Πολιτισμος

Πέντε γράμματα του Νίκου Νικολαΐδη

Τρία χρόνια μετά το θάνατό του και καθώς επανεκδίδεται το τελευταίο του βιβλίο, ο Βαγγέλης Ραπτόπουλος διαβάζει παλιά γράμματα του Νικολαΐδη και θυμάται

Βαγγέλης Ραπτόπουλος
ΤΕΥΧΟΣ 315
9’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Σκαλίζω τα χαρτιά μου. Από τα πέντε γράμματά του που έχω στα χέρια μου –ένα σταλμένο εδώ στην Αθήνα, τρία στη Στοκχόλμη κι ένα στην Αϊόβα Σίτι των ΗΠΑ–, το πρώτο φέρει την ημερομηνία «Φεβρουάριος 1980». Την προηγούμενη χρονιά είχαν προβληθεί «Τα κουρέλια τραγουδάνε ακόμα», που τον μετέτρεψαν εν μία νυκτί σε θρύλο του πιο ανήσυχου και αντισυμβατικού κομματιού της νεολαίας. Τον είχα κι εγώ περί πολλού, και του έστειλα το πρώτο μου βιβλίο, «Κομματάκια», που βγήκε επίσης το ’79. Για να λάβω μια θερμή επιστολή του («Πάντως είσαι “μέσα” και πολύ μάλιστα, αν καταλαβαίνεις τι εννοώ»), και τον αριθμό τηλεφώνου του. Πήγα σύντομα και τον είδα, πού αλλού, στην Κηφισιά, που εκείνος την έγραφε πάντα «Κηφησιά». Από τότε, αν και κατά διαστήματα χανόμασταν τελείως, δεν έπαψα να τον βλέπω ή να μιλάμε στο τηλέφωνο.

Ήμουν είκοσι χρονών εκείνη την εποχή, και αργότερα τον συνάντησα ασφαλώς κι αλλού, κυρίως όμως στο σπίτι του τον θυμάμαι. Το ίδιο αυτό σπίτι που πρωταγωνιστούσε στα ελεγειακά «Κουρέλια», και που η γλυκόπικρη ατμόσφαιρα της ταινίας το είχε σφραγίσει στα μάτια μου ανεξίτηλα. Κι όμως, έβλεπα ένα χαλαρό, ευγενικό, τρυφερό, και την ίδια στιγμή πάντα αυτοσαρκαζόμενο και κυνικό Νίκο, να περιφέρεται εκεί μέσα σαν το ψάρι στο νερό. Συνήθως καθόμασταν στο γραφείο του, το στενόμακρο σαν διάδρομο, με τις βιβλιοθήκες και τα στερεοφωνικά απ’ τη μία, και τα ατέλειωτα τζάμια που έβλεπαν στον κήπο-κτήμα απ’ την άλλη. Θυμάμαι την πελώρια, σαν χαλκά βέρα του και την αγάπη του για τα φαρδιά σκούρα γυαλιά ηλίου. Κι ένα λυκόσκυλο τέρας, που το κρατούσε όταν με υποδεχόταν ή με ξεπροβόδιζε, επειδή το φοβόμουν. Όλ’ αυτά υπό την άλλοτε ορατή κι άλλοτε αόρατη σκέπη της γυναίκας του, της Μαρί-Λουίζ.

Θυμάμαι τη βαθιά απόλαυση που ένιωσα διαβάζοντας το πρώτο του μυθιστόρημα, τον αμίμητο «Οργισμένο Βαλκάνιο». Ένας δημιουργός εμβληματικός στον κινηματογράφο, που επιπλέον έγραφε και μια ανάλογα τολμηρή και πρωτότυπη πρόζα. Ένας δημιουργός απροκάλυπτα επηρεασμένος από την αμερικάνικη μαζική κουλτούρα, όσο και οι επόμενες γενιές, όπως η δική μου. Μια διέξοδος στο ασφυκτικά πολιτικοποιημένο κλίμα της μεταπολίτευσης, όπου οι αναφορές στον Εμφύλιο και την Αριστερά είχαν καταντήσει του συρμού. Ειδικά για τον «Οργισμένο Βαλκάνιο» πίστευα ότι, αν ποτέ τον γύριζε σε ταινία, θα ήταν το αριστούργημά του. Εάν η ακαταμάχητη τεχνική του, η στιλιστική φαντασμαγορία του, επενδυόταν σε ένα τόσο βιωμένο (φαινομενικά), άμεσο και νεοελληνικό θέμα, το αποτέλεσμα θα ξεπερνούσε κάθε προηγούμενο.

