Εικαστικα

Αθήνα καλεί Θεσσαλονίκη και Μόσχα

Όλα για τη Συλλογή Κωστάκη, τη Ρωσική Πρωτοπορία και την έκθεση «Ο Κόσμος της Πρωτοπορίας: Πόλη, Φύση, Σύμπαν, Άνθρωπος»
Στέφανος Τσιτσόπουλος
7’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
UPD

Ο μύθος, το μακρύ ταξίδι και η ιστορία της Συλλογής Κωστάκη, που έρχεται στην Εθνική Πινακοθήκη: Ποιος ήταν ο συλλέκτης, ποιοι ήταν οι Ρώσοι πρωτοπόροι και γιατί αυτή είναι μια έκθεση που κανένας φιλότεχνος δεν πρέπει να χάσει

«Γνώρισα τον Ρότσενκο, τον οποίο εκείνα τα χρόνια δεν τον θεωρούσαν ζωγράφο, αλλά όλο κι όλο φωτογράφο. Όμως εκείνος ήταν ένας από τους πιο σπουδαίους καλλιτέχνες της αβάν-γκαρντ… Θεωρώ τον Ρότσενκο φιγούρα τραγική. Από το 1915 ως το 1920 δημιούργησε αριστουργήματα που ξεπερνούσαν κατά πολύ την εποχή τους. Εννοώ τα γραμμικά γεωμετρικά του έργα, τα οποία ξεκίνησε να κάνει ήδη από το 1916. Εντελώς απροσδόκητα, το 1920 σταμάτησε να ασχολείται μ’ αυτά. Πώς αποκόπηκε έτσι! Πήρε την κάμερα στο χέρι, αφοσιώθηκε στη φωτογραφία, άρχισε να κάνει πορτρέτα του Μαγιακόφσκι, να συνθέτει φωτομοντάζ, έφερε κάτι νέο στην τέχνη. Όμως έπαψε να υπάρχει ως ζωγράφος».

Ο Γεώργιος Κωστάκης και η απόκτηση έργων Ρωσικής Πρωτοπορίας

Ο «τρελοέλληνας» Γεώργιος Κωστάκης, που δεν είχε καμία καλλιτεχνική εκπαίδευση, αλλά εκκινούσε από το ένστικτο και το συναίσθημα, εργαζόμενος αρχικά ως οδηγός στην ελληνική πρεσβεία και στη συνέχεια ως επικεφαλής προσωπικού στην καναδική, άρχισε να συλλέγει έργα από καλλιτέχνες της Ρωσικής Πρωτοπορίας από τις αρχές της δεκαετίας του 1930. Να πώς θυμάται το ξεκίνημα αυτής της αγάπης του για το συγκεκριμένο κίνημα στην αυτοβιογραφία του, από την οποία ήδη παρέθεσα το απόσπασμα για τον Ρότσενκο:

«Όταν πρωτοαντίκρισα έργα της Ρωσικής Πρωτοπορίας –το πρώτο έργο που είδα ήταν ένας μικρός πίνακας της Όλγκα Ροζάνοβα– μου προκάλεσαν πολύ ισχυρή εντύπωση. Οι διάφοροι Ολλανδοί και Φλαμανδοί που αγόραζα ως τότε είχαν αρχίσει να με εκνευρίζουν. Στους τοίχους μου κρέμονταν 25-30 πίνακες, όλοι στις ίδιες χρωματικές κλίμακες, η μόνη διαφορά ήταν στο θέμα. Αλλού υπήρχε αναπαράσταση μιας κουζίνας, αλλού μιας νεκρής φύσης, αλλού κάτι διαφορετικό. Υπήρχαν φορές που με έτρωγαν τα χέρια μου, ήθελα να τους ξύσω, να τους γρατζουνίσω όλους αυτούς τους καφετιούς πίνακες, μην τυχόν και βγει κάτι άλλο από κάτω! Όταν αγόρασα τους πρώτους πίνακες της Πρωτοπορίας, τους πήγα στο σπίτι και τους κρέμασα δίπλα στους Ολλανδούς και τους Φλαμανδούς. Και μου δημιουργήθηκε η εντύπωση ότι έως τότε ζούσα σε ένα δωμάτιο με τα παντζούρια κλειστά. Σαν να το άνοιξα και εισέβαλε ορμητικά ο ήλιος. Εκείνη τη στιγμή αποφάσισα να εγκαταλείψω ό,τι άλλο συνέλεγα και να αφοσιωθώ αποκλειστικά στην απόκτηση έργων Ρωσικής Πρωτοπορίας. Αυτό συνέβη τελικά. Εν ολίγοις, αποφάσισα να γίνω συλλέκτης Πρωτοπορίας. Πολλοί φίλοι και συγγενείς μου με λυπούνταν. Θεωρούσαν ότι έκανα μεγάλο λάθος που αποχωρίστηκα την παλαιότερη συλλογή μου και άρχισα να αγοράζω πράγματα που όλοι με ομοψυχία θεωρούσαν “ανοησίες”».

