Εικαστικα

Ο Balthus στο στόχαστρο

Χιλιάδες Αμερικανοί ζητούν την απόσυρση του έργου «Η Τερέζα ονειρεύεται» από το Μητροπολιτικό Μουσείο της Νέας Υόρκης

Ευγενία Μίγδου
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Ολίγα για τον ζωγράφο Balthus, με αφορμή την αίτηση που υπογράφουν αυτές της ημέρες χιλιάδες Αμερικανοί, προκειμένου το Μητροπολιτικό Μουσείο της Νέας Υόρκης (ΜΕΤ), να αποσύρει ως «ηδονοβλεπτικό» το έργο «Η Τερέζα ονειρεύεται» του Balthus. Σύμφωνα με το κείμενο της αίτησης, το εν λόγω έργο «εξιδανικεύει την παιδική σεξουαλικοποίηση», πράγμα ανεπίτρεπτο, ως φαίνεται, και σκανδαλώδες, ύστερα από τις αναρίθμητες υποθέσεις σεξουαλικών παρενοχλήσεων που είδαν πρόσφατα το φως της δημοσιότητας. Το μουσείο, αρνήθηκε να υποκύψει σε αυτό τον παραλογισμό, ισχυριζόμενο πως «αποστολή του είναι η συλλογή, μελέτη, συντήρηση και παρουσίαση σημαντικών έργων όλων των εποχών και όλων των πολιτισμών, προκειμένου να φέρνει σε επαφή τους ανθρώπους με την δημιουργία, τη γνώση και τις ιδέες…». Ο Εθνικός Συνασπισμός κατά της Λογοκρισίας, από την άλλη, εξέδωσε ανακοίνωση που υποστηρίζει το Μουσείο.

ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗ

Ο πολωνικής καταγωγής ζωγράφος Balthus (Balthasar Klossowski), γεννήθηκε στο Παρίσι, στις 29 Φεβρουαρίου του δίσεκτου έτους 1908 - σε μια «ρωγμή του χρόνου», όπως είχε πει ο μέντοράς του, Rainer Maria Rilke.

Μεγάλωσε σε περιβάλλον καλλιτεχνών (ο πολωνικής καταγωγής πατέρας του ήταν ιστορικός τέχνης και η ρωσίδα μητέρα ζωγράφος), ενώ ο ευρύτερος περίγυρος της οικογένειας απαρτιζόταν επίσης από καλλιτέχνες και διανοούμενους (Monet, Pierre Bonnard, Derain, Paul Vallery, André Gide, κ.α.)

Σε ηλικία 11 ετών εικονογράφησε τις περιπέτειες του γάτου που ονόμαζε Mitsou, τις οποίες εξέδωσε ο Rilke το 1921, γράφοντας ο ίδιος τον πρόλογο στα γαλλικά.

Ασκήθηκε στη ζωγραφική μόνος του, μελετώντας τους Μεγάλους Ζωγράφους: στο Λούβρο επικεντρώθηκε, κυρίως, στον Pοussin, και στην Ιταλία μελέτησε τα φρέσκο των Piero della Francesca, Masaccio και Masolino. Δεν είχε δοσοληψίες με την αβάντ γκαρντ της εποχής, και κρατούσε αποστάσεις από το μοντερνισμό. «Στην εποχή του Poussin η τέχνη ήταν μαεστρία. Στις μέρες μας είναι αδύνατη, διότι οι καλλιτέχνες δεν κατέχουν τις τεχνικές».

Οι πίνακες που άφησε ο Balthus είναι παραστατικοί, τα πορτραίτα και οι φιγούρες ακριβείας, οι συνθέσεις αυστηρές, όμως γεμάτες παραδοξότητες. Μεταξύ 1936 και 1939, ζωγράφισε την περίφημη σειρά των 10 πορτραίτων της Thérèse Blanchard, της νεαρής γειτόνισσάς του στο Παρίσι. Θεωρούνται από τα πιο ωραία έργα του. Την απεικονίζει να διαβάζει, να ονειροπολεί μόνη, κοντά στο γάτο ή τον αδελφό της. Η Thérèse ήταν η έμπνευση και το leitmotif στο έργο του μέχρι το τέλος της ζωής του, παρόλο που μέσα στα χρόνια οι μούσες άλλαζαν. Τα έφηβα κορίτσια άλλοτε διαβάζουν, άλλοτε ονειρεύονται ξυπνητά, κι άλλοτε πάλι εμφανίζονται απολύτως απορροφημένα από τον εαυτό τους. Οι απροσποίητες και ασυναίσθητες πόζες τους, αποπνέουν αισθησιασμό και νωχέλεια, και την ίδια στιγμή αδεξιότητα και εφηβική αγριάδα. Ο Balthus αποτυπώνει αυτήν ακριβώς την αντίφαση, την μυστηριώδη κατάσταση της εφηβείας στην κόψη μεταξύ αθωότητας και επίγνωσης. Και άλλοτε στο παρελθόν, κάποιοι κριτικοί χαρακτήρισαν τα έργα αυτά «άσεμνα» και «αισχρά», και τη ζωγραφική του, γενικώς, «σκανδαλώδη».

Πέθανε τον Φεβρουάριο του 2001, αφήνοντας πίσω 350 πίνακες και περίπου 1600 σχέδια. Ήταν από τους λίγους καλλιτέχνες που είδε τα έργα του στο Λούβρο, ενώ στους θαυμαστές και συλλέκτες πινάκων του συγκαταλέγονταν ο Πικάσο και ο Μιρό.

Επέμενε μέχρι τέλους, ότι «η ζωγραφική δεν προσφέρεται ως αντικείμενο συζήτησης, καθότι δεν υπάρχει γλώσσα που να τη χωράει».

*Και μια παλιά αθηναϊκή ιστορία: όταν το 1880 ο Ερρίκος Σλήμαν εγκαινίασε το Ιλίου Μέλαθρον, είχε τοποθετήσει στη στέγη του κτιρίου μια σειρά γυμνών κλασικών αγαλμάτων. Αμέσως κατέφθασε αγγελιοφόρος της κυβέρνησης, με αίτημα να απομακρυνθούν τα αγάλματα. Ο Σλήμαν έβαλε τα γέλια. Μάζεψε όσες μοδίστρες μπόρεσε να βρει, και την επομένη οι περαστικοί Αθηναίοι είδαν τα αγάλματα ντυμένα μέχρι τον αστράγαλο, πράγμα που βρήκαν ιδιαιτέρως αστείο. Μέχρι το απόγευμα, έφτασε δεύτερος απεσταλμένος να παρακαλέσει τον Σλήμαν να ξεντύσει τα αγάλματα. Φαίνεται πως το 1880, η Αθήνα, διατηρούσε ακόμα κάποια λογική.