Στα τέλη του ’83, πήραμε μέρος στην τηλεοπτική εκπομπή «Θέματα και βιβλία», μαζί με διάφορους άλλους συγγραφείς, από τον Τατσόπουλο ως τον Κουμανταρέα. Κι ο Νίκος, θυμάμαι, σηκώθηκε κάποια στιγμή νευριασμένος, κι εγώ δεν ξέρω πια με τι, και έφυγε από το πλατό, ενώ η εκπομπή συνεχίστηκε σαν να μην έτρεχε τίποτα! Το Μάιο του 1984 καταθέσαμε οι δυο μας μια ιδέα για ταινία με τον τίτλο «Το φυλάκιο», στο Κέντρο Κινηματογράφου, αλλά μας την έκοψαν. Ήταν μια ιστορία που ήθελα πολύ να γράψω και που υποτίθεται ότι αποτελεί τη συνέχεια του ημιτελούς μυθιστορήματός μου «Η αυτοκρατορική μνήμη του αίματος». Αργότερα πάλι, γύρω στο ’85, επί Βασιλικού στην ΕΡΤ, βρεθήκαμε να συζητάμε την περίπτωση να σκηνοθέτησει σε μίνι σίριαλ τα «Διόδια». Ο Βασιλικός πίστευε στο βιβλίο μου όσο κι ο Νίκος, αλλά ο τελευταίος απαιτούσε ένα επίπεδο κινηματογραφικής παραγωγής που δεν μπορούσε να προσφέρει η τηλεόραση. Ευτυχώς, τα σενάρια των έξι επεισοδίων που είχα προλάβει να γράψω, δουλεύοντας για καιρό μαζί με τον Νίκο (ένα απ’ αυτά χάθηκε, κατά την αποστολή του στην Κηφισιά!), μου φάνηκαν χρήσιμα στην τελική εκδοχή που σκηνοθέτησε αργότερα ο Κώστας Μαζάνης.

Θέλω να πω ότι ήρθαμε αρκετές φορές κοντά, και παραλίγο να συνεργαστούμε. Ανάμεσα στα βιβλία που έλεγε ότι θέλει να κάνει ταινία, εκτός από «Τα τζιτζίκια» μου, ήταν «Οι κεκαρμένοι» και «Το θολάμι» του Νίκου Κάσδαγλη. Τον τρόμαζαν όμως τα πολλά εξωτερικά. Ήθελε να γυρίζει «ταινίες δωματίου», κι όχι τόσο επειδή βαριόταν τη φασαρία, όπως έλεγε. Ζούσε πολύ μέσα σε τέσσερις τοίχους, και τα έργα του δεν μπορούσαν παρά να μιλάνε γι’ αυτό του το βίωμα. Να γιατί πιστεύω ότι δεν γύρισε ποτέ του και τον «Οργισμένο Βαλκάνιο». Επειδή είχε περάσει πια σε μια άλλη φάση. Σε μια φάση όλο και πιο σκοτεινή και μοναχική, που φαίνεται ανάγλυφα στις τελευταίες του ταινίες, «Ο χαμένος τα παίρνει όλα» (όπου μετέτρεψε σε πρωταγωνιστή ακόμη και τον, ανήσυχο και ασυμβίβαστο όσο κι ο ίδιος, τραγουδοποιό Γιάννη Αγγελάκα) και “The zero years”.

Θυμάμαι το πτώμα του πατέρα, που ο ήρωας κρατάει άταφο μες στο διαμέρισμά του, στο δεύτερο μυθιστόρημά του «Γουρούνια στον άνεμο». Θυμάμαι τη Δώρα Μασκλαβάνου, που τη γνώρισα με αφορμή το ρόλο της στη «Γλυκιά συμμορία» και γίναμε για ένα διάστημα στενοί φίλοι (και με την ίδια και με τον τότε σύζυγό της, τον Νίκο Κυπουργό). Θυμάμαι τον Περιστεριώτη όπως κι εγώ, σκηνοθέτη Αντώνη Κόκκινο, που ήρθε να με βρει σταλμένος από τον Νίκο για να κοιτάξω το σενάριο του «Τέλους εποχής», όπου δανείστηκε στοιχεία από τα «Διόδια». Κι ένα βοηθό του Νίκου, τον Οδυσσέα Λάππα, που τον βοηθήσαμε με τον Τατσόπουλο στο σενάριο μιας μικρού μήκους, επιστημονικής φαντασίας, με τίτλο “Shablo” (εδώ βασίζεται η «Μέδουσα», που περιέλαβα αργότερα στο «Απέραντα άδειο σπίτι»).

