Εικαστικα

Modigliani: μια επίσκεψη στην έκθεση της Tate Modern

Είναι ίσως η μεγαλύτερη αναδρομική έκθεση των έργων του

Νεκταρία Ζαγοριανάκου
5’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Στο μεγάλο νησί ο καιρός είναι μουντός. Ο ουρανός γαλατένιος. Ο κρύος αέρας εύκολα δίνει σχήμα στη ζεστή ανάσα. Λονδίνο, Κυριακή πρωί. Περπατάω στη Millennium Bridge, τη χαλύβδινη κρεμαστή γέφυρα για τους πεζούς που ενώνει το Bankside με την πόλη. Ο Τάμεσης ήρεμος, λίγοι γλάροι πετούν άτσαλα, αρκετός κόσμος κινείται προς την ίδια κατεύθυνση.

Μόνο ένας μπορεί να αναποδογυρίσει το σύμπαν όλο τέτοια ώρα. Υποδέχεται φίλους και θαυμαστές πιστούς στο σπίτι που τον φιλοξενεί, στην πινακοθήκη μοντέρνας τέχνης, στην Tate Modern, χαμογελώντας πονηρά, χρωματίζοντας τη μέρα. Φως.

Ζευγάρια ενήλικα, ανήλικα, υπερήλικα, παιδιά, έφηβοι, μωρά, καροτσάκια, σάντουιτς, μπουκαλάκια νερό, εφημερίδες, βιβλία, διαφημιστικά φυλλάδια όλα απλώνονται άναρχα στην τεράστια μοκέτα της μεγαλύτερης αίθουσας της πινακοθήκης. Και όλο αυτό το σκηνικό, το πολύχρωμο και πολύγλωσσο, το πολύβουο και αυθόρμητα στημένο, εξηγεί με μαεστρία την επιγραφή έξω από την πινακοθήκη: «Tate Modern-Free and open to all».

Η τέχνη και η ιστορία της μπορεί να διδάσκεται σε πανεπιστήμια, να μελετάται, να αναλύεται, να εμβαθύνεται σε εξειδικευμένα κέντρα, να διαβάζεται σε βιβλία. Ποτέ όμως ο άνθρωπος δεν έρχεται πιο κοντά της όσο σε φιλόξενα μουσεία που είναι ικανά να μετατρέψουν ένα μουντό πρωινό σε ουράνιο τόξο. Το μουσείο γίνεται σπίτι.

Είναι ίσως η μεγαλύτερη αναδρομική έκθεση των έργων του, τα οποία σήμερα πωλούνται σε αστρονομικές τιμές. Ο ίδιος τα πουλούσε για φαγητό ή για ποτό. Είτε για να καλύψει μικρο χρέη. Η ανέχεια ποτέ δεν στάθηκε εμπόδιο σε εκείνον. Ήταν γενναιόδωρος, περήφανος, επιρρεπής σε καταχρήσεις. Είχε προσωπικότητα.

Όταν ο Αμεντέο Μοντιλιάνι (1884 - 1920) αποφάσισε να φύγει από την Ιταλία για να προωθήσει την καλλιτεχνική του καριέρα, υπήρχε μονάχα ένα μέρος για να πάει. Το 1906, σε ηλικία είκοσι ενός ετών μετακόμισε στο Παρίσι.

Γεννήθηκε στην Τοσκάνη, στο ιταλικό λιμάνι του Λιβόρνο, μέλος μιας καλλιεργημένης οικογένειας Εβραίων Σεφαραδιτών, οι πρόγονοί τους είχαν εκδιωχθεί από την Ισπανία και την Πορτογαλία, το 1492.Τη μέρα που γεννήθηκε έσωσε την οικογένειά του. Ο νόμος προστάτευε το κρεβάτι της εγκύου γυναίκας κι ο πατέρας του στοίβαξε πάνω σ’ αυτό ό,τι πολυτιμότερο είχαν αποτρέποντας την οικονομική τους καταστροφή. 

Οι δικοί του ενθάρρυναν τις φιλοδοξίες του, τον προέτρεπαν να μάθει ξένες γλώσσες,  να ασχοληθεί με τη λογοτεχνία. Είχε εκπαιδευτεί για να γίνει ζωγράφος παρακολουθώντας μαθήματα στη Scuolalibera di Νudo της Φλωρεντίας, στη σχολή Καλών Τεχνών της Βενετίας. Είχε μελετήσει έργα της αναγέννησης. Γνώριζε τους μεγάλους καλλιτέχνες και το έργο τους.

