Design & Αρχιτεκτονικη

Ιλίου Μέλαθρον: Το μέγαρο του Ερρίκου Σλήμαν στην καρδιά της Αθήνας

Σε αρχιτεκτονική του Τσίλερ που θαυμάζουμε μέχρι σήμερα
Έλενα Ντάκουλα
5’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Ιλίου Μέλαθρον: Η ιστορία του κτηρίου που στεγάζει σήμερα το Νομισματικό Μουσείο και συνδέθηκε άρρηκτα με το όνομα και το όραμα του διάσημου αρχαιολόγου Ερρίκου Σλήμαν

Ας κάνουμε ένα ταξίδι πίσω στον χρόνο, στα τέλη του 19ου αιώνα, μια εποχή που η Αθήνα διαμόρφωνε τον αστικό της χαρακτήρα και τα μέγαρά της δήλωναν φιλοδοξία, πλούτο και πολιτισμική αυτοπεποίθηση. Ένας από τους ωραιότερους δρόμους της πόλης με αυτά τα χαρακτηριστικά ήταν η οδός Πανεπιστημίου. Σχεδιασμένη ως βουλεβάρτο και γνωστή ως «η λεωφόρος με τις γαζίες», υπήρξε χώρος περιπάτου και κοινωνικής συναναστροφής των Αθηναίων.

Πέρα από την περίφημη αρχιτεκτονική Τριλογία, τον δρόμο πλαισίωναν επιβλητικά αρχοντικά, πολλά εκ των οποίων, δυστυχώς, δεν υπάρχουν πια. Ανάμεσα στα ελάχιστα που επέζησαν από εκείνη την εποχή και συνεχίζουν να αφηγούνται την ιστορία της πόλης ξεχωρίζει το Ιλίου Μέλαθρον, το μέγαρο που στεγάζει σήμερα το Νομισματικό Μουσείο – ένα σημείο όπου αξίζει να σταθούμε για να το επισκεφτούμε και να το θαυμάσουμε.

Ιλίου Μέλαθρον: Η ιστορία του μεγάρου του Ερρίκου Σλήμαν

Το μέγαρο αυτό συνδέθηκε άρρηκτα με το όνομα και το όραμα του Ερρίκου Σλήμαν, του διάσημου αρχαιολόγου που επέλεξε να εγκατασταθεί μόνιμα στην Αθήνα και να ανεγείρει ένα σπίτι-σύμβολο, ένα αρχιτεκτονικό αφήγημα που θα αποτύπωνε τη βαθιά του πίστη στον ομηρικό κόσμο και τη ζωή που είχε αφιερώσει στην αναζήτησή του. Το όνομα του μεγάρου, χαραγμένο στην πρόσοψή του, δεν είναι τυχαίο: «Ιλίου Μέλαθρον» σημαίνει «Μέγαρο της Τροίας» και συμπυκνώνει το ιδεώδες του ανθρώπου που ταύτισε το όνομά του με την ανακάλυψη της Τροίας και των Μυκηνών.

Για την υλοποίηση αυτού του σχεδίου, ο Σλήμαν στράφηκε στον Ερνέστο Τσίλλερ, τον σημαντικότερο αρχιτέκτονα της εποχής. Η σχέση τους δεν ήταν περιστασιακή. Οι δύο άνδρες γνωρίστηκαν το 1864, όταν ο Σλήμαν επισκέφτηκε για πρώτη φορά την Ελλάδα. Τότε ο Τσίλλερ τού παρέδωσε ένα φυλλάδιο με χάρτες και σχέδια της Τροίας, το οποίο είχε επιμεληθεί μαζί με τον αστρονόμο δρα. Σμιτ, ύστερα από επίσκεψή τους στην περιοχή. Η γνωριμία αυτή υπήρξε η απαρχή μιας ισόβιας φιλίας, βασισμένης στο κοινό τους πάθος για την αρχαιότητα και τον Όμηρο, και εξηγεί τον έντονα συμβολικό χαρακτήρα που απέκτησε το Ιλίου Μέλαθρον.