Έμαθα το θάνατό του –στις 5 Σεπτεμβρίου 2007, από πνευμονικό οίδημα, στα 67 του– από την εφημερίδα. Και ξεκοκάλισα το καλύτερό του ίσως, δημοσιευμένο μετά θάνατον, τρίτο και φαρμακερό μυθιστόρημά του «Μια στεκιά στο μάτι του Μοντεζούμα». Είχα προλάβει να του αποτίσω φόρο τιμής το 2003, στην «Επινόηση της πραγματικότητας», κι ας πρόκειται για έργο μυθοπλασίας. Εκεί τον αναφέρω ονομαστικά (μαζί με τη φράση-κλειδί για την Ελλάδα από τον «Οργισμένο Βαλκάνιο»: «Αυτή η χώρα είναι το πιο ανώμαλο ρήμα του κόσμου») ως έναν από τους ελάχιστους στις μέρες μας ασυμβίβαστους με το σύστημα.

Από τη γενιά του, είναι διάφοροι κινηματογραφιστές που μ’ αρέσουν πολύ ή λίγο. Ο Νικολαΐδης, όμως, παραμένει ο αγαπημένος μου. Αυτός που δείχνοντας ένα πλατύφυλλο φυτό να το δέρνει η βροχή, κατόρθωνε να σου υποβάλει την αίσθηση της καταιγίδας. Αυτός που με ένα τηλεκατευθυνόμενο αυτοκινητάκι σού συνόψιζε την αίσθηση της Επόμενης –μετά την καταστροφή του πλανήτη– Μέρας. Αυτός που ήταν περισσότερο από κάθε άλλον λυρικός και μαζί σαρκαστικός, ο πιο ρομαντικός και ο πιο απελπισμένος.

Στην πραγματιστική και μαλθακή εποχή μας, την υποδουλωμένη στο χρήμα, μπορεί να φαινόταν ντεμοντέ. Αλλά όταν ξανάρθουν οι Νέοι Ρομαντικοί, ίσως τον χρίσουν πρίγκιπά τους γι’ άλλη μια φορά. Πού βλέπω δείγματα ή σπέρματα νεορομαντισμού; Στους οικολόγους, στο κίνημα κατά της παγκοσμιοποίησης, ακόμα ακόμα και σε όσους επιδίδονται στην εσωτερική αναζήτηση. Δεν είναι προφητεία, το μέλλον παραμένει απρόβλεπτο και ανεξιχνίαστο. Λέω απλώς τους ευσεβείς μου πόθους.

1.
Αγαπητέ Βαγγέλη Ραπτόπουλε
Σ’ ευχαριστώ που µου ’στειλες το βιβλίο σου. Τώρα γιατί και σε µένα, εσύ ξέρεις. Το ’χω πάρει πριν από πολύ καιρό. Και το άνοιξα πριν από µισή ώρα… ∆εν ξέρω τι περιµένεις να σου πω, αλλά κάτι συµβαίνει µ’ αυτό το βιβλίο. Κάτι πολύ καλό! ∆ιάβασα µόνο τα «Κοµµατάκια» και την «Πρόβα». Θα διαβάσω σιγά σιγά και τ’ άλλα τις επόµενες ηµέρες.
Το τηλέφωνό µου είναι 8014364. Αυτή την εποχή είµαι συνέχεια κλεισµένος στο σπίτι µου γιατί γράφω ένα σενάριο. ∆εν ξέρω σε τι φάση θα σε βρει αυτό το σηµείωµά µου, αλλά αν βρεθείς ποτέ στην Κηφησιά ρίξε ένα τηλέφωνο να τα πούµε από κοντά, µια κι’ εγώ θα ’χω κιόλας διαβάσει τα υπόλοιπα γραφτά σου και θα µπορώ κάτι σηµαντικό ή ασήµαντο να σου πω, κι’ ανάλογα να σε βοηθήσω ή και να σε µπερδέψω. Πάντως είσαι «µέσα» και πολύ µάλιστα, αν καταλαβαίνεις τι εννοώ.

