- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- 102.5 FM RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Matisse, 1941-1954: Είδαμε την αναδρομική έκθεση στο Grand Palais του Παρισιού
Μια μεγάλη έκθεση αποδεικνύει ότι ο Ανρί Ματίς, στα ογδόντα του, επανεφηύρε την τέχνη του και επηρέασε την ιστορία της τέχνης
«Matisse, 1941–1954»: Η επείγουσα ανάγκη για επανεφεύρεση
Η έκθεση «Matisse, 1941–1954» στο Grand Palais αποτελεί μια εντυπωσιακή αναδρομή στην τελευταία δημιουργική περίοδο του Ανρί Ματίς, παρουσιάζοντας πάνω από 300 έργα: σχέδια, πίνακες, κολλάζ (cut-outs), βιβλία, υφάσματα και βιτρό. Στο τέλος της ζωής του, όταν το σώμα αρχίζει να προδίδει κι ο χρόνος στενεύει σαν ένας διάδρομος που σκοτεινιάζει, ο άνθρωπος, συνήθως, σωπαίνει. Ο Ανρί Ματίς έκανε το αντίθετο. Μίλησε πιο δυνατά από ποτέ. Όχι με λέξεις. Με χρώμα. Η έκθεση «Matisse, 1941–1954» δεν είναι απλώς μια αναδρομή. Η έκθεση είναι μια πρόσκληση, μια βόλτα σ’ έναν τελευταίο κήπο. Έναν κήπο φτιαγμένο όχι από χώμα και ρίζες. Είναι από χαρτί, ψαλίδι και φως. Εκεί όπου το μπλε δεν είναι απλώς μπλε. Είναι ανάσα. Εκεί όπου το κόκκινο δεν είναι αίμα, αλλά παλμός.
Είναι παράξενο να σκέφτεται κανείς ότι αυτή η έκρηξη ζωής γεννήθηκε μέσα από την αρρώστια. Το 1941, ο Ματίς βγαίνει από το χειρουργείο σχεδόν νεκρός. Η Ευρώπη καίγεται. Ο πόλεμος απλώνεται σαν σκιά πάνω από τις πόλεις, πάνω από τα σώματα, πάνω από την ίδια την ιδέα της ελευθερίας. Και όμως! Σ’ ένα δωμάτιο στη Νίκαια, ένας άνδρας μεγαλύτερης ηλικίας, καθηλωμένος σε μια καρέκλα, κόβει χαρτιά. Δεν ζωγραφίζει πια με πινέλο. Ζωγραφίζει με ψαλίδι. Σαν να θέλει να αποσπάσει μορφές κατευθείαν από τον αέρα. Κι όλο αυτό που βλέπω με γεμίζει χαρά. Είναι σαν τον δυνατό κρύο άνεμο που χτυπάει το πρόσωπο και θέτει σε λειτουργία το σώμα ξανά.
Τα cut-outs του δεν είναι απλώς τεχνική. Είναι μια πράξη απελευθέρωσης. Οι μορφές δεν περιορίζονται πια από τη γραμμή. Γεννιούνται από το χρώμα. Το μπλε σώμα των «Nus bleus» δεν είναι σώμα. Είναι ρυθμός. Είναι μια καμπύλη που θυμάται τον άνθρωπο χωρίς να τον μιμείται. Είναι η ουσία της κίνησης, απογυμνωμένη από περιττές λεπτομέρειες. Κι είναι σαν να πέρασε μέσα από φωτιά και να έμεινε μόνο το απολύτως αναγκαίο. Κι ίσως να ναι αυτό το μεγάλο μυστικό αυτής της ύστερης περιόδου. Η αφαίρεση ως σοφία.
Στα ογδόντα του, ο Ματίς δεν προσθέτει. Αφαιρεί. Δεν αναζητά το εντυπωσιακό. Αναζητά το ουσιώδες. Σαν να έχει καταλάβει ότι ο χρόνος δεν επιτρέπει πια πολυτέλειες. Κάθε γραμμή πρέπει να δικαιολογεί την ύπαρξή της. Κάθε σχήμα να στέκεται μόνο του, χωρίς στήριγμα. Στα σχέδια της σειράς «Thèmes et variations», η ίδια μορφή επανέρχεται ξανά και ξανά. Σαν ανάμνηση που δεν λέει να φύγει. Με κάθε επανάληψη, κάτι χάνεται. Κι όμως την ίδια στιγμή κάτι αποκαλύπτεται. Μέχρι που, στο τέλος, μένουν ελάχιστες γραμμές. Μέσα σ’ αυτές, υπάρχει ολόκληρη η ανθρώπινη παρουσία. Ο καλλιτέχνης έχει αγγίξει την απόλυτη απλότητα, λίγα στοιχεία, μέγιστη έκφραση. Είναι σαν να κοιτάς ένα πρόσωπο και να συνειδητοποιείς ότι δεν χρειάζεσαι τίποτα παραπάνω από επτά γραμμές για να το νιώσεις.