Αρχιτεκτονική και διακόσμηση

Το Ιλίου Μέλαθρον κτίστηκε την περίοδο 1878-1881 σε σχέδια του Ερνέστου Τσίλλερ και θεωρείται το κορυφαίο έργο του. Ο αρχιτέκτονας επέλεξε τον τύπο της ιταλικής αναγέννησης, προσαρμοσμένο στο νεοκλασικό πνεύμα της εποχής, δημιουργώντας ένα κτίριο επιβλητικό αλλά και κομψό. Χαρακτηριστικό της όψης προς την Πανεπιστημίου είναι οι δύο στεγασμένοι εξώστες με τους κίονες και τις τοξοστοιχίες, που προσδίδουν χάρη στο μέγαρο και ελαφρύνουν τον όγκο του.

Το κτίριο περιβαλλόταν στις τρεις πλευρές του από κήπο και υπήρξε το πλουσιότερο της Αθήνας, με κόστος κατασκευής που άγγιξε τις 440.000 δραχμές – ποσό τεράστιο για τα δεδομένα της εποχής. Ιδιαίτερη σημασία έχουν και οι χειροποίητες σιδεριές της περίφραξης, κατασκευασμένες βάσει σχεδίων του Τσίλλερ από Έλληνες σιδεράδες της Σχολής Βιομηχανικών Τεχνών, δείγμα της υψηλής ποιότητας της εγχώριας τεχνικής παραγωγής.

Το εσωτερικό του Ιλίου Μελάθρου είναι εξίσου εντυπωσιακό. Μια διπλή μαρμάρινη σκάλα οδηγεί στην είσοδο, ενώ ήδη από τον προθάλαμο οι τοίχοι κοσμούνται με ερωτιδείς, Σφίγγες και άλλα μυθολογικά θέματα που προσδίδουν έναν έντονα ελληνοπρεπή χαρακτήρα. Στον πρώτο όροφο βρίσκονταν η τραπεζαρία, η αίθουσα χορού και οι ξενώνες, χώροι αφιερωμένοι στην κοινωνική ζωή και τις επίσημες δεξιώσεις. Στην αίθουσα χορού ξεχωρίζει η ζωφόρος, που αφηγείται την ιστορία των ανασκαφών του Σλήμαν, ενώ η υπόλοιπη διακόσμηση ακολουθεί την πομπηιανή τεχνοτροπία.

Οι οροφογραφίες και οι τοιχογραφίες, έργα του Σλοβένου ζωγράφου Γιούρι Σούμπιτς, μαθητή του Γκρίπενκερλ, απεικονίζουν είτε πιστά αντίγραφα πομπηιανών θεμάτων είτε ευρήματα από τις ανασκαφές του Σλήμαν. Τα δάπεδα κοσμούνται με μωσαϊκά, φιλοτεχνημένα από Ιταλούς ψηφοθέτες, με γεωμετρικά σχήματα και σχηματοποιημένες παραστάσεις ευρημάτων από τις Μυκήνες και την Τροία. Τα κιγκλιδώματα και τα μαρμάρινα τζάκια κατασκευάστηκαν σε εργαστήρια της Αθήνας και του Πειραιά, ενώ στους τοίχους αναγράφονται παραθέματα αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων και ποιητών.

Ο μαίανδρος-σβάστικα και η παρεξήγησή του

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η χρήση του μαιάνδρου-σβάστικας ή τετρασκέλιου στον διάκοσμο του κτιρίου. Η λέξη «σβάστικα» προέρχεται από τη σανσκριτική λέξη svastika και σημαίνει ευτυχία και καλοτυχία. Πρόκειται για πανάρχαιο σύμβολο, διαδεδομένο ήδη από τη γεωμετρική εποχή, που αποδίδει τη συνεχή ροή, την εξέλιξη και την αέναη κίνηση των πραγμάτων. Ανάλογα με τη φορά του, αποκτά διαφορετικές σημασιολογικές αποχρώσεις· στον ινδουισμό, για παράδειγμα, η δεξιόστροφη μορφή του συνδέεται με τον θεό Βισνού και τις κοσμικές δυνάμεις του φωτός.