Τι ήταν όμως αυτό που τον σαγήνεψε και τον μετέτρεψε σε φανατικό του συγκεκριμένου αισθητικού κινήματος;

Goodbye, Lenin

Ο όρος «Ρωσική Πρωτοπορία» επ’ ουδενί τρόπω αποτελεί εθνικό προσδιορισμό. Ένας γεωγραφικός προσδιορισμός είναι, που όμως μας βοηθά να κατανοήσουμε ότι στη Μόσχα και στην Αγία Πετρούπολη (μετέπειτα Λένινγκραντ), βρήκαν πρόσφορο, φιλόξενο και δημιουργικό έδαφος καλλιτέχνες από τη Ρωσία, τη Βαλτική, την Ουκρανία και τον Καύκασο. Αυτοί οι καλλιτέχνες ήταν που έλαβαν μέρος σε έναν εξαιρετικά ευρηματικό, ευφάνταστο και εμπνευσμένο διάλογο για τις τέχνες, αφού από τις απαρχές του το «κίνημα» ταυτίστηκε χρονικά με όλες τις συναρπαστικές και έντονες κοινωνικοπολιτικές εξελίξεις που καθόρισαν τη ζωή στη Ρωσία και την Ευρώπη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και οι οποίες, ξεκινώντας από μια περίοδο μακροχρόνιων διαδηλώσεων, εξεγέρσεων και κοινωνικών διεκδικήσεων στο εσωτερικό της, κορυφώθηκαν με τα γεγονότα που οδήγησαν στην Οκτωβριανή Επανάσταση.

Όμως, παρότι οι συνθήκες της καθημερινής ζωής και στην τσαρική Ρωσία αλλά και τις πρώτες μέρες των Σοβιέτ ήταν πολύ σκληρές, οι πειραματισμοί στις τέχνες, με τον ντανταϊσμό, τον κυβισμό, τον φουτουρισμό, τον εξπρεσιονισμό και τον σουρεαλισμό να εκρήγνυνται, έδωσαν τα υψηλότερα δείγματά τους μέσα σ’ εκείνο το περιβάλλον. Λογικό: καθώς ο πόλεμος έγινε σε μεγάλο βαθμό αντιληπτός ως η τελευταία πράξη του κόσμου, ο αποκαλυπτικός χαρακτήρας του, σε συνδυασμό με τον επαναστατικό τρόπο σκέψης, και η πεποίθηση πως οι τέχνες και η φιλοσοφία θα αλλάξουν τον κόσμο συνέβαλαν στην ανάγκη επαναδιατύπωσης των κοσμοθεωριών σε όλα τα επίπεδα: ο καπιταλισμός έπαψε να δρα ολομόναχος· ο σοσιαλισμός, ο φασισμός και ο κομμουνισμός δεν είναι τυχαίο πως αναμετρώνται απέναντί του, σ’ εκείνη την εποχή όπου όλα μπορούσαν ή ήταν πιθανό να συμβούν.

Ήταν η εποχή της μεγάλης αμφισβήτησης, ήταν ο καιρός που όλες οι προοπτικές ήταν ανοιχτές και ήταν οι καλλιτέχνες-πιονέροι που δεν φοβούνταν τις ρήξεις με το παρελθόν και έθεσαν εαυτούς στην υπηρεσία της μεγάλης αλλαγής.