Το Παρίσι είχε ποικιλία. Και ενθουσιασμό. Η σκέψη και από μόνη της ερεθιστική. Θα έβρισκε διαφορετικούς δρόμους έκφρασης, σκέψης, κουλτούρας, αισθητικής. Θα τελείωνε μια και καλή με τον συντηρητισμό. Θα διαμόρφωνε συμπεριφορά και δουλειά. Ήταν σίγουρος.

Η έκθεση στην Tate Modern ξεκινά με μια αυτοπροσωπογραφία του. Την έφτιαξε γύρω στο 1915. Ένα πορτρέτο στο οποίο παρουσιάζει τον εαυτό του ως τον κλόουν Pierrot. (Το έργο ανήκει στην Εθνική Πινακοθήκητης Δανίας, στην Κοπεγχάγη).

Η μορφή του κλόουν εκείνη την εποχή ήταν ιδιαίτερα οικία. Μονοπωλούσε το ενδιαφέρον. Εμφανιζόταν σεταινίες, θεατρικά έργα, αναρίθμητες εικόνες. Εκείνος ήθελε να δώσει τη δική του πινελιά.Ο κλόουν μπορεί να είναι κωμικός, ρομαντικός, μελαγχολικός, δραματικός, φοβικός να ερμηνευτεί από έναν ηθοποιό, να αποθανατιστεί από ένα ζωγράφο.

Σε έναν καινούργιο τόπο ανάμεσα σε αγνώστους, ανάμεσα σε δυνητικά νέους φίλους, συνοδοιπόρους καισυνεργάτες, το έργο σηματοδοτεί ότι ο Μοντιλιάνι ήταν έτοιμος να πλάσει τον καλλιτέχνη. Να εφεύρει τον εαυτό του. Είχε αποφασίσει να γεννήσει τον ζωγράφο. Ή και τον γλύπτη.

Ο Μοντιλιάνι λίγο μετά την άφιξή του στην πόλη αρχίζει να παρατηρεί καλλιτέχνες, χρώματα, θέματα, ζει στην Μονμάρτρη, αποφασίζει ότι η μποέμ ζωή του ταιριάζει. Η Sacré-Cœur είναι υπό κατασκευή. Τα θέατρα, τα καμπαρέ, ο κινηματογράφος χρωματίζουν τις βραδιές των καλλιτεχνών. Ο Πάμπλο Πικάσο ήταν γείτονας.

Ο Αμεντέο ξεκινά να ζωγραφίζει γυμνά. Πολλά έργα και σκίτσα του αγοράζει ο Paul Alexandre.Για περίπου δυο χρόνια (1911-1913) φτιάχνει γλυπτά. Αγαπά τις Καρυάτιδες. Φτιάχνει σκίτσα. Κλασσικές γυναικείες φιγούρες, ανδρικές, όρθιες, ερμαφρόδιτες με υψωμένα χέρια. Επηρεάζεται από τα μουσεία, πηγαίνει συχνά στο Λούβρο. Τα γλυπτά του είναι κυρίως κεφάλια, τα εκθέτει το 1912 στο Salon d’ Automne.

Ήταν φιλάσθενος. Είχε περάσει πλευρίτιδα. Η φυματίωση ήταν ανίατη, είχε διαγνωστεί όταν ήταν δεκαέξι χρονών. Την έκρυβε συστηματικά. Οι αλκοολικοί ήταν αποδεκτοί, οι φυματικοί περιθωριοποιούνταν. 

Ζωγραφίζει φίλους, συνοδοιπόρους, ερωμένες, ζωγράφους. Αρχίζει να βρίσκει το στιλ που θα τον χαρακτηρίσει. Ένας μακρύς λαιμός κάνει την εμφάνισή του. Θυμίζει κύκνο. Θα τον καθιερώσει. Και θα αγαπηθεί παράφορα.

Μέσα σε μια δεκαετία έχει μετατραπεί σε μια χαρακτηριστική φιγούρα της καλλιτεχνικής παριζιάνικης σκηνής. Είναι περσόνα στην αριστερή όχθη του Σηκουάνα. Όλοι τον ξέρουν στην Μοντπαρνάς. Ανήκει στην εκλεκτή κάστα που θέλει να εκφραστεί μέσα από την τέχνη. Οι φίλοι του είναι ποιητές, ηθοποιοί, μουσικοί, συγγραφείς. Ανάμεσα σε καυγάδες και ατελείωτες οινοποσίες ζωγραφίζει την ερωμένη του Beatrice Hastings. Η σχέση τους είναι ένα δημιουργικό ηφαίστειο.