Ο Ερρίκος Σλήμαν είχε εντοπίσει το σύμβολο αυτό στις ανασκαφές του στην Τροία και το υιοθέτησε ως διακοσμητικό μοτίβο, αποδίδοντάς του έναν θετικό συμβολισμό, χωρίς καμία πολιτική ή ιδεολογική φόρτιση – μια διάσταση που προστέθηκε σε μεταγενέστερες εποχές. Η παρουσία του συμβόλου αυτού υπήρξε, ωστόσο, ένας από τους λόγους για τους οποίους οι γερμανικές Αρχές επέταξαν το κτίριο κατά τη διάρκεια της Κατοχής το 1940.

Ιλίου Μέλαθρον: Από ιδιωτική κατοικία δημόσιο μνημείο

Το Ιλίου Μέλαθρον εγκαινιάστηκε στις 31 Ιανουαρίου 1881 με λαμπρή δεξίωση και για πολλά χρόνια υπήρξε κέντρο της κοινωνικής και πνευματικής ζωής της Αθήνας. Μετά τον θάνατο του Ερρίκου Σλήμαν, το 1890, η σύζυγός του Σοφία άλλαξε τρόπο ζωής και περιόρισε τη χρήση της οικίας στο μισό της, όπου συνέχισε να δέχεται τους επισκέπτες της. Ανάμεσά τους και ο Ελευθέριος Βενιζέλος, στον οποίο είχε παραχωρήσει χώρο του μεγάρου για τη στέγαση του πολιτικού του γραφείου. Παράλληλα, ανέπτυξε έντονη φιλανθρωπική δράση, με κορυφαίο έργο της τη δημιουργία του «Σωτηρία», του πρώτου συστηματικού ελληνικού φθισιατρείου, στο οποίο αφιέρωσε τόσο τη ζωή όσο και την περιουσία της.

Το 1928 δώρισε στο Νομισματικό Μουσείο, το οποίο στεγαζόταν τότε στην ανατολική πτέρυγα της Ακαδημίας Αθηνών, τη συλλογή του Ερρίκου Σλήμαν, αποτελούμενη από νομίσματα και γλυπτούς λίθους, μαζί με δύο επιτραπέζιες ξύλινες προθήκες, σε σχέδια του Τσίλλερ.

Στη συνέχεια το μέγαρο πέρασε στο Ελληνικό Δημόσιο και για δεκαετίες στέγασε ανώτατους δικαστικούς θεσμούς, πριν αποδοθεί στον μουσειακό του ρόλο. Από το 1998 φιλοξενεί το Νομισματικό Μουσείο, με συλλογές που μέσα από 500.000 προσκτήματα ξετυλίγουν την ιστορία του νομίσματος από την προκερματική περίοδο έως τους νεότερους χρόνους – από τα τάλαντα μέχρι το πλαστικό χρήμα. Σήμερα, εκτός από μουσείο, αποτελεί έναν ζωντανό χώρο πολιτισμού, όπου ο επισκέπτης μπορεί να περιηγηθεί και να απολαύσει έναν καφέ στον κήπο του – μια από τις ωραιότερες κρυφές οάσεις πρασίνου της Αθήνας.

Ποιος ήταν ο Ερρίκος Σλήμαν

Ο Ερρίκος Σλήμαν γεννήθηκε το 1822 στο Νόιμπουκοβ της Γερμανίας, γιος ευαγγελιστή πάστορα. Η ζωή του ξεκίνησε με φτώχεια και δύσκολα βήματα: εργαζόταν σε μπακάλικο και σπούδαζε τη νύχτα, ενώ ένα σοβαρό ατύχημα τον άφησε για καιρό ανήμπορο. Μετά την ανάρρωσή του, μπήκε λαθρεπιβάτης σε ένα φορτηγό που ταξίδευε για τη Βενεζουέλα κι έγινε μούτσος – το πλοίο όμως ναυάγησε σε τρομερή φουρτούνα στις ολλανδικές θάλασσες. Ο Σλήμαν ήταν ένας από τους τρεις μόνο επιζώντες που πάλεψαν με τα μανιασμένα κύματα του Βορρά.

