- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- 102.5 FM RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Ίθαν Χοκ: Καουμπόηδες και Ινδιάνοι, ρατσισμός και έγκλημα στην Αμερική
«The Lowdown»: Η must see νέα σειρά του Disney+ με έναν συγκλονιστικό Ίθαν Χοκ, ίσως στην καλύτερη ερμηνεία της καριέρας του
Όψεις της πόλης, αναμνήσεις, πράγματα που συνέβησαν παλιά, και πράγματα που συμβαίνουν σήμερα γύρω μας. Ημερολογιακές καταχωρίσεις για κάθε χρήση
Η σειρά «The Lowdown» που προβάλλεται στο Disney+ είναι ό,τι πιο κοντά σε Big Lebowski έχουμε δει εδώ και πολύ-πολύ καιρό. Και ο πρωταγωνιστής, που τον υποδύεται ένας απολαυστικός Ίθαν Χοκ, είναι ένας Dude του Νότου — αν και κάνει πολλά περισσότερα πράγματα από το να αράζει και να πίνει, μόνος ή με τους κολλητούς του. Έχουμε να κάνουμε με ένα Southern Noir, που ισορροπεί ανάμεσα στην αστυνομική κωμωδία, το πολιτικό θρίλερ, την αγωνιώδη περιπέτεια, και τη συγκινητική γλυκύτητα. Είδαμε τον πρώτο κύκλο, και ενθουσιαστήκαμε.
Η σειρά «The Lowdown»
Ο κεντρικός ήρωας, ο Λι Ρέιμπον, είναι ένας έμπορος σπάνιων βιβλίων στην Τάλσα της Οκλαχόμα —ή καλύτερα ένας απλός παλαιοβιβλιοπώλης, μιας και κυρίως πουλάει εκδόσεις τσέπης από δεύτερο χέρι και δεν βγάζει παρά πενταροδεκάρες— και ταυτόχρονα «truthstorian», όπως αυτοπροσδιορίζεται· με άλλα λόγια, ένας ερευνητής-αρθρογράφος, παθιασμένος με την αποκάλυψη των σκοτεινών πτυχών της τοπικής ιστορίας.
Απένταρος, αδέξιος, παλιοχαρακτήρας, αλκοολικός, διαζευγμένος (λόγω των δύο προηγούμενων χαρακτηριστικών του), σωματικά και ψυχικά καταπονημένος αλλά πεισματάρης σαν μουλάρι, θα αναλάβει να ερευνήσει τα πραγματικά περιστατικά γύρω από την αυτοκτονία ενός άντρα, μέλους μιας πανίσχυρης οικογένειας της περιοχής. Η έρευνά του θα τον φέρει αντιμέτωπο με τον Ντόναλντ Γουόσμπεργκ (τον υποδύεται ο Κάιλ Μακλάκλαν, που αγαπάμε με πάθος), έναν διεφθαρμένο πολιτικό με σκοτεινές φιλοδοξίες, για να ξετυλίξει εντέλει ένα κουβάρι που συνδέει το παρόν της πόλης με το τραυματικό παρελθόν της.
Ο δημιουργός της σειράς, Sterlin Harjo, είναι ντόπιος-ντόπιος, Ινδιάνος (ο Λι Ρέιμπον βέβαια βγάζει σπυριά όταν ακούει αυτή τη λέξη από στόμα λευκού), εξ ου και η σειρά αποτυπώνει με ακρίβεια τις κοινωνικές δομές και το τοπίο της Τάλσα. Το «The Lowdown», που εξερευνά τη σημασία της μνήμης και της ηθικής στάσης σε μια κοινωνία που προτιμά —όπως όλες…— τη λήθη, ασχολείται με πολύ σοβαρά θέματα —τη «λευκή υπεροχή», τον ρατσισμό, την Κου-Κλουξ-Κλαν, την κοινωνική και ιστορική αδικία, το περιθώριο, κ.ο.κ.—, ωστόσο επιλέγει να το κάνει με έναν παιγνιώδη και συχνά σουρεαλιστικό τόνο, θυμίζοντας την ατμόσφαιρα στα φιλμ των Αδελφών Κοέν.
