Εικαστικα

Πίσω από μια ζωγραφισμένη πόρτα στα Σεπόλια

Επίσκεψη στο σπίτι του αυτοδίδακτου ζωγράφου Χρήστου Τσίντζου
Έλενα Ντάκουλα
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
UPD

Ο Χρήστος Τσίντζος ξεκίνησε να ζωγραφίζει σε ηλικία πενήντα εννέα ετών, πάνω σε έναν τοίχο του σπιτιού του

Τα Σεπόλια είναι από εκείνες τις αθηναϊκές συνοικίες που σπάνια μπαίνουν στον χάρτη του ενδιαφέροντος. Μια γειτονιά χαμηλόφωνη, μακριά από τουριστικές διαδρομές και αφηγήσεις «εξευγενισμού», με μικρά σπίτια, πολυκατοικίες διαφορετικών εποχών και έναν αστικό ιστό που διατηρεί ακόμη ίχνη καθημερινής ζωής. Ανάμεσα σε δρόμους που δεν υπόσχονται αποκαλύψεις, στην οδό Δόρδου 62, ένα μικρό σπιτάκι ξεχωρίζει διακριτικά, όμως ο ζωγραφισμένος τοίχος του κήπου και η εξώπορτα αρκούν για να σε προϊδεάσουν ότι πίσω τους κρύβεται κάτι διαφορετικό από ένα ακόμη ανώνυμο κτίσμα της πόλης.

Στα Σεπόλια, το ζωγραφισμένο σπίτι του Χρήστου Τσίντζου

Εκεί ζει και δημιουργεί ο Χρήστος Τσίντζος, αυτοδίδακτος, απλοϊκός ζωγράφος, όπως ο ίδιος επιλέγει να αυτοπροσδιορίζεται. Μας υποδέχθηκε χαμογελαστός στην εξώπορτα, η οποία από μόνη της σε βάζει αμέσως στο κλίμα. Η πόρτα, τα τζάμια της, αλλά και οι τοίχοι δεξιά κι αριστερά είναι ζωγραφισμένοι. Μπαίνοντας στο μικρό χολάκι, το βλέμμα πέφτει στο πάτωμα, κι αυτό φιλοτεχνημένο, γεμάτο λουλούδια. Όπου κι αν στρέψεις το βλέμμα, δεν υπάρχει λευκός τοίχος: πίνακες ο ένας δίπλα στον άλλον, ζωγραφιές απευθείας πάνω στις επιφάνειες, χρώμα παντού.

Η επιπεδόγλυφη σύνθετη ζωγραφική του θυμίζει λαϊκή τέχνη και ακολουθεί όλα τα γνωρίσματά της με την αισθητική αρμονία, τη χρωματική ποικιλία, τη λογική συνέπεια στην οργάνωση. Όπως μου λέει, αυτά που ζωγραφίζει τα βγάζει από μέσα του. Δεν αποδίδει όσα βλέπει, αλλά όσα αισθάνεται ή έχει ονειρευτεί. Οι μορφές, τα λουλούδια, τα σύμβολα μοιάζουν ανάγλυφα, κι αυτό είναι αποτέλεσμα μιας δικής του τεχνικής, με τη χρήση τεσσάρων διαδοχικών στρώσεων χρώματος. Κάθε έργο, μικρό ή μεγάλο, χαρακτηρίζεται από έντονη αφηγηματική διάθεση και απίστευτη προσοχή στη λεπτομέρεια. Έχει «ψυχή» και αποπνέει μια χαρά, μια αισιοδοξία, που μεταδίδονται σχεδόν αβίαστα στον θεατή.

Πίσω από αυτή την πρώτη αίσθηση φωτεινότητας, πολλά έργα κρύβουν ιστορία και έντονα κοινωνικά ή πολιτικά μηνύματα. Ο ίδιος μπορεί να μιλά για ώρες για τον κάθε πίνακά του. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Δικαιοσύνη, την οποία απεικονίζει με διάφανο φόρεμα, γιατί, όπως εξηγεί, «η δικαιοσύνη είναι γυμνή», στηρίζοντας αυτή την επιλογή σε προσωπικά βιώματα. Στον τρόπο που μιλά, αλλά και στον τρόπο που ζει και εργάζεται, διακρίνει κανείς έναν αυθεντικό, γνήσιο και απλό άνθρωπο, με έντονες ευαισθησίες, αγάπη για την ιστορία και μια στάση ζωής που δεν διαχωρίζει τη ζωγραφική από την καθημερινότητά του. Η δημιουργία για τον Χρήστο Τσίντζο δεν είναι ρόλος, αλλά φυσική προέκταση του χαρακτήρα και της στάσης του απέναντι στη ζωή.

