TV + Series

Τhe Crown: Γιατί οι κριτικές για την 5η σεζόν είναι χλιαρές

Η μετατόπιση του κέντρου βάρους από την Ελισάβετ στην Νταϊάνα και γενικότερα στη νεότερη γενιά ίσως έχει φέρει σε αμηχανία τον δημιουργό της σειράς Peter Morgan

Νατάσσα Καρυστινού
5’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

The Crown στο Netflix: Οι πρώτες εντυπώσεις από τα νέα επεισόδια του πέμπτου κύκλου της τηλεοπτικής σειράς.

H πέμπτη σεζόν του The Crown, που προβάλλεται στο Netflix από τις 9 Noεμβρίου είναι σκηνοθετικά κατώτερη των προηγουμένων, αλλά πιο ειλικρινής. Ίσως ο θάνατος του πρίγκιπα Φιλίππου τον Απρίλιο του 2021 και της Ελισάβετ τον περασμένο Σεπτέμβριο να επηρέασε, την έσχατη στιγμή, τους σεναριογράφους και τη σκηνοθετική ματιά. Σ’ αυτή την σεζόν, η σαπουνόπερα αποκτά σκοτεινότερες αποχρώσεις, τα πρόσωπα γερνούν και γίνονται ακόμα πιο αρτηριοσκληρωτικά: η Imelda Staunton, που μοιάζει γεννημένη για να υποδύεται την Ελισάβετ, ερμηνεύει εδώ τον ρόλο μιας βασίλισσας που επιμένει να πληρωθούν οι επισκευές της θαλαμηγού της από το δημόσιο ταμείο - παρότι το ταμείο είναι άδειο. Σε όλα τα επεισόδια, η ερμηνεία της Staunton είναι πιο κοντά στην ξεκάθαρη πραγματικότητα της μοναρχίας: στο ότι η Ελισάβετ ζούσε σ’ έναν δικό της κόσμο από μεσαιωνικά κάστρα, διαμαντικά «της οικογένειας», τελετές, ιπποδρομίες, τσάγια, σκυλιά Corgi, κι άλλες τελετές, πολλές τελετές· κανόνες, πρωτόκολλα και αξίες του 19ου αιώνα. Στο μεταξύ, στη δεκαετία του 1990, ο θεσμός της μοναρχίας αποκτούσε όλο και περισσότερους επικριτές, τους οποίους τα τελευταία είκοσι χρόνια κατατρόπωσε το ανανεωμένο γραφείο δημοσίων σχέσεων του Μπάκιγχαμ.