Η σειρά αντλεί τη δύναμή της από την αυθεντικότητα που είναι φανερή και ξέχειλη παντού, από την πλούσια πινακοθήκη των χαρακτήρων της (είναι όλοι τους ένας κι ένας!), και από τη συναισθηματική βάση της σχέσης του ήρωα με την κόρη του, την πρώην γυναίκα του, και τους (υπέροχους) φίλους του. Η ίδια η Τάλσα δεν είναι ένας απλός τόπος δράσης, αλλά ένας ζωντανός οργανισμός γεμάτος αντιφάσεις, χιούμορ και μελαγχολία. Edit: Και Ινδιάνους τράπερ.
Επίσης: σχεδόν ΟΛΑ αυτά που βλέπουμε εδώ είναι αληθινά. Με πρώτο και καλύτερο τον ίδιο τον χαρακτήρα του Ίθαν Χοκ. Ο Λι Ρέιμπον έχει βασιστεί κατά το μεγαλύτερο μέρος του στον σπουδαίο Λι Ρόι Τσάπμαν (1969-2015). Σπουδαίο για την Τάλσα, αλλά σπουδαίο και γενικά.
Ποιος ήταν ο Λι Ρόι Τσάπμαν
Γεννημένος στο Τέξας, ο Τσάπμαν μετακόμισε πέντε χρονών στην Τάλσα με τους γονείς του, και, παρόλο που ήταν αυτοδίδακτος, εξελίχθηκε σε μια από τις πιο επιδραστικές φωνές της πόλης. Ιστορικός, ερευνητής και ακτιβιστής, μανιώδης βιβλιοφάγος και, κατά δήλωσή του, ισόβιος εραστής της ποίησης, αφιέρωσε τη ζωή του στην αποκάλυψη των δημόσιων μυστικών της Τάλσα. Το 2008 ίδρυσε το Center for Public Secrets, έναν οργανισμό που θα μεριμνούσε για τη διατήρηση και την ανάδειξη της παραμελημένης —και συχνά σκοτεινής— ιστορίας της περιοχής. Η σημαντικότερη συνεισφορά του στην ιστοριογραφία ήταν η έρευνά του για τη Σφαγή της Τάλσα το 1921 και τον ρόλο που έπαιξαν σ’ αυτήν οι ιδρυτές της πόλης. Στο πιο διάσημο από τα άρθρα του, με τίτλο: «The Nightmare of Dreamland: Tate Brady and the Battle for Greenwood» (2011), αποκάλυψε τους δεσμούς τού Tate Brady με την Κου Κλουξ Κλαν.
Ο Wyatt Tate Brady (1870-1925) ήταν Αμερικανός επιχειρηματίας, πολιτικός και ένας από τους ιδρυτές της Τάλσα. Υπήρξε κεντρική φιγούρα στην πρώιμη ανάπτυξη της πόλης, καθώς ήταν αυτός που άνοιξε το πρώτο εμπορικό κατάστημα και το πρώτο ξενοδοχείο στην Τάλσα (1902). Ήταν δραστήριο μέλος της τοπικής Κου Κλουξ Κλαν και συμμετείχε σε πολλές από τις εγκληματικές της ενέργειες. Πρώτα-πρώτα, στη λεγόμενη «Tulsa Outrage», το 1917, όταν οι Knights of Liberty (ένας σκληρός βραχίονας της Κου Κλουξ Κλαν στον οποίο συμμετείχε ενεργά) στράφηκαν εναντίον 17 λευκών συνδικαλιστών (μελών της οργάνωσης Industrial Workers of the World), τους οποίους χτύπησαν βάναυσα και εν συνεχεία υπέβαλαν στο μαρτύριο που ξέρουμε (κυρίως από το Λούκυ Λουκ) σαν «πίσσα και πούπουλα». Κατόπιν, το 1921, συμμετείχε στην τραγική «Tulsa Race Massacre», μια μαζική επίθεση λευκών συντεταγμένων σε ένοπλη μιλίτσια εναντίον των κατοίκων και των επιχειρήσεων της εύπορης αφροαμερικανικής συνοικίας Γκρίνγουντ, που είχε σαν αποτέλεσμα την ολοκληρωτική καταστροφή της περιοχής και τη δολοφονία εκατοντάδων ανθρώπων. Τέλος, έλαβε μέρος καθ’ όλη τη δεκαετία του 1920 στις δολοφονίες γηγενών Αμερικανών της φυλής Osage, μια τραγωδία γνωστή ως «Reign of Terror», που έγιναν για τον έλεγχο των δικαιωμάτων πετρελαίου στη γη τους.