Με καμάρι μας δείχνει το τελευταίο του έργο: μια εσωτερική πόρτα, πάνω στην οποία έβαλε την τελευταία πινελιά λίγες ώρες πριν την επίσκεψή μας. Το μπάνιο του σπιτιού, που είχε υποστεί ζημιές από σεισμούς, το ανακατασκεύασε μόνος του· οι τοίχοι του είναι ζωγραφισμένοι με θαλασσινά θέματα, απ’ όπου, φυσικά, δεν θα μπορούσε να λείπει μια γοργόνα. Όλα τα έργα του είναι αποτέλεσμα δουλειάς είκοσι τριών χρόνων, αριθμημένα και καταχωρημένα σε βιβλίο-κατάλογο. Ο χώρος αποπνέει μια αίσθηση νοικοκυροσύνης και φροντίδας.

Ξεκίνησε να ζωγραφίζει σε ηλικία πενήντα εννέα ετών, πάνω σε έναν τοίχο του σπιτιού του. Όπως έχει πει, η επαφή του με την Ιστορία –μέσα από την επαναπροσέγγιση του Ηροδότου– λειτούργησε καταλυτικά. Όταν δημιούργησε το πρώτο αθηναϊκό καράβι για τη Ναυμαχία της Σαλαμίνας ένιωσε πως «τρελάθηκε», μην μπορώντας να πιστέψει ότι τα κατάφερε. Ακολούθησαν και άλλες μεγάλες συνθέσεις, όπως εκείνη για τις Θερμοπύλες, την οποία ξεκίνησε με την επιθυμία να αποκαταστήσει, με τον δικό του τρόπο, την ιστορική αδικία απέναντι στον ρόλο των Θεσπιών. Τα χρώματα που χρησιμοποιεί είναι ανεξίτηλα, δικής του επινόησης, και ενισχύουν το ανάγλυφο αποτέλεσμα των έργων του.

Παρότι το έργο του γεννήθηκε και εξελίχθηκε μακριά από το επίσημο καλλιτεχνικό κύκλωμα, έχει συμμετάσχει κατά καιρούς σε λίγες ομαδικές εκθέσεις, χωρίς όμως ποτέ να έχει συστηματική παρουσία στον χώρο της αγοράς της τέχνης. Ο ακαδημαϊκός Χρύσανθος Χρήστου ήταν από τους πρώτους που αναγνώρισαν την ιδιαιτερότητα της δουλειάς του και έγραψαν θερμά λόγια γι’ αυτή.

Βγαίνοντας στον κήπο, δεν μπορείς να μη σταθείς στη μικρή κατάφυτη αυλή. Στη γωνιά της υπάρχει ένα κοτέτσι με τρεις κότες. Η λεμονιά είναι φορτωμένη καρπούς, η ελιά εντυπωσιακά μεγάλη για το μέγεθος του χώρου, και οι τριανταφυλλιές περιμένουν την άνοιξη για να ανθίσουν. Ακόμη και οι γλάστρες είναι φτιαγμένες και ζωγραφισμένες από τον ίδιο.

Φεύγοντας, η σκέψη έρχεται σχεδόν αναπόφευκτα: ότι αυτό το όμορφο, ταπεινό σπιτάκι –ένα μικρό αξιοθέατο μέσα στον αστικό ιστό–, στους τοίχους του οποίου υπάρχει μια συναρπαστική εικονογραφική αφήγηση προσωπικών βιωμάτων, συναισθημάτων, αλλά και γεγονότων που σημάδεψαν την αρχαία και τη νεότερη ιστορία μας, θα έπρεπε να αξιοποιηθεί και να προστατευθεί, όπως ίσως θα συνέβαινε σε μια άλλη χώρα. Γιατί αν αφεθεί στην αδιαφορία, εύκολα μπορεί να χαθεί ή να πέσει θύμα μιας μπουλντόζας.

Ο Χρύσανθος Χρήστου, όπως μας εξομολογείται ο κύριος Τσίντζου, του είχε πει κάποτε ότι, δυστυχώς, όπως συμβαίνει συχνά, η αξία του θα εκτιμηθεί μόνο μετά θάνατον. Τότε όμως θα είναι αργά για να βιώσει ο ίδιος τη χαρά της αναγνώρισης, τόσο σημαντική για κάθε δημιουργό.