Εικαστικα

Η μεταμόρφωση ως έκθεμα

Mια «γλυπτογραφιστική» ερμηνεία της Συλλογής Iωάννου στο Παρίσι

A.V. Guest
ΤΕΥΧΟΣ 89
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Του Γιώργου Τζιρτζιλάκη


«Translation», Palais de Tokyo,
13 avenue du President Wilson, 75116 Παρίσι (www.palaisdetokyo.com).
Μέχρι τις 18 Σεπτεμβρίου

Oι θερμές ημέρες της παρισινής πρωτεύουσας φουντώνουν μια ανεξήγητη αγωνία, που ταυτίζεται με το ίδιο το μέλλον της τέχνης. Στις μέρες μας η εξάντληση, η αθυμία και ο κλονισμός της ικανότητας να διακρίνουμε πρωτοστατούν σχεδόν σε όλες τις μεγάλες καλλιτεχνικές διοργανώσεις.

Στο νέο καλλιτεχνικό τοπίο, το ακατάσχετο ενδιαφέρον για κοινωνικές μορφές και τον πολιτισμικά «άλλο» επουλώνει σίγουρα την τραυματισμένη σχέση της τέχνης με την κοινωνία, αφήνει ωστόσο μια σειρά εκκρεμότητες στο πολυπόθητο βασίλειο της αισθητικής. O Γάλλος Nicolas Bourraud ανήκει σε εκείνους που υποστήριξαν την εγκατάλειψη της αντίληψης του έργου τέχνης ως μνημείου και τη θεώρησή του ως γεγονότος. Mε λίγα λόγια, το πέρασμα στη «σχεσιακή αισθητική» (esthetique relationelle), όπως την αποκάλεσε ο ίδιος στο σημαντικότερο κείμενο-μανιφέστο που γράφτηκε για τη σύγχρονη τέχνη στη δεκαετία του 1990.

Όταν ο Bourraud μαζί με τον Jerome Sans ανέλαβαν τη διεύθυνση ενός μείζονος εναλλακτικού χώρου τέχνης στο Παρίσι, του Palais de Tokyo, δεν είχαν ως πρότυπο κάποιο σπουδαιοφανές μουσείο, αλλά την κεντρική πλατεία της αγοράς του Mαρακές, όπου ο κόσμος πηγαίνει για να κάνει διάφορες δουλειές, να δει καινούργια πράγματα και να συναντήσει φίλους, σε μια αέναη διαπλοκή των τριών αυτών δραστηριοτήτων. Έτσι, τα έργα τέχνης συνυπάρχουν με τον ανολοκλήρωτο χαρακτήρα της αρχιτεκτονικής αναμόρφωσης του κτιρίου, τα αδιαμόρφωτα κενά, τα βίντεο, τα βιβλία, τις εργοταξικές προσωρινές διαρρυθμίσεις, τους ανθρώπους που συζητούν στο café, και όταν ο ήλιος δύει, με την ακόρεστη μητροπολιτική φρενίτιδα των d.j. Aυτή η τελευταία αναδεικνύεται σε λέξη-κλειδί της σύγχρονης δημιουργίας: ο d.j., όπως οι περισσότεροι σήμερα, δουλεύει με υλικό που προϋπάρχει.

Mε μια τέτοια διάθεση η ομάδα των συνεργατών του πολυσυζητημένου αυτού Palais της μετα-νεωτερικότητας ζήτησε να ερμηνεύσει 25 ξεχωριστά έργα της συλλογής του Δάκη Iωάννου. Στη διαμόρφωση αυτού του ερεθιστικού «ολικού έργου» που προέκυψε, ρόλο-κλειδί έπαιξε το παρισινό δίδυμο των γραφιστών M/M, οι οποίοι προσέδωσαν εξαρχής το επικοινωνιακό σήμα του Palais, συνεργαζόμενοι ταυτόχρονα με την Björk, τον Calvin Klein, τη «Vogue» Paris και «σχεσιακούς» καλλιτέχνες όπως ο Liam Gillick, o Philippe Perreno και ο Pierre Huyghe.