Το 1916 ένας καινούργιος ντίλερ εμφανίζεται στο προσκήνιο που ακούσει στο όνομα Leopold Zborowski, τονστηρίζεικαι ο Μοντιλιάνι επιστρέφει στα γυμνά, για άντρες αγοραστές. Τα έργα σοκάρουν. Το Δεκέμβριο του 1917 στη μοναδική προσωπική του έκθεση, στην γκαλερί Bethe Weill, εκθέτει τριάντα έργα. Ένας αστυνομικός απαιτεί να αποσυρθούν από τη δημόσια θέα. Παραδοσιακά οι καλλιτέχνες στα γυμνά δεν έβαζαν τρίχες στο εφήβαιο. Ο Αμεντέο όμως ζωγραφίζει ό,τι βλέπει. Η έκθεση διήρκεσε μια μέρα.

Το Παρίσι βομβαρδίζεται, ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος σε λίγο καιρό θα τελειώσει, η υγεία του πηγαίνει από το κακό στο χειρότερο, κι οZborowski αποφασίζει να τον στείλει στη Γαλλική Ριβιέρα. Μεγάλο μέρος των φίλων του είναι ήδη εκεί. Και η φοιτήτρια της σχολής καλών τεχνών, η Jeanne Hébuterne είναι εκεί. Με τη μητέρα της. Είναι έγκυος στο πρώτο τους παιδί, τη Ζαν, η οποία θα γράψει αργότερα τη βιογραφία των γονιών της. Και θα αποκαλεί τον πατέρα της πρίγκιπα.

Στη Νίκαια έφτιαξε τα πιο δυνατά του έργα. Δούλευε πολύ. Γρήγορα. Τελείωνε μέσα σε μερικές ώρες. Επέστρεψε στο Παρίσι το 1919, ο πόλεμος είχε τελειώσει, η υγεία του είχε καλυτερέψει. Ζει με τηνJeanne. Είναι το δικό της πρόσωπο στα περισσότερα έργα. Είναι το κορίτσι, η έγκυος γυναίκα, η ερωμένη, τα χαρακτηριστικά της αλλάζουν συνέχεια. Είναι η διεισδυτική του ματιά, είναι οι ρόλοι που της δίνει. Την αγαπά. Θα την παντρευτεί. Θα ζήσει μαζί της. Οι ερωμένες του δεν μπορούν να την ανταγωνιστούν. Του είναι πιστή. Τον λατρεύει. Την ζωγραφίζει. Την έκανε αθάνατη.

Πέθανε τριάντα πέντε ετών. Η  Jeanne, έγκυος στο δεύτερο παιδί τους, αυτοκτονεί λίγες μέρες αργότερα. Η ζωή της δεν έχει καμία αξία χωρίς εκείνον.

Ο Αμεντέο μέσα σε δέκα χρόνια μεγαλούργησε. Τόσα ήθελε. Τόσα έζησε. Ήταν ελεύθερος. Αντικομφορμιστής.

Βγαίνοντας από την έκθεση, κοιτάω τις αμέτρητες κούνιες. Διαβάζω πως κάθε κούνια έχει σχεδιαστεί για τρία άτομα από Δανούς καλλιτέχνες.

«One, Two, Three, Swing!»Λένε πωςη ταλάντευση με δυο άλλους ανθρώπους έχει μεγαλύτερες δυνατότητες από τη μοναχική. Μας καλούν να συνειδητοποιήσουμε το δυναμικό του μαζί.

«Η συλλογική μας ενέργεια αντιστέκεται στη βαρύτητα και προκαλεί τους νόμους της φύσης».

Τα μάτια μου στέκονται σε έναν μικρό επισκέπτη.  Έχει γραπώσει το καινούργιο του μαξιλάρι που έχει επάνω ένα από τα έργα του Αμεντέο. Το παρατηρεί. Το παίρνει αγκαλιά, βολεύεται στο καροτσάκι τουκοιτώντας τον αδερφό του που λικνίζεται. Είναι κατάκοπος. Κλείνει τα μάτια, κοιμάται. Δεν ξέρω αν μεγαλώνοντας θα αγαπήσει τον Μοντιλιάνι. Ένα είναι σίγουρο. Θα τον θυμάται. Τον γνώρισε.

Το 1889 ο Henry Tate, ένας βιομήχανος, δώρισε τη συλλογή του στο βρετανικό έθνος και παρείχε χρηματοδότηση για την πρώτη TateGallery. Η πινακοθήκη μοντέρνας τέχνης γνωστή και ως Tate Modern, ιδρύθηκε το 2000 στο κτήριο που παλιότερα βρισκόταν ο σταθμός παραγωγής ενέργειας Μπανκσάιντ. Η επιβλητική της καμινάδα έχει ύψος 99 μέτρων. Άρτε πόβερα, εξπρεσιονιστές, ποπ αρτ, κυβισμός, φουτουριστές έχουν βρει εδώ το μόνιμο σπίτι τους.

Η έκθεση «Μοντιλιάνι» θα διαρκέσει έως τις 2 Απριλίου 2018.