Και μετά έρχεται το χρώμα ξανά. Πάντα επιστρέφει. Στο «Jazz», οι μορφές μοιάζουν να αιωρούνται. Ο Ίκαρος πέφτει, αλλά δεν υπάρχει τραγωδία. Μόνο ένα μαύρο σώμα μέσα σε ένα σύμπαν από αστέρια. Το κίτρινο δεν είναι φως. Είναι ήχος. Το μπλε δεν είναι ουρανός. Είναι βάθος. Ο Ματίς δεν εικονογραφεί. Συνθέτει, όπως ένας μουσικός. Γι’ αυτό και το ονομάζει Jazz. Γιατί εδώ, το χρώμα αυτοσχεδιάζει. Και ενώ ο κόσμος γύρω του προσπαθεί να επουλώσει πληγές από τον πόλεμο, εκείνος δημιουργεί έναν άλλο κόσμο. Όχι ως φυγή, αλλά ως αντίσταση. Μια αντίσταση χωρίς βία. Μια αντίσταση μέσω της ομορφιάς.
Στους μεγάλους πίνακες με κομμένα χαρτιά, όπως η «La Tristesse du roi», υπάρχει κάτι βαθιά ανθρώπινο. Παρά τον τίτλο της θλίψης, η εικόνα πάλλεται. Είναι σαν ο ίδιος ο καλλιτέχνης να αναγνωρίζει το τέλος, αλλά να αρνείται να το αφήσει να γίνει σιωπή. Η θλίψη δεν είναι ακινησία. Είναι ρυθμός. Είναι μουσική. Είναι ζωή που συνεχίζει να επιμένει. Και έπειτα, το παρεκκλήσι της Vence. Ένα ολικό έργο τέχνης, εκεί όπου η αρχιτεκτονική, το φως, το χρώμα ερωτοτροπούν μέχρι να ενωθούν ολοκληρωτικά. Εκεί, ο Ματίς δεν φτιάχνει απλώς έργα. Φτιάχνει έναν χώρο. Το φως περνά μέσα από τα βιτρό και μετατρέπεται σε χρώμα που αγγίζει το σώμα. Δεν κοιτάς το έργο, βρίσκεσαι μέσα του. Είναι ίσως η πιο καθαρή μορφή τέχνης που δημιούργησε: μια τέχνη που δεν απαιτεί κατανόηση, μόνο παρουσία.
Σε αυτή την έκθεση, όλα αυτά συνυπάρχουν. Δεν υπάρχει διαχωρισμός ανάμεσα σε ζωγραφική, σχέδιο, βιβλίο ή ύφασμα. Όλα είναι εκφάνσεις της ίδιας ανάγκης: να μετατραπεί η ζωή σε μορφή. Και αυτή η ανάγκη γίνεται πιο έντονη όσο πλησιάζει το τέλος. Στα ογδόντα του χρόνια, ο Ματίς δεν μοιάζει με έναν άνθρωπο που αποσύρεται. Μοιάζει με κάποιον που μόλις ανακάλυψε τι σημαίνει να δημιουργείς. Σαν να έπρεπε να περάσει από τον πόλεμο, την αρρώστια, την αδυναμία, για να φτάσει σε αυτή την καθαρότητα. Ο Ματίς, στα ογδόντα του, δεν συνέχισε απλά. Επανεφηύρε την τέχνη του και επηρέασε την ιστορία της τέχνης.
Ίσως τελικά η τέχνη του δεν είναι απλώς όμορφη. Ίσως είναι απαραίτητη. Γιατί μέσα σε έναν κόσμο που καταρρέει, μας θυμίζει κάτι απλό και σχεδόν ξεχασμένο: ότι η ζωή, ακόμα και στο τέλος της, μπορεί να γίνει χρώμα.
Info
«Matisse, 1941–1954», Grand Palais, Παρίσι, έως τις 26 Ιουλίου