Μετά τις αποκαλύψεις για το παρελθόν του από τον Λι Ρόι Τσάπμαν, η πόλη της Τάλσα προχώρησε σε σημαντικές αλλαγές. Η κεντρική οδός Brady μετονομάστηκε έξυπνα το 2013 σε οδό Mathew Brady —προς τιμήν του φωτογράφου του Εμφυλίου Πολέμου—, η συνοικία Brady Arts District μετονομάστηκε σε Tulsa Arts District κλπ. κλπ.: η πόλη ξύπνησε, και μεταμορφώθηκε.
Εκτός από το ερευνητικό του έργο, ο Τσάπμαν ασχολήθηκε με το εμπόριο σπάνιων βιβλίων, το ντοκιμαντέρ και τη street art, λειτουργώντας πάντα σαν ένας «αντάρτης ιστορικός». Αυτοκτόνησε το 2015 σε ηλικία 46 ετών, αφήνοντας πίσω του μια σπουδαία κληρονομιά. Παρά το σημαντικό ιστορικό και ερευνητικό του έργο, αντιμετώπιζε σε μόνιμη βάση σοβαρές οικονομικές δυσκολίες και ζούσε μια σχεδόν νομαδική ζωή: δεν τα κατάφερε να αποκτήσει ποτέ μια σταθερή στέγη και κοιμόταν από δω κι από κει. Εντέλει, απλώς κουράστηκε.
Ο ίδιος έλεγε για τον εαυτό του:
Είμαι ένας συλλέκτης ιστοριών. Ήρθα στην Τάλσα όταν ήμουν πέντε χρονών και από πάντα ένιωθα ότι υπήρχε κάτι κάτω από την επιφάνεια που μας το έκρυβαν. Η δουλειά μου με τα παλιά βιβλία και τα διάφορα έγγραφα ξεκίνησε από μια προσωπική ανάγκη να καταλάβω πού βρίσκομαι. Δεν θεωρώ τον εαυτό μου ιστορικό με την παραδοσιακή έννοια. Είμαι περισσότερο ένας ιχνηλάτης. Αυτό που κάνω είναι να πηγαίνω σε μέρη που οι άνθρωποι τα έχουν ξεχάσει ή τα αποφεύγουν. Όταν βρίσκεις ένα έγγραφο ή μια φωτογραφία που ανατρέπει την επίσημη αφήγηση για έναν «ευεργέτη» της πόλης, έχεις ευθύνη να το βγάλεις προς τα έξω.
Η έρευνά μου για τον Tate Brady δεν ξεκίνησε από κάποιου είδους κακία, δεν ήταν κάτι προσωπικό, αλλά από καθαρή περιέργεια. Ήθελα να μάθω γιατί ο απόηχος της σφαγής του 1921 ερχόταν στο σήμερα σαν ψίθυρος και όχι σαν κραυγή. Πολλοί με ρωτάνε γιατί επιμένω να σκαλίζω το παρελθόν. Η απάντηση είναι ότι το παρελθόν δεν είναι νεκρό. Είναι εδώ, και επηρεάζει τον τρόπο που ζούμε, τον τρόπο που διοικείται αυτή η πόλη. Αν δεν γνωρίζεις την αλήθεια για το έδαφος πάνω στο οποίο πατάς, τότε είσαι απλώς ένας περαστικός στην ίδια σου τη ζωή. Δεν με ενδιαφέρει η ακαδημαϊκή αναγνώριση. Με ενδιαφέρει η αλήθεια που μπορείς ν’ αγγίξεις με τα χέρια σου, αυτή που βρίσκεται στις υποθήκες, στα πρακτικά των δικαστηρίων, στις χαμένες αναμνήσεις των ανθρώπων. Αν θέλεις να αλλάξεις τον κόσμο, μόνο ένας τρόπος υπάρχει: να αλλάξεις τη γειτονιά σου, την πόλη σου.