Μαρία Τσαντσάνογλου: Με τα λόγια μιας εξπέρ

Η Μαρία Τσαντσάνογλου, καλλιτεχνική διευθύντρια της Συλλογής Κωστάκη στη Θεσσαλονίκη και απόλυτη μύστις, σε μια παλιότερη συζήτηση, έθεσε όλες τις παραμέτρους του ρεύματος:

«Όλοι πλέον τότε είχαν συνειδητοποιήσει ότι η ιστορία δεν αναπτύσσεται ευθύγραμμα, αλλά διακεκομμένα και με πολλά παρακλάδια. Παράλληλα ένας μεγάλος αριθμός από εφευρέσεις άλλαζε ραγδαία την καθημερινή ζωή. Το ηλεκτρικό ρεύμα, ο κινηματογράφος, το αεροπλάνο, το τηλέφωνο, η νέα βιομηχανική εποχή, η ανάπτυξη των πόλεων, η ισότητα των φύλων, η απελευθέρωση από κάθε είδος παγιωμένου συντηρητισμού, η θεωρία της σχετικότητας και το διαρκές βλέμμα στο μέλλον δημιούργησαν μια έκρηξη προοδευτικής δημιουργικότητας.

»Ο Μαγιακόφσκι συγκλονίστηκε όταν είδε, μικρό παιδί, με τον πατέρα του, στο βουνό του Ιμερέτ στη Γεωργία, μια πλαγιά ηλεκτροφωτισμένη για τις ανάγκες του νεόκτιστου εργοστασίου του πρίγκιπα Νακασίτζε. Ο Βασίλι Καμένσκι πετούσε με αεροπλάνο και φανταζόταν τη ζωή μετά από εκατό χρόνια, ο Αλεξέι Κρουτσόνιχ πίστευε πως η γλώσσα δεν περιγράφει όσα θέλει να διηγηθεί και επινόησε μια νέα, υπέροχη γλώσσα.

Για να βγει η τέχνη στον δρόμο, έπρεπε καταρχήν να ενταχθεί στο ίδιο το σώμα των καλλιτεχνών. Ο Νταβίντ Μπουρλιούκ, η Ναταλία Γκοντσαρόβα και ο Μιχαήλ Λαριόνοφ κυκλοφορούσαν στον δρόμο με τα πρόσωπά τους ζωγραφισμένα. Ο Δανιήλ Χαρμς ενέπλεκε τους συμπολίτες του στους πιο απρόσμενους και φαινομενικά παράλογους διαλόγους, ο Αλεξάντρ Μπογκτάνοφ πίστευε πως θα πετύχει την αθανασία με συστηματικές μεταγγίσεις αίματος και θα οδηγήσει την κοινωνία σε ένα νέο τεχνολογικό και διανοητικό επίπεδο μέσα από τη θεωρία της τεκτολογίας, η οποία έβαλε τις βάσεις για την επιστήμη της κυβερνητικής.

Ο Καζιμίρ Μαλέβιτς πίστευε πως η τέχνη θα απελευθερώσει την τέταρτη και την πέμπτη διάσταση. Ο Μιχαήλ Ματιούσιν πίστευε πως με την άσκηση μπορεί να επιτευχθεί η διεύρυνση του πεδίου όρασης, ο Ιβάν Κουντριασόφ πίστευε πως οι άνθρωποι σύντομα θα πετάξουν στο διάστημα, ο Γκεόργκι Κρούτικοφ σχεδίασε τις πρώτες διαστημικές αποικίες και ο Βλαντίμιρ Τάτλιν σχεδίασε το ιπτάμενο ποδήλατο. Η Λιουμπόβ Ποπόβα άλλαξε ριζικά την αισθητική των ρούχων, προτείνοντας νέες γραμματοσειρές και ευέλικτες πολυμορφικές κατασκευές, η Λίλι Μπρικ ήταν μια από τις πρώτες γυναίκες που οδήγησαν αυτοκίνητο και η Αλεξάντρα Κολοντάι υποστήριξε θεωρητικά την απελευθέρωση των ανθρώπων από τις δεσμεύσεις του γάμου».

Ό,τι αρχίζει ωραία τελειώνει με πόνο

Δυστυχώς, μπορεί η τέχνη της Ρωσικής Πρωτοπορίας να ήταν εξαιρετικά απελευθερωμένη και πειραματική, ήταν όμως ταυτόχρονα και πολύ προοδευτική για να γίνει αποδεκτή από το σταλινικό καθεστώς. Έτσι τα γκουλάγκ, οι εκτοπίσεις, οι εξαφανίσεις, η λογοκρισία και η μετανάστευση διέλυσαν τους ανθρώπους και το κίνημα. Οι Ρώσοι πρωτοπόροι έπεσαν σε δυσμένεια, η αισθητική, η ανυπότακτη πρακτική τους και η αδέσμευτη σκέψη τους, ενώ στην αρχή στρατεύτηκε με τα ιδανικά των Μπολσεβίκων, στην πορεία έγινε ανεπιθύμητη από τον Στάλιν, καθώς τελούσε σε πλήρη διάσταση με τον κυρίαρχο σοσιαλιστικό ρεαλισμό του καλού συντρόφου και του ακάματου εργάτη.

