεληθεί εκείνος.

Ο Σπύρος Βερύκιος μίλησε στην ATHENS VOICE για το ξεκίνημα και την πορεία του στον εικαστικό χώρο, καθώς και για τις διαφορές ή τις ομοιότητες ενός νέου καλλιτέχνη του τότε με έναν νέο καλλιτέχνη του σήμερα.

― Η καλλιτεχνική σας δραστηριότητα ξεκινά στις αρχές της δεκαετίας του 1990, λίγο αφότου αποφοιτήσατε από την Α.Σ.Κ.Τ. Πώς ήταν το τοπίο τότε, όσον αφορά τις αθηναϊκές γκαλερί και το φιλότεχνο κοινό;

Η καλλιτεχνική σκηνή τότε ήταν πιο μικρή και πιο προβλέψιμη. Υπήρχαν λιγότερες γκαλερί, λιγότερη επαφή με το εξωτερικό και, νομίζω, αρκετές αυταπάτες γύρω από την τέχνη. Υπήρχαν άνθρωποι που αγαπούσαν πραγματικά τη ζωγραφική, αλλά η αγορά ήταν περιορισμένη. Αυτό δεν νομίζω ότι έχει αλλάξει ριζικά. Απλώς σήμερα υπάρχει περισσότερη κίνηση: περισσότερες εκθέσεις, περισσότερα openings, περισσότερο Instagram, περισσότερος κόσμος που περνάει από χώρους τέχνης. Τα πράγματα είναι πιο ανοιχτά, αλλά όχι απαραίτητα πιο εύκολα. Συμβαίνουν πολλά, όμως πρέπει κάθε φορά να καταλάβεις τι έχει πραγματικά βάρος. Νομίζω ότι αυτή είναι η βασική διαφορά.

― Στις πρώτες σας ατομικές εκθέσεις, συνεργαστήκατε με την Γκαλερί της Έρσης και την Γκαλερί Αγκάθι, δύο χώρους τέχνης που υπάρχουν ακόμα σήμερα, μετά την εποχή της κρίσης στη χώρα. Παραμένετε φίλοι με την κα. Κάλια Αϊδίνη και τον κ. Γιώργο Καρτάλο;

Ναι, με κάποιους ανθρώπους διατηρώ μια σχέση. Όχι απαραίτητα καθημερινή, αλλά υπαρκτή. Στον χώρο της τέχνης οι σχέσεις έχουν έναν περίεργο χρόνο. Μπορεί να μη μιλήσεις με κάποιον δέκα χρόνια και μετά να συνεχίσεις τη συζήτηση από εκεί που την είχατε αφήσει. Αυτό είναι και γοητευτικό και λίγο ανησυχητικό.

― Η ζωγραφική σας έχει επιρροές από διάφορα καλλιτεχνικά ρεύματα, καθώς και από τον κινηματογράφο και τα κόμικς. Με δυο λόγια, πώς θα περιγράφατε το είδος αυτό, με το οποίο έχετε ασχοληθεί περισσότερο στην καριέρα σας;

Με ενδιαφέρει μέχρι πού φτάνουν τα όρια της γλώσσας της ζωγραφικής. Δεν ξέρω αν αυτή η έρευνα έχει ιστορικό νόημα. Μπορεί να δουλεύεις μια ζωή και στο τέλος να ανακαλύψεις ότι αυτό που πάλευες να βρεις το είχε κάνει ήδη κάποιος ανώνυμος αγιογράφος, στις πτυχώσεις ενός αγίου, και μάλιστα καλύτερα από σένα. Αλλά αυτό είναι που με απασχολεί.