Και ο Ίθαν Χοκ, σαν Λι Ρέιμπον, λέει σε έναν παρόμοιο μονόλογο στη σειρά:
Λοιπόν, εγώ είμαι ένας “truthstorian” [ιστορικός της αλήθειας]. Διαβάζω πράγματα, ερευνώ πράγματα, οδηγώ εδώ στα πέριξ, και βρίσκω πράγματα. Μετά, γράφω γι’ αυτά τα πράγματα. Σε κάποιους αρέσουν αυτά που γράφω, και σε κάποιους άλλους, πάλι, όχι. Για να το πω αλλιώς: έχω εμμονή με την αλήθεια. Είμαι ένας ντετέκτιβ του παρελθόντος. Ψάχνω στα αρχεία, στις εφημερίδες, στα παλαιοπωλεία, σε τέτοια μέρη. Προσπαθώ να βρω τα κομμάτια που λείπουν από το παζλ της ιστορίας μας, ειδικά εκείνα που κάποιοι θα προτιμούσαν να μείνουν κρυμμένα. Δεν είμαι ακαδημαϊκός. Δεν έχω πτυχία. Είμαι αυτοδίδακτος. Αλλά αυτό μού δίνει μια ελευθερία που οι ακαδημαϊκοί δεν την έχουν. Μπορώ να πάω εκεί που η επίσημη ιστορία φοβάται να πατήσει. Η Τάλσα είναι μια πόλη χτισμένη πάνω σε μυστικά. Και τα μυστικά αυτά έχουν δύναμη. Αν δεν τα βγάλεις στο φως, θα σε στοιχειώνουν για πάντα. Αυτό προσπαθώ να κάνω: να φωτίσω τις γωνιές που κανείς δεν θέλει να κοιτάξει. Είναι επικίνδυνο μερικές φορές, αλλά είναι ο μόνος τρόπος για να καταλάβουμε ποιοι είμαστε πραγματικά.
* * *
Η σειρά είναι επίσης βιβλιοφιλική — βασικά, είναι γεμάτη λογοτεχνία. Καλή, σοβαρή, εμπορική, τα πάντα. Τόσο ο Λι Ρέιμπον όσο και δυο-τρεις από τους κολλητούς του επικοινωνούν μεταξύ τους με ατάκες, στίχους και αποσπάσματα από βιβλία. Θα ακούσετε από Σέξπιρ και σύγχρονους ποιητές, μέχρι Τζιμ Τόμσον. Δηλαδή, μέχρι έναν από τους κορυφαίους των κορυφαίων της αστυνομικής λογοτεχνίας. Και, φυσικά, έναν επίσης κατεστραμμένο άνθρωπο. Τι περιμένατε δηλαδή;
Ποιος ήταν ο συγγραφέας Τζιμ Τόμσον
Ο Τζέιμς Μάγιερς «Τζιμ» Τόμσον (1906-1977) υπήρξε ένας από τους πιο ιδιόρρυθμους και σκοτεινούς συγγραφείς του αμερικανικού αστυνομικού μυθιστορήματος, εκπρόσωπος του hardboiled noir που εστίαζε λιγότερο στην εξιχνίαση εγκλημάτων και περισσότερο στην ψυχοπαθολογία των ηρώων του. Γεννημένος και αυτός στην Οκλαχόμα, έζησε μια ταραχώδη ζωή δουλεύοντας στις πετρελαιοπηγές μέχρι τα σαράντα του πάνω-κάτω, και παίρνοντας μέρος σε κάθε είδους παράνομη δραστηριότητα κυρίως (αλλά όχι μόνο) κατά την εποχή της Ποτοαπαγόρευσης, εμπειρίες που τροφοδότησαν τον κυνισμό και την ωμότητα των μυθιστορημάτων του μετέπειτα.