Γειά χαρά, Νικολαΐδης Νίκος, Κηφησιά, Φεβρουάριος 1980


2.
28 Αυγούστου ’80
Αγαπητέ Βαγγέλη

Από αλληλογραφία σκίζω. Μπορεί να σου απαντούσα και τα Χριστούγεννα. Σκούρα λοιπόν τα πράγµατα µε την σκηνοθεσία! Σκέπτοµαι µήπως και κόλλαγες σε κάνα συνεργείο διαφηµιστικό, για ν’ αρχίσεις σιγά σιγά να προετοιµάζεσαι για τη φοβερή σχολή. Απ’ ό,τι ξέρω ο Μπέλλης είχε κάποτε ένα τέτοιο γραφείο και κάµποσους συνεταίρους εκεί πάνω. Τέλος πάντων στην αρχή φαίνονται και είναι όλα βουνά, έπειτα δεν νοµίζω να τελειώσεις τη ζωή σου στη Σουηδία, υπάρχουν κι’ άλλα κράτη µε σχολές σκηνοθεσίας, λιγότερο αριστοκρατικές και ίσως και καλλίτερες. Ρίξ’ το λοιπόν στη φιλολογία και βλέπεις. Και κάτι άλλο. Λίγο θράσος στις επαφές σου δεν βλάπτει.
Τα δικά µου νέα. Ο Καστανιώτης ετοιµάζει τα «Κουρέλια» µάλλον για τον Νοέµβρη. Ο παραγωγός του «Ρεπόρτερ» µε κυνηγάει για να πάρει πίσω τα λεφτά του κι’ εγώ αυτές τις µέρες την πέφτω κανονικά στη διαφήµιση γιατί δεν υπάρχει δραχµή. Ξανάρχισα ένα παρατηµένο µυθιστόρηµα, υπολογίζω να µου φάει δύο χρόνια… Κατά τ’ άλλα τίποτα δεν κουνιέται σ’ αυτόν τον τόπο. Η χώρα αργοπεθαίνει ανάµεσα στο φωτοχηµικό σύννεφο που έχει εγκατασταθεί πια µόνιµα στην Αττική και στην Βουγιουκλάκη που σπάει ταµεία. Μεταφράστηκε ο «Γραφιάς» του Μέλβιλλ κι’ ένας άλλος, κάποιος Μπουκόφσκι, ένας ενδιαφέρων σκατόγερος της γενιάς των µπήτνικς. Οι εφηµερίδες πέσανε στη µισή κυκλοφορία, ελπίζω να κλείσουν κι’ ο Αντρέας –λέει– πάει για πρωθυπουργός… Η Γώγου έκανε κιόλας τέσσερις εκδόσεις στη δεύτερη ποιητική συλλογή της και δίνει συνεντεύξεις στις κωλοφυλλάδες. Οι σκηνοθέτες ετοιµάζονται για τη σφαγή του φθινοπώρου –γράψε µου αν θέλεις να σου στείλω τις κριτικές του Φεστιβάλ– και η γυναίκα µου ζητάει συνεχώς λεφτά… Υπέροχα…  Γράψε όποτε σου κάνει κέφι. Γειά χαρά! - 
Ν.