Με ενδιαφέρει, επίσης, η αναπαράσταση και η αφήγηση – πράγματα που κάποτε μας έλεγαν ότι θα μας στείλουν στην «κόλαση» των ζωγράφων. Το ερώτημα για μένα είναι πώς μπορούν η αναπαράσταση και η αφήγηση να γίνουν ζωγραφική σήμερα, όχι από νοσταλγία ή ευκολία, αλλά με όρους πλαστικής αναγκαιότητας. Σε σχέση με την οπτική αφήγηση, αυτό που προσπάθησα να κάνω δεν ήταν να πάρω την αφήγηση και να τη μεταφέρω στη ζωγραφική σαν εικονογράφηση. Είναι μάλλον το αντίθετο: να χρησιμοποιήσω τη γλώσσα της ζωγραφικής και να τη δοκιμάσω μέσα σε αφηγηματικές συνθήκες.

― Πότε ξεκίνησε το ενδιαφέρον σας για τα κόμικς; Υπάρχουν μερικοί τίτλοι τους οποίους θα ξεχωρίζατε ως βασικές επιρροές;

Από πολύ νωρίς. Τα κόμικς ήταν οι πρώτες εικόνες που με τράβηξαν, πριν ακόμη καταλάβω ότι υπάρχουν και άλλου είδους εικόνες. Μικρός δεν έβρισκα πολλές πολιτιστικές αναφορές γύρω μου – μάλλον σχεδόν καθόλου. Αργότερα, μπήκα στη Σχολή Καλών Τεχνών για να μάθω να σχεδιάζω καλύτερα κόμικς, όχι για να γίνω ζωγράφος. Εκεί, όμως, άνοιξε ένας άλλος κόσμος. Η Α.Σ.Κ.Τ., με όλες τις αντιφάσεις της, είναι μια πολύ σημαντική σχολή, με πολύ μεγαλύτερη σημασία απ’ όσο συχνά αναγνωρίζουμε εδώ.

Τα κόμικς για μένα δεν ήταν ποτέ μια δεύτερη γλώσσα. Νομίζω ότι είναι λάθος να τα αντιμετωπίζει κανείς σαν ζωγραφική. Δεν είναι ζωγραφική· είναι αφήγηση. Εκεί γίνεται συχνά η παρανόηση, ειδικά όταν πολλοί εικαστικοί συγκρίνουν το σχέδιο των κόμικς με το εικαστικό σχέδιο. Από την άλλη, διαπιστώνει κανείς ότι αρκετοί σχεδιαστές κόμικς έχουν μια σχέση με το σχέδιο πιο επίμονη και πιο συνεπή από πολλούς ζωγράφους. Αυτό που μου άρεσε στα κόμικς ήταν ότι δεν ζητούν άδεια για να υπάρξουν. Μπορούσαν να είναι λογοτεχνία, εικόνα, σινεμά και, κάποιες φορές, ζωγραφική μαζί, χωρίς να πρέπει να διαλέξουν στρατόπεδο. Δεν θα έλεγα ότι υπήρξαν συγκεκριμένοι τίτλοι. Υπήρχαν βέβαια περιοδικά, δημιουργοί, η «Βαβέλ», το «Παρά Πέντε», αλλά και πολλοί τίτλοι από το εξωτερικό, ευρωπαϊκοί και αμερικανικοί.

― Το σινεμά, από την άλλη, έχει κι αυτό παίξει σημαντικό ρόλο στο έργο σας. Το 2000 επιμεληθήκατε την έκθεση «Cinema Meets Art» στην Τεχνόπολη του Δήμου Αθηναίων. Πώς προέκυψε αυτό το «πάντρεμα»;

