Εικαστικα

Θωμά Διώτη, γιατί δημιουργείς τεράστια απόκοσμα πλάσματα;

Οι «πολυμήχανοι» δράκοι του μας καλωσορίζουν στην γκαλερί Ζουμπουλάκη. Από πού ξεκίνησαν, όμως, και μέχρι πού θα φθάσουν;

Ιωάννα Γκομούζα
ΤΕΥΧΟΣ 844
5’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Θωμάς Διώτης - «Digging»: Ο καλλιτέχνης μιλάει στην Athens Voice για την έκθεσή του στην γκαλερί Ζουμπουλάκη.

Στο υπαίθριο εργαστήριό του στον Πλάτανο του Αγρινίου, ανάμεσα σε χωράφια με ελιές, ο Θωμάς Διώτης συνθέτει τα πιο ετερόκλητα αντικείμενα που βρέθηκαν στον δρόμο του – φανάρια οχημάτων, αεροδυναμικά φτερά από προφυλακτήρες, εκατοντάδες πλαστικές καρέκλες, πολύχρωμα παιχνίδια, στραπατσαρισμένα ποδήλατα. Η βροχή βουερή ντύνει με ξεσπάσματα κεραυνών την ώρα της δημιουργίας, κάπου κάπου ακούγεται και η καμπάνα από τον γειτονικό Αϊ-Δημήτρη, εκείνος όμως, παρότι μούσκεμα από την καταιγίδα, παλεύει με άλλα… θεριά. «Διαβάζει» σ’ ένα σπασμένο πλαστικό μια οστεώδη μορφή, ακροβατεί ανάμεσα σε επιφάνειες λεπτεπίλεπτες και ογκώδεις, σμιλεύει σ’ ένα σώμα με τη φωτιά τα παραπεταμένα που εμείς θα λογαριάζαμε για σκουπίδια. Κάπως έτσι γεννήθηκε το Digging, ο θεόρατος δράκος που παρουσίασε πέρσι στην έκθεση Διπλωματικών Εργασιών του Μεταπτυχιακού Εικαστικών Τεχνών της ΑΣΚΤ, κερδίζοντας τα βλέμματα. Αξέχαστος κι ο δεινόσαυρός του που δέσποζε στην ολόφωτη σάλα της Σχολής Εμποροπλοιάρχων της Ύδρας στην έκθεση του Hydra School Projects το καλοκαίρι του 2021

Όταν συστήνεται, ο 36χρονος εικαστικός δηλώνει πως έχει εργαστεί ως οδηγός φορτηγού, μάγειρας, αγρότης, αυτοκινητιστής, φανοποιός και κτηνοτρόφος και ότι η ενασχόλησή του με την τέχνη προέκυψε –και ακόμα έτσι τη βλέπει– σαν παιχνίδι. Είχε ανήσυχα χέρια από μικρός χωρίς ωστόσο τις κατάλληλες προσλαμβάνουσες για να αντιληφθεί από νωρίς πού θα τον οδηγούσαν τα ζωάκια που έπλαθε με πηλό από τα ποτάμια στα πέντε του. «Αν δεν προερχόμουν από την περιφέρεια, αν δεν είχα κάνει διαφορετικές δουλειές, πιστεύω πως δεν θα είχα την ίδια διευρυμένη αντίληψη για την τέχνη και ίσως θα είχα περιορίσει τη δημιουργικότητά μου ακολουθώντας έτοιμους κανόνες», δηλώνει.

Κοιτάζοντάς τον στην γκαλερί Ζουμπουλάκη λίγα εικοσιτετράωρα πριν τα εγκαίνια της έκθεσής του μπροστά σ’ ένα συνοθύλευμα από απροσδιόριστα σπαράγματα, χωρίς καμιά αρίθμηση ή άλλη οδηγία σύνθεσης, θ’ απορούσες πώς θα έβρισκε ξανά το καθένα τη θέση του στο σώμα του δράκου και, τελικά, γιατί τον γοητεύουν τόσο αυτά τα μυθικά πλάσματα. «Ως παιδί άκουγα τέτοιες ιστορίες από ηλικιωμένους στα καφενεία και τις πλατείες του χωριού. Αυτό που με εντυπωσίασε είναι πως η πίστη σε αυτά τα πλάσματα είναι κληρονομημένη, κοινή σε πολλούς πολιτισμούς και παραδόσεις. Για μένα η έννοια του δράκου ενσωματώνει τόσο το παρελθόν όσο και την δύναμη της φαντασίας, γιατί πρόκειται για ένα θερμόαιμο πλάσμα που συνδέεται με την απαρχή της καταγραφής των πρώτων ανθρώπινων σκέψεων. Είναι ένα κράμα μορφών άλλων ζώων και κάθε κομμάτι  της ιστορίας του βρίσκεται σε διαφορετικά μέρη του κόσμου, κάτι που τον κάνει παγκόσμιο πολιτιστικό φαινόμενο με πολλαπλές προελεύσεις».

