Design & Αρχιτεκτονικη

Η Αρχιτεκτονική στο κατώφλι του χρόνου

Γράφει ο Τάσης Παπαϊωάννου, αρχιτέκτων-καθηγητής Σχολής Αρχιτεκτόνων ΕΜΠ

A.V. Guest
ΤΕΥΧΟΣ 500
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Περπατάμε μέσα σ’ έναν αρχαιολογικό χώρο. Αντικρίζουμε τα ερείπια, τους πέτρινους τοίχους, τις μαρμάρινες κολόνες που στέκουν ακόμη όρθιες, τα διάσπαρτα θραύσματα, τα ίχνη των δρόμων, τις περίτεχνες πλακοστρώσεις που χάνονται ανάμεσα στα χώματα. Καθώς τα παρατηρούμε, προσπαθούμε ταυτόχρονα να ανασυνθέσουμε νοερά την αρχική μορφή των κτισμάτων που κάποτε υπήρχαν εδώ, να φανταστούμε τους επιβλητικούς ναούς, τα περικαλλή αγάλματα που κοσμούσαν το χώρο, τα σπίτια που συγκροτούσαν τον ιστό της αρχαίας πόλης, κυρίως όμως φέρνουμε στο μυαλό μας τους ανθρώπους που τα κατασκεύασαν, τα ήθη και τα έθιμά τους, τις καθημερινές ασχολίες, τις συνήθειές τους.

Ίσως τότε συνειδητοποιούμε ότι η αρχιτεκτονική αποτελεί την πιο άμεση καταγραφή του τρόπου ζωής των ανθρώπων που έζησαν στο μακρινό παρελθόν. Πληροφορίες που φτάνουν ως εμάς σήμερα μέσω των υπολειμμάτων της, έτσι ώστε να μπορούμε να διερευνήσουμε με αξιοπιστία αυτό που συνιστούσε τον πυρήνα των συγκλονιστικών πολιτισμών του παρελθόντος. Ενώ όμως εκείνη την ώρα «ταξιδεύουμε» στο παρελθόν, την ίδια στιγμή μπορούμε, ακολουθώντας την αντίστροφη πορεία, να συνειδητοποιήσουμε επίσης ότι η αρχιτεκτονική, παρότι αναφέρεται και χτίζεται στο εκάστοτε παρόν, απευθύνεται κυρίως στο μέλλον. Τα κτίρια υπηρετούν τις ανάγκες των ανθρώπων που τα έχτισαν τη συγκεκριμένη ιστορική συγκυρία, ο χρόνος όμως που γράφει πάνω τους είναι πολύ μεγαλύτερος ή, όπως θα έλεγε ο Αντρέ Μπρετόν, «τρεμοπαίζουν πάνω τους οι ανταύγειες του μέλλοντος». Με αυτή την έννοια, η αρχιτεκτονική χαρακτηρίζεται από τη διαχρονική λειτουργία της, τη διαρκή προβολή της στο μέλλον.

Το αρχιτεκτόνημα έρχεται να ενταχθεί σ’ ένα συγκεκριμένο κάθε φορά περιβάλλον, δίπλα σε κτίρια που υπήρχαν εκεί πριν απ’ αυτό, αλλά και σε άλλα που θα κτιστούν πλάι του στο μέλλον. Δημιουργείται, θα μπορούσαμε να πούμε, ένας νέος τόπος μέσα στον τόπο, ενώ την ίδια στιγμή συντελείται μία αναπόφευκτη και δημιουργική όσμωση μεταξύ παλαιού και νέου. Η αρχιτεκτονική, περισσότερο από κάθε άλλη μορφή τέχνης, είναι –σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό– εξαρτημένη από τις εκάστοτε κοινωνικές συνθήκες. Πρέπει υποχρεωτικά να «διηθηθεί» μέσα από την κοινωνία ολόκληρη και η πορεία αυτή, αποτελεί την ικανή και αναγκαία συνθήκη ύπαρξής της. Γιατί, όπως αναφέρει ο Παναγιώτης Μιχελής, «η τέχνη, που σε κάθε εποχή αργεί περισσότερο απ’ όλες τις άλλες να δώσει έργα αντάξια της ιστορίας της, είναι η αρχιτεκτονική. (...) Χρειάζεται να αλλάξουν τα πνεύματα και να ζητήσει η κοινωνία ολόκληρη να βρει στην αρχιτεκτονική και με την αρχιτεκτονική την έκφραση του πολιτισμού της».

Στη φωτογραφία εποχής, το κτίριο μοιάζει εντελώς σύγχρονο με την εποχή μας και μόνο το αυτοκίνητο και το χαρακτηριστικό ντύσιμο της κυρίας μάς επαναφέρουν πίσω στο χρόνο που κτίστηκε το έργο. Αυτή η εξαιρετικά αργή και σταθερή εξέλιξη του αρχιτεκτονικού χώρου ζωής μέσα στο χρόνο, η οποία είναι βαθιά ριζωμένη στο διαχρονικό βίο των ανθρώπων, αποτελεί ένα από τα εγγενή χαρακτηριστικά της αρχιτεκτονικής. Η αντανάκλαση της πιο μακρινής παράδοσης πάνω στη δομή κάθε σύγχρονου κτίσματος είναι τελικά αυτή που το νοηματοδοτεί και του προσδίδει αξία. Θα λέγαμε τότε ότι η ίδια η ζωή αφήνει πάνω στην αρχιτεκτονική το χνάρι της πιο βαθιάς ουσίας της.

Για το λόγο αυτό, ίσως φαντάζει ανούσια σήμερα, η αγωνία πολλών σύγχρονων σταρ-αρχιτεκτόνων να πρωτοτυπήσουν και να εντυπωσιάσουν με τις «εκκεντρικές» μορφές των κτιρίων που σχεδιάζουν. Ο αρχιτεκτονικός χώρος είναι κάτι πολύ πέραν και έξω από αυτό που ορίζει απλώς η μορφή. Η αρχιτεκτονική είναι κάτι απολύτως σύγχρονο και την ίδια στιγμή κάτι πολύ παλιό που διαρκεί και ταξιδεύει μέσα στο χρόνο, εκφράζοντας πάντοτε στο χώρο το στοιχειωμένο κύκλο της ζωής και του θανάτου.

Le Corbusier, «Κατοικία Weissenhof», 1927. Το γνωστό κτίριο κατοικιών που κατασκευάστηκε στα πλαίσια της έκθεσης στο Weissenhof της Στουτγάρδης στην Γερμανία. Παναγιώτης Μιχελής, Αισθητικά Θεωρήματα, εκδ. Ίδρυμα Π.&Ε. Μιχελή, Αθήνα 1989, σελ. 274

Κεντρική Φωτό: Τάσος Βρεττός