Προέκυψε μάλλον φυσικά. Δεν νομίζω ότι υπάρχει ζωγράφος που δεν αγαπάει τον κινηματογράφο. Νιώθω και μια μικρή ζήλια. Ο κινηματογράφος έχει χρόνο, κίνηση, ήχο, μοντάζ, πραγματικούς ανθρώπους που αλλάζουν μπροστά σου. Μπορεί να κάνει πράγματα που η ζωγραφική δεν μπορεί. Από την άλλη, έχω την αίσθηση ότι ο κινηματογράφος είναι, με έναν περίεργο τρόπο, τέχνη μιας χρήσης. Δεν το λέω υποτιμητικά. Επιστρέφεις σε μια ταινία, ειδικά αν την έχεις αγαπήσει. Αλλά η ταινία συμβαίνει μέσα στον χρόνο της: σε παίρνει μαζί της και τελειώνει. Η ζωγραφική λειτουργεί αλλιώς. Μένει εκεί. Μπορείς να σταθείς απέναντί της ξανά και ξανά, και κάθε φορά να αλλάζει κάτι, χωρίς να έχει κινηθεί τίποτα.

Αυτό δεν κάνει τη ζωγραφική ανώτερη. Την κάνει απλώς διαφορετικά δύσκολη. Πρέπει να υπονοήσει, χωρίς μοντάζ και χωρίς κίνηση, πράγματα που ο κινηματογράφος μπορεί να αναπτύξει. Δεν με ενδιαφέρει λοιπόν η ζωγραφική να μοιάσει στο σινεμά, αλλά να δοκιμάσει τι μπορεί να κρατήσει από αυτό χωρίς να χάσει τη δική της γλώσσα.

― Ανά τα χρόνια, έχετε λάβει μέρος σε φουάρ, τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό. Αν αναλογιστούμε πως η πρώτη Art Athina διοργανώθηκε μόλις το 1993, έχει καταφέρει η Ελλάδα να πλησιάσει τα στάνταρ των μεγάλων διεθνών φουάρ μέσα σ’ αυτό το μικρό χρονικό διάστημα, ή υπάρχει ακόμα αρκετός χώρος για βελτίωση;

Η διαφορά ανάμεσα στην Ελλάδα και στο εξωτερικό σχετίζεται κυρίως με διαφορές κλίμακας: διαφορετικά μεγέθη, άλλες ταχύτητες, άλλες συνθήκες λειτουργίας και, φυσικά, περισσότερο θόρυβο. Σε μια φουάρ, είτε εδώ είτε έξω, μπορείς να δεις εξαιρετικές δουλειές δίπλα σε πολύ μέτριες – συχνά και στον ίδιο τοίχο. Η δημοκρατία της αγοράς είναι αδυσώπητη. Στην Ελλάδα η αγορά είναι μικρότερη και η σκηνή πιο περιορισμένη, αλλά καμιά φορά υπάρχει μεγαλύτερη ορατότητα μεταξύ των ανθρώπων. Έξω, μπορεί να βρίσκεσαι σ’ ένα δωμάτιο με διακόσια άτομα και να μη σε βλέπει κανείς. Στην Αθήνα μπορεί να σε δουν όλοι – κι αυτό, ανάλογα με τη μέρα, μπορεί να είναι πλεονέκτημα ή μικρή τιμωρία.

Στο εξωτερικό, βέβαια, υπάρχει συχνότερα η πιθανότητα να δεις μέσα στην ίδια διοργάνωση δουλειές πολύ υψηλού επιπέδου, μεγαλύτερη επαγγελματική συνέπεια και μια πιο σταθερή σχέση ανάμεσα σε γκαλερί και συλλέκτες. Αυτό δεν σημαίνει ότι η ελληνική σκηνή υστερεί καλλιτεχνικά.

― Συχνά, σας αρέσει να εισάγετε τη μουσική, τα κόμικς και την ποπ κουλτούρα γενικότερα σε εκθέσεις που επιμελείστε. Τι προσφέρει αυτή η «συνάντηση» των διαφορετικών τεχνών; Οδηγεί τη ζωγραφική σε νέα μονοπάτια;