Τι αντιπροσωπεύει ο δράκος για σένα σήμερα;
Ο δράκος του παρελθόντος ήταν εξόριστος μακριά από τις πόλεις και τα χωριά. Ο δράκος του σήμερα είναι εξόριστος στις οθόνες του υπολογιστή και από απειλή γίνεται συντροφιά όσων επίλεξαν να απομονωθούν στον ψηφιακό κόσμο, γιατί η κοινωνία του αψεγάδιαστου δεν τους αγκαλιάζει. Εκφράζει την ανάγκη πολλών ανθρώπων για ηθελημένη κοινωνική εξαφάνιση. Όταν ήρθα στην Αθήνα, αισθάνθηκα ξένος μεταξύ των ανθρώπων της γενιάς μου, ενώ ήμουν σε άρνηση να προσαρμοστώ στα τετριμμένα καλούπια της κοινωνίας της πόλης. Αυτός ήταν και ένας από τους λόγους που αποφάσισα να απομονώνομαι στο εργαστήριό μου στη φύση και να εκφράζομαι μέσα από απόκοσμα πλάσματα.

Εμπνέεσαι από εικόνες παρμένες από θρύλους και δημοτικά παραμύθια. Τι ρόλο παίζει στην δουλειά σου και στη ζωή σου η παράδοση;
Είναι μια σύνδεση που δεν μπορείς να αποφύγεις και είμαι ευγνώμων που έχω έντονη επαφή μαζί της στην επαρχία. Δεν κρύβεται στους διαδεδομένους θρύλους και τα παραμύθια, αλλά και σε καθημερινές διηγήσεις, μικρές άγνωστες ιστορίες θαμμένες στις μνήμες των λίγων. Η ελληνική παράδοση είναι μια πολύ βαριά κληρονομιά και, όσες προσλαμβάνουσες να έχεις από ξένους πολιτισμούς, κάτι σε τραβάει σε αυτήν και δεν σε αφήνει να την εγκαταλείψεις.

Τα υπερφυσικά όντα μπορεί να δημιουργούν μια αίσθηση απειλής. Τι σκέψεις θέλεις να ενεργοποιείς στον θεατή;
Τα υπερφυσικά όντα είναι σε μεγάλο βαθμό δημιουργήματα της ανθρώπινης φαντασίας και η αίσθηση της απειλής σχηματίζεται περισσότερο από τον φόβο για το άγνωστο. Στους μύθους, είχαν κρυφούς συμβολισμούς και μηνύματα σχετικά με την δύναμη του ανθρώπου απέναντι σε όσα φοβάται. Μέσα από τα έργα μου επιδιώκω να δημιουργήσω σύγχρονες αντιλήψεις γι’ αυτά τα πλάσματα, κυρίως μέσα από την χρήση και επιλογή του υλικού που ενέχει χιούμορ, κάνοντας σχόλια για τη σχέση του ανθρώπου μαζί τους.

Από που ξεκινά η ιδέα για ένα έργο; Τι συνιστά για σένα έμπνευση;
Η έμπνευση είναι ο οργασμός της συνύπαρξης του λογικού με το μη λογικό, κρύβεται πίσω από τον μετεωρισμό αυτού του δίπολου. Η ιδέα ξεκινά από το υλικό και πώς το μυαλό επεξεργάζεται μια απομονωμένη μορφή υπό άλλες συνθήκες. Η επιλογή του κάθε υλικού γίνεται με σύνεση και μετά από αρκετές σκέψεις. Μελετώντας συνολικά τη συλλογή μου, διαμορφώνω συνθέσεις στη σκέψη μου. Δεν σχεδιάζω τα γλυπτά μου πριν τα φτιάξω, αφήνω τη φωτιά να διαμορφώσει τη ροή της μορφής και αποφασίζω εκείνη την στιγμή την ιδέα.

«Χτίζεις» τις γλυπτικές εγκαταστάσεις σου με αντικείμενα που βρίσκεις. Τι κεντρίζει το ενδιαφέρον σου σε αυτά;
Επιλέγω εγκαταλελειμμένα αντικείμενα γιατί έχουν μακρά ιστορία, από την μέρα της κατασκευής τους, της συναρμολόγησής τους πάνω σε κάποιο άλλο αντικείμενο και τα γεγονότα που τα συνόδευσαν ώσπου να βρεθούν στον δρόμο. Είναι σαν να ορίζω εγώ τον τελικό τους προορισμό. Η μορφή τους με παραπέμπει σε κάτι που δεν είναι τόσο προφανές. Για παράδειγμα, οι πλαστικές καρέκλες δεν ήταν τυχαία επιλογή. Παρατήρησα την καρέκλα σπασμένη και συνειρμικά οδηγήθηκα στο ότι θα μπορούσε να παραπέμψει σε οστό. Πρόσεξα συγκεκριμένα σημεία που θα μπορούσαν να συμβάλουν στη δημιουργία μιας μορφής εντελώς διαφορετικής από την αρχική. Χρειάστηκαν πολλά χρόνια για να συγκεντρώσω υλικά για τα γλυπτά μου. Μπορεί όταν τα μάζευα, να μην ήξερα την τελική τους μορφή, ωστόσο το σχήμα, το χρώμα ή η σύνθεσή τους με παρέπεμπαν σε διαφορετική μορφή από την αρχική τους. Την ώρα της δημιουργίας ενστικτωδώς επιλέγω ποιο υλικό θα χρησιμοποιήσω για την συναρμολόγηση του έργου.