3.
Αθήνα, 10/10/’80
Αγαπητέ Βαγγέλη
Λίγα νέα βιαστικά, αν µπορεί κανείς να τα ονοµάσει νέα.
Η προεργασία της ταινίας «Ο ρεπόρτερ» προχωράει µ’ αγκοµαχητά. Αυτή την εποχή βλέπω διάφορους ηθοποιούς… ∆ηλαδή κάτι καλά παιδιά, άλλοτε ψιλοκάζα κι’ άλλοτε ηλιθίους µε απόψεις. Αλλά τι να γίνει, µ’ αρέσει όταν µετά από µια ώρα πρόβα γλυκαίνουν, ηρεµούν κι’ οµορφαίνουν. Ψώνιο µου, έτσι; Τα χάλια µας στο Φεστιβάλ θα τα διαβάσεις, µόνο που είναι πιο χάλια απ’ ό,τι περιγράφονται.
Το σενάριο της ταινίας «Τα κουρέλια», ο κ. Καστανιώτης αρνήθηκε στο παρά πέντε να το εκδώσει. Πρόσεχε το «παρά πέντε», έχει ειδική σηµασία. Τελικά το πήρε ο Μάνος ο Ελευθερίου –παλιόφιλος– να το εκδώσει σε κάποιο γνωστό του οίκο, που δεν θυµάµαι τ’ όνοµά του και που χέστηκα να το µάθω στο κάτω κάτω της γραφής.
Από υγεία τίποτα το ιδιαίτερο πέρα από τη µόνιµη κι’ έρπουσα σχιζοφρένεια που κι’ αυτή πεθαίνει από ανία.
Λοιπόν, ξύλο στα γήπεδα, τραυµατίστηκε ο Μπάγιεβιτς, ο Σεπτέµβρης ήταν χειµωνιάτικος κι’ ο Οκτώβρης σεπτεµβριάτικος –το διήγηµά σου δεν το βρίσκω στην «Καθηµερινή»–, ακριβαίνει το πετρέλαιο κι’ οτιδήποτε τρώγεται, φοριέται, βλέπεται ή δεν βλέπεται, κι’ ο κόσµος όλος µιλάει για την κρίση που έρχεται… κι’ η οποία, εγκατεστηµένη στα σύνορα, πολύ το σκέπτεται να περάσει µέσα στη σκατοχώρα µας.
Γράφε, ρε Βαγγέλη, γιατί όσο δεν γράφεις οι κάφροι και οι αφροµούνες θα κολυµπάνε τριγύρω µας. Εγώ προσωπικά βαριέµαι. Εσύ λοιπόν;
Γειά χαρά 
Ν.


4.
Αθήνα, 15 Μαΐου [1981]
Χαθήκαµε, έτσι;
Μαυρίλες και τίποτ’ άλλο. Χοντρή δουλειά στη διαφήµιση. Τρέφοµαι µε σανό και νυχτερινές κρίσεις. Ευτυχώς κρατάω το βάρος µου σταθερό. Προσπαθώ ν’ αρχίσω να ξαναγράφω. Ξέρω τι θέλω και πώς θα το γράψω, αλλά βαριέµαι. ∆ιάβασα το διήγηµά σου στην «Καθηµερινή» [Ο βραβευµένος από την εφηµερίδα «Στενταδόρος», που περιέλαβα αργότερα στις «Έµµονες ιδέες»]. Καλά κάνεις και δεν σου αρέσει, εγώ απ’ την άλλη µεριά το βρίσκω πολύ ενδιαφέρον, τουλάχιστο από πλευράς «στυλ»... Κι’ εγώ καλά κάνω.

∆εν γίνεται τίποτα. Εκτός: έµαθα να φτιάχνω πρίζες, τηλέφωνα, καζανάκια που τρέχουν και αγοράζω τακτικά τον «Ήχο» και το «Stereo», πράγµατα δηλαδή που δεν έκανα µέχρι τώρα. Και κάτι άλλο... Υπογράφω συνέχεια γραµµάτια. Χρωστάω πολλά κι’ ούτε ξέρω πώς και γιατί. Παρ’ όλα αυτά προχωράω κανονικά για να γίνω ένα γουρούνι-κρίκος στην αλυσίδα της παραγωγής... Παραγωγικός και καταναλωτικός, να κάτι νέο για µένα. Από ηρεµιστικά, ουΐσκυ, χαµοµήλι και «Tavor» του ενός µιλιγκράµ. Ποτίζω τακτικά, φτιάχνω τα παντζούρια, περνάω τα καλοκαιρινά έπιπλα µε βερνίκι κι’ αγαπάω τη γυναίκα µου ακόµα.

Αγόρασα επίσης καινούργιο δίχτυ του πινγκ-πονγκ.

Ο κανελλής µας σκύλος έφυγε για ένα µήνα και ξαναγύρισε. Μάζεψα µια γάτα απ’ το δρόµο και την φωνάζω «Μιλού».