Δεν θα το έλεγα ακριβώς εστίαση στην ποπ κουλτούρα. Με ενδιαφέρει περισσότερο μια συγκριτική ανάγνωση διαφορετικών πολιτισμικών συστημάτων, με διαφορετικές στοχοθεσίες και κώδικες –ζωγραφική, κόμικς, μουσική, λογοτεχνία, επιστήμη, φιλοσοφία– και ο τρόπος με τον οποίο αυτά συνομιλούν ή μετακινούν το ένα το άλλο. Όχι για να μπουν μαζί, ευγενικά, στο ίδιο κουτί, αλλά ίσως για να προκύψουν συγγένειες και κάποιες «παρεξηγήσεις». Οι παρεξηγήσεις, στην τέχνη δεν είναι κακό πράγμα. Όταν κοιτάς συνέχεια το ίδιο χρώμα, στο τέλος παύεις να το βλέπεις. Χρειάζεται δίπλα του κάτι άλλο, κάτι που να το ενοχλήσει λίγο, για να ξαναφανεί.

Ο W. H. Auden είχε φανταστεί κάποτε ένα «Κολέγιο για Βάρδους», όπου ο ποιητής δεν θα σπούδαζε μόνο Λογοτεχνία, αλλά και Μαθηματικά, Φυσική Ιστορία, Γεωλογία, Μετεωρολογία, Αρχαιολογία, ακόμα και Μαγειρική. Η τέχνη δεν φτάνει από μόνη της για να κάνει κάποιον καλλιτέχνη. Μερικές φορές, μια δόση άγριου θετικισμού είναι πιο γόνιμη από μια τέχνη που συνομιλεί διαρκώς μόνο με τον εαυτό της.

― Έχετε διδάξει στο παρελθόν σε πανεπιστημιακό επίπεδο και συναναστρέφεστε συχνά νέους καλλιτέχνες. Ποιες είναι οι διαφορές τους από τη δική σας γενιά; Έχετε δει σημάδια από αυτούς που να σας γεμίζουν με αισιοδοξία;

Κάθε γενιά έχει τις δικές της αυταπάτες και τα δικά της εργαλεία. Η δική μου γενιά είχε λιγότερη πληροφορία και περισσότερες αυταπάτες γύρω από την τέχνη. Οι νέοι καλλιτέχνες έχουν πολύ περισσότερη πληροφορία, πολύ λιγότερο χρόνο να την αφομοιώσουν και έχουν κι αυτοί τις δικές τους αυταπάτες – απλώς άλλου τύπου. Το βασικό, πάντως, δεν έχει αλλάξει τόσο: ο καθένας πρέπει να μάθει το μέσο του. Αυτό ίσχυε και για εμάς, ισχύει και για τους νέους. Η πληροφορία από μόνη της δεν αρκεί. Μπορεί να σε βοηθήσει, αλλά μπορεί και να σε θολώσει. Κάποια στιγμή, πρέπει να μείνεις μόνος με τη δουλειά, με το υλικό, με τις αποφάσεις σου. Από την άλλη, όταν κάποιος σήμερα αποφασίζει πραγματικά να δουλέψει, το καταλαβαίνεις αμέσως. Ξεχωρίζει σαν κάποιος που άναψε τσιγάρο μέσα στο μετρό. Σε μια εποχή γενικής υγιεινής των εικόνων, η πραγματική τριβή με το μέσο μοιάζει σχεδόν ανήθικη.

― Υπάρχει κάποιο νέο πρότζεκτ που ετοιμάζετε αυτή την εποχή; Αν ναι, τι αφορά και σε τι χώρο πρόκειται να παρουσιαστεί;

Υπάρχει μια νέα ενότητα που δουλεύω μαζί με κάποια άλλα πράγματα, αλλά προτιμώ να μην τη συστήσω αυτή τη στιγμή. Οι δουλειές, όταν εξηγούνται πριν την ώρα τους, χάνουν κάτι από την έντασή τους. Ως προς τον χώρο παρουσίασης, θα το πω όταν είναι πραγματικά βέβαιο. Προς το παρόν, ο πιο τίμιος χώρος είναι το εργαστήριο. 

Δειτε περισσοτερα