Γιατί επιλέγεις τη διαδικασία σύνθεσης μέσω των θερμικών συγκολλήσεων; Σκέφτομαι ότι φθάνεις στη νέα δημιουργία μέσα από την αλλοίωση του προϋπάρχοντος.
Η χρήση της φωτιάς συνέβαλε στην τιθάσευση των σκέψεων μου. Το μυαλό μου είναι σε εγρήγορση την ώρα που βλέπω τη φωτιά να σιγοκαίει το πλαστικό. Κάθε στιγμιαία αντίδραση του υλικού από την φωτιά κρατά ζωντανό το ενδιαφέρον μου, γιατί με κάνει να έχω αγωνία για το τι θα συμβεί.  Στην πραγματικότητα δεν αλλοιώνω ούτε καταστρέφω την ταυτότητα του αντικειμένου, θέλω να φαίνεται η ταυτότητά του γιατί είναι μέρος της ιστορίας του αλλά και σημαντικό στοιχείο για το ίδιο το έργο, ακόμα και αν είναι παράταιρα.

Οι εγκαταστάσεις σου απλώνονται στον χώρο. Παράλληλα, όμως δουλεύεις και παρουσιάζεις στην έκθεση και σχέδια στη μικρή επιφάνεια του χαρτιού. Τι σου προσφέρει το κάθε μέσο και οι διαφορετικές κλίμακες;
Η επιλογή της κλίμακας συνδέεται με μια ροή γεγονότων που συνοδεύουν την πράξη. Μεγάλωσα στη φύση, οπότε για να αντικρύσω αυτό που δημιουργώ, έπρεπε να γίνει πολύ πιο δυνατό από το κλαδί του δέντρου και οτιδήποτε άλλο γύρω μου. Κατά την διάρκεια των σπουδών μου στην Αθήνα επέλεγα να δημιουργώ μεγάλης κλίμακας έργα. Όταν πήγα στην Ιαπωνία, ως υπότροφος στο Tokyo University of Arts, Gedai, δεν είχα την αντίστοιχη δυνατότητα. Ο χώρος εργασίας ήταν αρκετά περιορισμένος, ενώ το (τροπικό) κλίμα με έκανε να στραφώ σε πιο μικρής κλίμακας έργα –σχεδίαζα πάνω σε αποδείξεις γιατί το μελάνι σ’ αυτό το χαρτί στεγνώνει αμέσως. Ξεκίνησα σε πολύ μικρή ηλικία να φτιάχνω μικρογλυπτά από λάσπη και μεγαλώνοντας αισθάνομαι πως ακόμα δεν έχω κάνει έργα που για μένα είναι μεγάλης κλίμακας και αυτό είναι κάτι που επιδιώκω.

Γιατί συνέχισες τις σπουδές σου στην Ιαπωνία και τι σου πρόσφερε αυτή η μαθητεία;
Τα πρώτα χρόνια στην ΑΣΚΤ δημιουργούσα γλυπτά με πρόσωπα που είχαν έντονες εκφράσεις, σχεδόν γκροτέσκ, κι έμοιαζαν πολύ με τις μάσκες του θεάτρου Νο, ενώ ο τρόπος που χειριζόμουν το μελάνι παρέπεμπε στις παραδοσιακές τεχνικές των Ιαπώνων. Αυτό συνέβαινε χωρίς να έχω μελετήσει την ιαπωνική κουλτούρα. Οι καθηγητές μου συνέστησαν να τη γνωρίσω σε βάθος και αποφάσισα να σπουδάσω εκεί για να μπορέσω να μελετήσω την πειθαρχημένη μαεστρία τους. Με εξέπληξε αυτή η πειθαρχία που έβλεπες από το πιο μικρό παιδί έως τον ηλικιωμένο, κάτι που εδώ δεν το θεωρούσα τόσο δεδομένο.

Τι άλλο να περιμένουμε από εσένα, λοιπόν, το επόμενο διάστημα;
Είμαι της άποψης ότι «ο καλλιτέχνης πρέπει να διατηρεί το μπαλόνι φουσκωμένο». Θέλω σε κάθε έργο να ξεπερνώ τον εαυτό μου και σκοπεύω να δημιουργήσω ένα έργο ακόμα μεγαλύτερης κλίμακας και δυσκολίας, με περισσότερα και πιο πολύπλοκα σε ταυτότητα υλικά, αλλά αυτό γίνεται σταδιακά και μεθοδευμένα.

Δείτε περισσότερες πληροφορίες για την έκθεση «Digging» του Θωμά Διώτη στην Γκαλερί Ζουμπουλάκη στο City Guide της Athens Voice

}