Η λογοτεχνική του παραγωγή υπήρξε τεράστια, ιδίως τη δεκαετία του 1950, με εμβληματικά έργα —που όλα τους έβγαιναν σε φτηνές εκδόσεις τσέπης—, όπως το «The Killer Inside Me» (1952), το «Savage Night» (1953) και το «Pop. 1280» (1964, που κάποιοι θα θυμάστε ότι ήταν να γυρίσει ο Λάνθιμος). Ο Τζιμ Τόμσον παραχωρούσε τα δικαιώματα για μερικά κατοστάρικα, που την ίδια μέρα φρόντιζε να τα αφήνει στη γειτονική κάβα για τα ποτά του. Παρά τη συνεργασία του με τον Στάνλεϊ Κούμπρικ στο Χόλιγουντ —συνέβαλε στο σενάριο των ταινιών «Το χρήμα της οργής» («The Killing», 1956) και «Σταυροί στο μέτωπο» («Paths of Glory», 1957)—, ο Τόμσον πέθανε μέσα στη φτώχεια και την αφάνεια. Το έργο του αναγνωρίστηκε μόνο μετά τον θάνατό του. Και ούτε καν αμέσως μετά. Χρειάστηκε να περάσουν μερικά χρόνια ακόμη…
Λοιπόν, όσοι αγαπάτε —όπως κι εμείς— τον Τόμσον, το νουάρ, το hardboiled, τα παλπ κι όλ’ αυτά, θα βρεθείτε για λίγο στον Παράδεισο: ο Τόμσον «παίζει» σε όλα τα επεισόδια. Όσο για εμάς, χάρη στο «The Lowdown», βλέπουμε πάλι από την αρχή όλες τις ταινίες που βασίστηκαν στα βιβλία του — και είναι καμιά δεκαριά. Δεν τις πήραμε χρονολογικά, αλλά είδαμε σχεδόν μονοκοπανιά τους «Grifters» του Στίβεν Φρίαρς (1990 — σκοτεινό αγαπημένο μας) και τα δύο «Getaway». Πρώτα τού Πέκινπα (1972), που τιμούμε τη μνήμη του με πάθος και όχι μόνο για την «Άγρια συμμορία», και μετά τού Ρότζερ Ντόναλτσον (1994), που είναι μεν γυρισμένη κατά 90% πάνω στο ίδιο-καρμπόν σενάριο —τι παράλογη επιλογή—, και έχει τον Άλεκ Μπόλντουιν στα παπούτσια του Στιβ Μακουίν —τι τραγική επιλογή—, αλλά έχει στον ρόλο τής Άλι Μαγκρό αυτήν εδώ:
Οπότε υπήρχε λόγος· λόγος σοβαρός.
* * *
ΥΓ. Τον Αύγουστο του 2022, σε ένα κείμενο με τίτλο «Reservation Dogs: Η μεγάλη τηλεοπτική έκπληξη της χρονιάς», είχαμε γράψει τις εντυπώσεις μας για την προηγούμενη σειρά τού Sterlin Harjo, του δημιουργού τού «The Lowdown». Στο τέλος του κειμένου είχαμε προσθέσει μία «ιστορική σημείωση», που κρίνουμε καλό να αντιγράψουμε και εδώ:
H γενοκτονία των Ινδιάνων, των αυτοχθόνων Αμερικανών, δεν χωρά στον νου του ανθρώπου. Και δεν έγινε κάπου στα βάθη της ιστορίας: ίσα-ίσα, συνεχίστηκε ακόμη και μέσα στις πρώτες δεκαετίες τού 20ού αιώνα. Ήταν συστηματική, σκληρή, και καλά μεθοδευμένη. Και πραγματικά δεν έχει προηγούμενο.