Ακριβώς τότε, μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ξεκινά το ψάξιμο και η έρευνα του συλλέκτη Κωστάκη, όταν σε υπόγεια και πατάρια βρίσκει συγγενείς και φίλους των καλλιτεχνών κι αρχίζει να δημιουργεί τη συλλογή του. Στα απομνημονεύματά του, στα οποία καταφεύγω για άλλη μια φορά, αφηγείται την κομβική συνάντησή του με τον Μιχαήλ Λαριόνοφ και τη Ναταλία Γκοντσαρόβα στο διαμέρισμά τους στο Παρίσι, τριάντα χρόνια μετά τη φυγή των καλλιτεχνών από τη Ρωσία:

«Ξέρεις, Κωστάκη, μαθαίνω ότι έχεις μια πολύ καλή συλλογή. Άκου τώρα, αγαπητέ φίλε μου, θέλω να μην αγοράσεις τίποτα από εδώ. Ούτε πικάπ ούτε δίσκους ούτε τίποτα. Θέλω να κρατήσεις όσες βαλίτσες σού επιτρέπονται για να πάρεις μαζί σου στη Ρωσία όσο πιο πολλά έργα δικά μου και της Νατάσας μπορείς. Αν δεν έχεις χώρο στη δική σου συλλογή, μοίρασέ τα σε άλλους συλλέκτες. Ξέρω πως στη Ρωσία μας αγαπούνε και συλλέγουν τα έργα μας. Και, όταν γυρίσεις πίσω στη Μόσχα, θέλω να πας στο Υπουργείο Πολιτισμού και να τους πεις ότι αποφασίσαμε να σταλούν όλα τα έργα μας στη Μόσχα όταν πεθάνουμε. Γιατί εδώ στη Γαλλία δεν μας φέρθηκαν καλά. Δεν μας θεωρούν καλλιτέχνες».

Συναρμολογώντας την Ιστορία από την αρχή ή με δύναμη από τη Θεσσαλονίκη!

Ερχόμενος σε επαφή με τις οικογένειες του στενού κύκλου των ξεχασμένων ή κυνηγημένων καλλιτεχνών που ακόμα ζούσαν, ο Κωστάκης επί τρεις δεκαετίες συγκέντρωνε μεθοδικά έργα Ρωσικής Πρωτοπορίας, δημιουργώντας την περίφημη συλλογή του. Αυτός ο Έλληνας ήταν που διέσωσε από την καταστροφή και τη λήθη το εξαιρετικά σημαντικό τμήμα της ευρωπαϊκής τέχνης του 20ού αιώνα, αφού πίστευε ότι η παραγνώρισή της ήταν ένα τραγικό λάθος και ότι «οι άνθρωποι θα τη χρειάζονταν και θα την εκτιμούσαν κάποια μέρα». Μετατρέποντας το διαμέρισμά του στη Μόσχα, κατά τις δεκαετίες 1960 και 1970, σε «άντρο» άμεσα συνδεδεμένο με την απαγορευμένη τέχνη της πρωτοπορίας, λειτούργησε κατά κάποιον τρόπο και σαν ένα ανεπίσημο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης για όσους επιθυμούσαν να μυηθούν στο σύμπαν της.

Ο Κωστάκης έφυγε από τη Ρωσία με τη συλλογή του το 1977, αφήνοντας στην Πινακοθήκη Τρετιακόφ ως δωρεά 834 έργα, ενώ μετά την πρώτη έκθεση στο Μουσείο Τέχνης του Ντίσελντορφ το 1977, ιδίως όμως μετά την έκθεση στο Μουσείο Γκούγκενχαϊμ της Νέας Υόρκης το 1981, η συλλογή επιτέλους βρήκε τη θέση της στον κόσμο, περιοδεύοντας στα σημαντικότερα μουσεία της Ευρώπης, των ΗΠΑ και του Καναδά. Πέθανε στην Αθήνα το 1990 και, 5 χρόνια αργότερα, τον Δεκέμβριο του 1995, πραγματοποιήθηκε στην Εθνική Πινακοθήκη – Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτσου η πρώτη έκθεση της συλλογής του στην Ελλάδα, σε επιμέλεια της Άννας Καφέτση.