© Netflix

Το καστ, παρά την άψογη ηθοποιία, παρουσιάζει κάποια προβλήματα: ο Jonathan Pryce παραείναι γλυκός στον ρόλο του Φιλίππου ο οποίος φημιζόταν για την υπεροψία του· ο Dominic West και η Olivia Williams ίσως είναι υπερβολικά εμφανίσιμοι ως Κάρολος και Καμίλα αντιστοίχως - αλλά αυτό είναι μια ασήμαντη λεπτομέρεια. Η Elizabeth Debicki ως ελαφρόμυαλη και πολυμήχανη Νταϊάνα και η Lesley Manville ως πριγκίπισσα Μάργκαρετ -δύστροπη, σπάταλη, αγενής προς τους υφισταμένους της: όλα όσα χαρακτηρίζουν τη μοναρχία- είναι καταπληκτικές, πράγμα που δεν σημαίνει ότι εξωραΐζουν τα αληθινά πρόσωπα. Εξαιρετικός είναι και ο Jonny Lee Miller στον ρόλο του Τόρυ πρωθυπουργού John Major (1990–1997) o οποίος αποπνέει τη σύγχυση όλων των Βρετανών πολιτικών έναντι των βασιλιάδων («Επιτέλους, ποιος κάνει κουμάντο εδώ μέσα;») Αν και η ηθοποιία είναι επιτυχημένη, ο ρυθμός αποτυγχάνει και, ακριβώς επειδή τα πρόσωπα είναι πλέον απομυθοποιημένα, ο θεατής έχει λιγότερη επιθυμία να παρακολουθήσει τις περιπέτειες της αυταρχικής και δυσκοίλιας Ελισάβετ· εξάλλου, η τελευταία μας έγνοια είναι το πώς ο πρίγκιπας Φίλιππος απέκτησε το χόμπι να τρέχει με ιππήλατες άμαξες· το πώς σκοτώνουν την ώρα οι πολυάσχολοι κηφήνες. Οι σκηνοθέτες, μεταξύ των οποίων η Jessica Hobbs, η May el-Toukhy και ο Christian Schwochow, κάνουν εδώ μια δουλειά ρουτίνας η οποία κερδίζει από την ακριβή παραγωγή και τα θεσπέσια σκηνικά· χώρια το κουτσομπολιό το σχετικό με την Νταϊάνα το οποίο έχει προκαλέσει αντιδράσεις, διότι, δήθεν, δεν ανταποκρίνεται στην ιστορική αλήθεια. Όμως, ποιος ξέρει με ακρίβεια την ιστορική αλήθεια; Και ποιο είναι άραγε το βαθύτερο νόημα της «ιστορικής» αλήθειας ως προς τα παθήματα της Νταϊάνα; Η Νταϊάνα δεν είναι πρόσωπο με ιστορικό βάρος ώστε να δικαιολογούνται παράπονα σαν εκείνα της Judi Dench, η οποία, λες και δεν έχει με τι να ασχοληθεί, δημοσίευσε ανοιχτή επιστολή στους Times του Λονδίνου, επικρίνοντας την τηλεοπτική σειρά για φτηνό εντυπωσιασμό. Τι άλλο θα μπορούσε να είναι ένα blockbuster με βασιλιάδες; Η Judi Dench ζητούσε από τους συντελεστές του The Crown να σημειώσουν στην αρχή κάθε επεισοδίου ότι πρόκειται «φανταστική ιστορία βασισμένη σε αληθινά γεγονότα» - πράγμα που εννοείται σε τέτοιες περιπτώσεις. Έτσι κι αλλιώς, η ιστορική αλήθεια πάει περίπατο όταν η Ελισάβετ κάνει λόγο για τα «αγαπημένα ξαδέρφια» των γονιών της, τους Ρομάνοφ, τους οποίους, όπως όλοι ξέρουμε, η βασιλική οικογένεια εγκατέλειψε στην τύχη τους: τα «ξαδέρφια» στη Βρετανία αρνήθηκαν να φιλοξενήσουν τον Νικόλαο και στην Αλεξάνδρα όταν ζήτησαν καταφύγιο λίγο πριν από την επανάσταση των μπολσεβίκων και κατά τη διάρκειά της. (Στο σενάριο, ο Φίλιππος το παραδέχεται, η Penny Knatchbull το έχει διαβάσει σε διάφορες μαρτυρίες, αλλά, ως συνήθως, η Ελισάβετ δεν ξέρει τίποτα για τίποτα· επιμένει στην παραμυθία της δυναστείας.)