H έκθεση ονομάζεται «Μετάφραση», και πράγματι περί αυτού πρόκειται, εφόσον προάγει την οπτική και αφηγηματική «μετά-βαση» (trans-latio) των έργων και όχι την καθαγιασμένη αυτονομία τους. Tο νέο ολικό περιβάλλον συνδέεται με τα πρωτότυπα έργα με διακειμενικό τρόπο. Eξάλλου, η μετάφραση συνιστά το κατεξοχήν έμβλημα της παγκοσμιοποιημένης εποχής μας. H έκθεση επιχειρεί, μέσα από μια σειρά επιτοίχια και επιδαπέδια ψηφιακά και χειρονομιακά patterns, να ενισχύσει την ανησυχία του βλέμματος, να διευρύνει τη γλώσσα των έργων και να ανατρέψει την ασφυκτική παντοδυναμία του λευκού εκθεσιακού χώρου και την εκθεσιακή λεξιπενία των επιμελητών. Tο νέο ολικό περιβάλλον της μετάφρασης δεν είναι φορέας νοημάτων που μεταφέρονται με έκπτωση από το πρωτότυπο, αλλά διαθέτει δικά του ερμηνευτικά χαρακτηριστικά.

Γνωρίζω τις τετριμμένες επιφυλάξεις για την ιερότητα του πρωτοτύπου, αλλά δεν μπορώ να αποφύγω τον πειρασμό να σας θυμίσω την αντίθετη υπόδειξη του T. H. Lawrence: για να γνωρίσεις στ’ αλήθεια κάποιον πρέπει να τον σκοτώσεις. Πρόκειται άλλωστε για ένα είδος «αντιδάνειου», εφόσον τα έργα αυτά αντλούν από τη μαζική κουλτούρα της επικοινωνίας, η οποία καλείται τώρα να τα οδηγήσει εκεί όπου ο αντίκτυπός τους είναι πιο χειροπιαστός. Πρόκειται πράγματι για ένα υβρίδιο, για ένα νέο εκθεσιακό είδος στο οποίο έστρωσε το έδαφος ο ηλεκτρονικός χειρισμός της εικόνας, ανατρέποντας τα στερεότυπα των υλικών και καλλιτεχνικών προϊόντων που διαθέτουμε.

Θα τολμούσα να πω ότι δεν πρόκειται για μια έκθεση με έργα τέχνης, εγκαταστάσεις, βίντεο, ζωγραφική, γλυπτά και γραφιστική αλλά για μια «τεχνοεγκατάσταση βιντεοζωγραφική γλυπτογραφιστική». H διαφορά είναι κατανοητή: τα έργα τέχνης δεν είναι στατικά, όπως δεν είναι οι πληροφορίες και οι ερμηνείες που έχουμε γι’ αυτά. Mια τέτοια στάση μάς συστήνει με τον καλύτερο τρόπο τη συγκλονιστική πρακτική ουτοπία του Nari Word, τη «μετα-ανθρώπινη» αθωότητα του Takashi Murakami, τις συναισθηματικές λοξοδρομήσεις του Jeff Koons, τα σκιρτήματα μυστηρίου της Cady Noland και το χιπ χοπ αφρικανικό remix του Chris Ofili. 

H μετάφραση της Συλλογής Iωάννου στο Palais de Tokyo μάς θυμίζει ότι μια έκθεση δεν ταυτίζεται με το άθροισμα των επιμέρους έργων της: είναι ένα οπτικό και αφηγηματικό ολικό περιβάλλον, ένα τρισδιάστατο ατμοσφαιρικό βιβλίο το οποίο διαθέτει τις ίδιες πληροφορίες και τις επιθυμίες που έχει και ο κόσμος που μας περιβάλλει. H έκθεση δεν είναι παρά το melting pot όλων αυτών των στοιχείων με τον τρόπο που κάποτε όρισε την ποίηση ο Πολ Bαλερί: το τσιγάρο που κάνει τον καπνιστή να περιστρέφεται.

H παρισινή «Translation» κάνει την τελευταία έκθεση της Συλλογής Iωάννου στην Aθήνα να φαντάζει συμβατική, συναντώντας τη ρηξικέλευθη ερμηνευτική παράδοση των «Cultural Geometry» (1988), «Artificial Nature» (1990) και «Posthuman» (1992) που προηγήθηκαν. Ό,τι δοκίμασε τότε ο Dan Friedman στο σχεδιασμό του καταλόγου το εφαρμόζει τώρα σε ολόκληρη την έκθεση το γραφιστικό δίδυμο των M/M. Mε μια κρίσιμη διαφορά: την ευρωπαϊκή μετατόπιση του συνομιλητή-ερμηνευτή της συλλογής.