Τα παιδιά είναι καλά, ιδιαίτερα ο Συµεών που µου εδήλωσε πως δεν γουστάρει να µεγαλώσει άλλο.

Αυτά – Τι να τα λέµε τώρα.
Είσαι και συ έτσι χάλια;
Γειά χαρά!
Ν.


5.

Κηφησιά, 19/9/’84
Αγαπητέ Βαγγέλη
∆ηλαδή, η Αϊόβα πώς είναι; σε στυλ Γκρέης Μετάλλιους-«Παίητον Πλάce»... Παρ’ όλα αυτά µου φαίνεται πως η Μητρόπολη σου κάθησε άσχηµα... Σκέπτοµαι πως όταν γυρίσεις και καθήσεις να ξαναδουλέψεις το τελευταίο σου γραφτό [Εννοεί «Τα τζιτζίκια»], µε τι µάτια θα το δεις... Είµαι πολύ περίεργος! Πιστεύω πως κάµποσα πράγµατά σου θ’ αλλάξουν µετά απ’ αυτό το ταξίδι.

Εγώ τον τελευταίο καιρό ταξίδεψα στην Αθήνα... ∆ε σου λέω τίποτα. Την τελευταία εβδοµάδα το σύννεφο κυµαίνεται σε τιµές που δεν προκαλούν καµµιά ανησυχία... και τους µαζεύουν σαν κοτόπουλα.

Η Θεοδώρα έφυγε για να συνεχίσει τις σπουδές της σ’ ένα Αγγλικό σχολείο στην Ελβετία... σε στυλ Γκάτσµπυ λουκ... Εµείς εδώ ψαχνόµαστε.

Από Κέντρο µεριά, τίποτα. Οι σκηνοθέτες πήγαν να κουνηθούν και να εκβιάσουν την κυβέρνηση –δεν πάµε στο Φεστιβάλ, αν δεν προωθήσει ο Αρσένης το νοµοσχέδιο για τον κιν/φο στην Βουλή–, τελικά ο Αρσένης δεν πάει το νοµοσχέδιο στη Βουλή και οι σκηνοθέτες πάνε στο Φεστιβάλ. Κανονική ξεφτίλα.

Μετά απ’ όλα αυτά, είδες τι ωραία που είναι στην Αϊόβα;

Από την τηλεόραση και λόγω προεκλογικής περιόδου υπάρχει µια έξαρση υπερζήτησης, αλλά µε το στόµα βέβαια. Έχω διαβάσει και απορρίψει γύρω στα δέκα σήριαλ, τι Σκούρτηδες, τι Ποντίκες και Μουρσελάδες... άθλια πράγµατα.

Άρχισα να γράφω ένα σενάριο µε τίτλο «Η Ευριδίκη πάει στον Παράδεισο» [Πρόκειται µάλλον για την «Πρωινή περίπολο»], µε τη βοήθεια της ∆άφνης ντε Μωριέ και του Τσάντλερ. Πώς γίνεται; Γιατί όχι.

–Σαν πάµε στο Άντεν, µου ’λεγε, και συ θα δοκιµάσεις–

Βέβαια, πρέπει να ’χω κάποια καλή εξαδέλφη στην Αµερική, που µάλιστα υποψιάζοµαι πως είναι και η µόνη έξυπνη της οικογένειας. Άµα τύχει και την συναντήσεις, δώσ’ της την αγάπη µου και πες της να τραβήξει για το Κλοντάικ... Ποτέ πίσω.

Να περάσεις καλά.
Με αγάπη,
Νίκος

Υ.Γ. 1) Σκέπτοµαι συχνά το τελευταίο γραφτό σου... Νοµίζω ότι είναι πολύ «κάτι».
2) Κάλεσαν τη «Συµµορία» σ’ ένα Φεστιβάλ στην Πορτογαλλία, αλλά δεν πήγα. Τώρα οι Έλληνες κριτικοί την επέλεξαν ως την καλλίτερη ταινία της χρονιάς και την στέλνουν στο πρώτο Ευροφεστιβάλ που γίνεται στο Ρίµινι... Εκεί είναι που δεν θα πάω µε τίποτα. Και µετά µου λες για «Αϊόβα» - Χαιρετισµούς από την Μ-L.

Ν.

[Με άλλο γραφικό χαρακτήρα, προφανώς του Συµεών] Ναι! Και από τον Συµεών!