Σύμφωνα με υπολογισμούς, εξολοθρεύθηκαν οι 9 στους 10 γηγενείς σε όλη την ήπειρο, ή τα 16 από τα συνολικά 18 εκατομμύρια άνθρωποι που ζούσαν εκεί. Κι όσο για τους υπόλοιπους —στις ΗΠΑ, στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, είχαν απομείνει 250.000 ιθαγενείς όλοι κι όλοι—, κυνηγήθηκαν, περιθωριοποιήθηκαν, έχασαν τη γη τους, τα ποτάμια τους, τα δάση τους, αναγκάστηκαν να ξεχάσουν την κουλτούρα τους, τον πολιτισμό τους, τη γλώσσα τους (για την ακρίβεια: τις εκατοντάδες γλώσσες τους), και οδηγήθηκαν, μακριά από τα εδάφη τους, μακριά από τους κυνηγότοπους και τις ιερές πατρογονικές περιοχές τους, σε αυστηρά οριοθετημένους καταυλισμούς: σε reservation camps.
Εκεί, ξεκίνησαν να περνούν μία απολύτως στερημένη και «αποϊνδιανοποιημένη» ζωή, χωρίς κανένα παραδοσιακό πνευματικό αντίβαρο, βουτηγμένοι στη φτώχεια, το αλκοόλ και τα φτηνά ναρκωτικά, χτυπημένοι από την ανεργία και τη μικροεγκληματικότητα, με μόνη διέξοδο μια δουλειά στα καζίνα, τελευταία θύματα όλοι τους όχι πλέον ενός συστηματικού πολέμου, ανηλεούς κυνηγητού και σφαγών, αλλά ενός τερατώδους σχεδίου εξανδραποδισμού που είχε στόχο να τους αφαιρέσει οτιδήποτε ινδιάνικο, μιας πολιτικής που ήθελε να τους εξαμερικανίσει και να τους «εκπολιτίσει».
Τα παιδιά των καταυλισμών, αυτών των ιδιότυπων γκέτο, γεννιούνταν και μεγάλωναν μέσα σε αδιανόητα τραγικές συνθήκες, χωρίς κανένα περιθώριο απόδρασης από εκεί για το συντριπτικά μεγαλύτερο ποσοστό τους. Οι αυτοδιοικούμενες περιοχές των Ινδιάνων ήταν από την αρχή, και παραμένουν έως και σήμερα, οι πιο φτωχές στην Αμερική. Όλοι οι δείκτες φτώχειας, εγκληματικότητας, παιδικών ασθενειών, κακοποίησης κλπ. κλπ., είναι στα κόκκινα…
Όμως τα τελευταία χρόνια κάτι επιτέλους κινείται. Τα πράγματα δείχνουν να αλλάζουν, πριν να είναι τελείως αργά. Ο κινηματογράφος και η τηλεόραση —που δυστυχώς έπαιξαν επί δεκαετίες έναν άσχημο ρόλο, κυρίως για τη γέννηση μίας σειράς στερεοτύπων γύρω από τους Ινδιάνους, συνήθως αβάσιμων εικόνων που όμως εντυπώθηκαν στην κουλτούρα μας— βοηθούν πλέον πολύ σ’ αυτό.
* * *
Το Ημερολόγιο κυκλοφορεί κάθε Τρίτη και Πέμπτη. Κάθε Σάββατο, παρουσιάζουμε το πορτρέτο μιας «άγνωστης» γυναίκας πρωτοπόρου του περασμένου καιρού. Τις Κυριακές, η στήλη μεταμορφώνεται στο Βιβλίο της Εβδομάδας. Στείλτε μας μέιλ αν θέλετε να μας πείτε ή να μας ρωτήσετε κάτι — οτιδήποτε. Σας ευχαριστούμε πολύ.