Έπειτα από μια περίοδο ασθενειών και στερήσεων, εγκαταστάθηκε στο Άμστερνταμ, όπου συμπλήρωσε τη μόρφωσή του στις ξένες γλώσσες και εργάστηκε σε εμπορικό γραφείο εξαγωγών. Το 1846 στάλθηκε στη Ρωσία εκ μέρους ελληνικής εταιρείας για να αναλάβει τις επιχειρήσεις της εκεί. Η ικανότητές του και η εργατικότητά του τον οδήγησαν σύντομα στην απόφαση να αποχωρήσει και να ιδρύσει δική του εταιρεία, η οποία τελικά τον έκανε πάμπλουτο. Τότε αποφάσισε να ζωντανέψει το μεγάλο του όνειρο: από έμπορος να γίνει αρχαιολόγος και να αφιερώσει τη ζωή και την περιουσία του στην ανασκαφή και ανάδειξη των θησαυρών της Τροίας και της Ελλάδας.

Σπούδασε αρχαιολογία στο Παρίσι, μελέτησε βιβλιοθήκες για τους αρχαίους πολιτισμούς και ταξίδεψε στην Αίγυπτο, στις Ινδίες, στην Κίνα και στην Ιαπωνία, πριν καταλήξει στη Μικρά Ασία για τις ανασκαφές του.

Το 1870 ξεκίνησε την πιο διάσημη ανασκαφή της ζωής του στην Τροία, αφού προηγουμένως είχε ερευνήσει την Ιθάκη αναζητώντας το παλάτι του Οδυσσέα. Καθοδηγούμενος από τις ομηρικές αναφορές, στράφηκε στον λόφο Χισαρλίκ, όπου, έπειτα από συμφωνίες με τους ιδιοκτήτες της γης, αποκάλυψε τα ερείπια ενός ανακτόρου κι έναν πλούσιο θησαυρό χρυσών αντικειμένων, μεταξύ των οποίων σκεύη, δαχτυλίδια και διαδήματα.

Παρά το γεγονός ότι τα ευρήματα ήταν περίπου 1.000 χρόνια παλαιότερα από την εποχή του Τρωικού Πολέμου, τα απέκρυψε και τα διασκόρπισε για να τα προστατεύσει. Οι ανασκαφές του συνεχίστηκαν στις Μυκήνες, όπου εντόπισε τους ταφικούς κύκλους με τους θολωτούς τάφους του Αγαμέμνονα και της Κλυταιμνήστρας. Αν και δέχτηκε κριτική για τις καταστροφικές μεθόδους του, ο Σλήμαν πιστώνεται με την εισαγωγή της ανασκαφής βάσει αρχαίων πηγών και με την ανάδειξη της αρχαιολογίας ως μέσου γνώσης και όχι μόνο «θησαυροθηρίας».

Η αγάπη του για την Ελλάδα αποτυπώθηκε και στη ζωή του: το 1869 νυμφεύθηκε τη Σοφία Εγκαστρωμένου ή Καστριώτη, κόρη Αθηναίου εμπόρου υφασμάτων, η οποία στάθηκε πολύτιμη συμπαραστάτρια στο έργο του και του χάρισε δύο παιδιά, τον Αγαμέμνονα και την Ανδρομάχη. Μαζί ταξίδεψαν σε Γερμανία, Γαλλία και Ιταλία, όπου η Σοφία συνέχισε τη μόρφωσή της, μαθαίνοντας ξένες γλώσσες, για να γίνει στην πορεία η πρώτη συνεργάτιδα, βοηθός και εμπνεύστριά του.

Ο Σλήμαν πέθανε το 1890 στη Νάπολη, αφήνοντας πίσω του ένα έργο που άλλαξε για πάντα την κατανόηση της μυκηναϊκής Ελλάδας και της αρχαιολογίας της Ανατολικής Μεσογείου. Ο τάφος του βρίσκεται στο Α΄ Τμήμα του Α΄ Νεκροταφείου Αθηνών.