Το γεγονός αποτέλεσε θρυαλλίδα εξελίξεων για την ιστορία των μουσειακών θεσμών στην Ελλάδα: η αγορά των 1.277 έργων της συλλογής ολοκληρώθηκε από το ελληνικό δημόσιο τον Μάρτιο του 2000 και με απόφαση του Υπουργείου Πολιτισμού  συλλογή περιήλθε στο νεοϊδρυθέν τότε Κρατικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης της Θεσσαλονίκης, το οποίο τον Νοέμβριο του 2018 μετεξελίχθηκε στον Μητροπολιτικό Οργανισμό Μουσείων Εικαστικών Τεχνών Θεσσαλονίκης (MOMus). Μετά την ολοκλήρωση της αγοράς, η οικογένεια του Γιώργου Κωστάκη δώρισε στο μουσείο το αρχείο του συλλέκτη, που αποτελείται από πάνω από 2.000 πολύτιμα αντικείμενα (χειρόγραφα, εκδόσεις, φωτογραφίες, αφίσες, τετράδια καλλιτεχνών, ζωγραφικά σχέδια). Ο μύθος της θα συναντηθεί ξανά με την Αθήνα, αφού η Εθνική Πινακοθήκη, σε συνεργασία με το MOMus – Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης – Συλλογή Κωστάκη, εγκαινιάζει στις 15 Απριλίου την επετειακή έκθεση με τίτλο «Ο Κόσμος της Πρωτοπορίας: Πόλη, Φύση, Σύμπαν, Άνθρωπος». 

Η έκθεση θα φιλοξενήσει έργα των:

Αλεξέι Μπάμπιτσεφ, Βασίλι Μπομπρόφ, Βαρβάρα Μπούμπνοβα, Ίλια Τσάσνικ, Βασίλι Τσεκρίγκιν, Αλεξάντρ Ντρέβιν, Μπόρις Έντερ, Ξένια Έντερ, Μαρία Έντερ, Γιούρι Έντερ, Πάβελ Φιλόνοφ, Νικολάι Γκρίνμπεργκ, Γιελένα Γκούρο, Κάρελ Ιόγκανσον, Βασίλι Καντίνσκι, Γκούσταβ Κλούτσις, Ιβάν Κλιουν, Αλεξέι Κρουτσόνιχ, Ιβάν Κουντριάσοφ, Νικολάι Λαντόφσκι, Ελ Λισίτσκι, Καζιμίρ Μαλέβιτς, Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκι, Μιχαήλ Ματιούσιν, Γκριγκόρι Μίλερ, Πετρ Μιτούριτς, Αλεξέι Μοργκούνοφ, Σολομόν Νικρίτιν, Ιβάν Πούνι, Μιχαήλ Πλάξιν,  Λιουμπόφ Ποπόβα, Κλίμεντ Ρέντκο, Αλεξάντρ Ρότσενκο, Όλγκα Ροζάνοβα, Ρομάν Σεμάσκεβιτς, Αντονίνα Σοφρόνοβα, Βαρβάρα Στεπάνοβα, Νικολάι Σουέτιν, Βσέβολοντ Σουλίμο-Σαμουίλο, Βλαντίμιρ Τάτλιν, Ναντέζντα Ουντάλτσοβα, Κονσταντίν Βιάλοφ, Αλεξάντρ Βολκόφ.

Γενική Διεύθυνση: Συραγώ Τσιάρα
Eπιμέλεια έκθεσης: Συραγώ Τσιάρα, γενική διευθύντρια ΕΠΜΑΣ, Μαρία Τσαντσάνογλου, καλλιτεχνική διευθύντρια MOMus –Μουσείου Μοντέρνας Τέχνης–Συλλογή Κωστάκη
Αρχιτεκτονικός Σχεδιασμός: Nadja Korbut - Kiril Ass
Συντονισμός Παραγωγής: Ειρήνη-Δάφνη Σάπκα (ΕΠΜΑΣ), Αγγελική Χαριστού (MOMus)
Οπτική Ταυτότητα: DpSAthens: Δημήτρης Παπάζογλου, Αριστομένης Τζάνος