Στην πέμπτη σεζόν, παρουσιάζεται η έμμονη ιδέα της βρετανικής μοναρχίας με τη δήθεν ένδοξη ιστορία του -με τη μυθολογία του- η αλαζονική της συμπεριφορά και η απουσία κάθε ενσυναίσθησης. Εν τούτοις, τα μέλη της βασιλικής οικογένειας πιστεύουν ότι «υπηρετούν» τον λαό, συνεχίζοντας το έργο της Βικτόρια η οποία, μαζί με τον Αλβέρτο της, «υπηρετούσαν» τον λαό. Παρακολουθούμε λοιπόν το πώς στη δεκαετία του 1990, η μοναρχία κλονίστηκε με το να διατηρεί τις αρχές και τις νευρώσεις του 19ου αιώνα· και το πώς, με καταλύτη την Νταϊάνα - ένα αμόρφωτο κορίτσι από γενιά αρχαιότερη της βασιλικής οικογένειας: ο γάμος της ήταν, από άποψη καταγωγής, κλοτσιά προς τα κάτω - προχώρησε σε κάποιου είδους λίφτινγκ προκειμένου να επιζήσει. Το The Crown παρουσιάζει τη λεγόμενη «κρίση» της μοναρχίας η οποία ίσως επαναληφθεί τώρα που η Ελισάβετ μάς άφησε χρόνους. Κυρίως, αυτή η πέμπτη σεζόν παρουσιάζει μια δεκαετία που ήταν γεμάτη αλλαγές - και όχι μόνο για τη Βρετανία: δορυφορική τηλεόραση, κινητά τηλέφωνα, ταμπλόιντ και παπαράτσι, απανωτά διαζύγια. Για τους Γουίντσορ που είχαν πάντοτε βαθιά πίστη στους θεσμούς, στον σεβασμό της ιδιωτικής ζωή των δημοσίων προσώπων, στην εγκράτεια και στη θεοσέβεια, όλα φαίνονται να αλλάζουν με τέτοια ταχύτητα ώστε δεν μπορούν να τα παρακολουθήσουν. Η Ελισάβετ της Imelda Staunton κοιτάζει στον καθρέφτη το γερασμένο της πρόσωπο, καταλαβαίνει τα παιδιά της όλο και λιγότερο (λες και έκανε ποτέ τον κόπο) και κάποια στιγμή ζητάει από τον εγγονό της να τη βοηθήσει με το τηλεχειριστήριο· θέλει να δει το κανάλι των ιπποδρομιών. Το χάσμα των γενεών και της τεχνολογίας, η απόσταση από την κοινωνική πραγματικότητα, δεν είναι μόνο αποτέλεσμα της προσκόλλησης στη βικτοριανή εποχή· είναι η πιο ακραία μορφή στενοκεφαλιάς και γενοτυφίας. Αλλά, καθώς η τηλεοπτική σειρά πλησιάζει στο σήμερα και μεγάλο μέρος του κοινού ξέρει με λεπτομέρειες όλες τις παράλληλες ιστορίες, μερικά επεισόδια γίνονται κάπως βαρετά. Έχουμε ήδη πάρει υπερβολική δόση από Νταϊάνα: πολλοί έχουν δει έως και δέκα ταινίες για τη ζωή της - σε μερικές, όπως στο περυσινό “Spencer”, η Νταϊάνα κλαίει νυχθημερόν· κι εδώ, η Debicki, μια εντυπωσιακά μελετημένη Νταϊάνα, δεν εμφανίζεται σχεδόν στην οθόνη χωρίς δάκρυα, αν και τη βλέπουμε να κάνει βελονισμό, να κολυμπάει σε πισίνες, να οδηγεί πολυτελή αυτοκίνητα και να φλερτάρει με καρδιοχειρουργούς. Είναι της μόδας οι τραγικές πριγκίπισσες που πέφτουν θύματα κακών ανδρών, ανθρωποφάγων δημοσιογράφων και πεθερών σαν εκείνη που δίνει στη Χιονάτη το δηλητηριασμένο μήλο. Και οι οποίες, πράγμα δυσεξήγητο, δεν μπορούν να ανοίξουν την πόρτα και να φύγουν τρέχοντας.  

Η μετατόπιση του κέντρου βάρους από την Ελισάβετ στην Νταϊάνα και γενικότερα στη νεότερη γενιά ίσως έχει φέρει σε αμηχανία τον δημιουργό της σειράς Peter Morgan: αυτή η σεζόν, εκτός του είναι πιο απλοϊκή και λιγότερο συνεκτική από τις προηγούμενες, φαίνεται να μην έχει κάτι ενδιαφέρον να πει για το τι σημαίνει μια σύγχρονη μοναρχία για τους ίδιους μονάρχες και για τους υπηκόους τους. Πάντως, μια σκηνή από το έβδομο επεισόδιο, όπου η Νταϊάνα μοιράζεται μια στιγμή με τον πακιστανό γιατρό Hasnat Ahmad Khan, μου φάνηκε ιδιαίτερα εμπνευσμένη: η πριγκίπισσα, ενώ τσιμπολογάει μαζί με τον Khan junk food από τον κερματοδέκτη του νοσοκομείου, του λέει ότι οι Σπένσερ και οι Γουίντσορ τής φέρθηκαν ακριβώς όπως φέρονται στις γυναίκες στο Πακιστάν. Δεν θα μπορούσα να συμφωνώ περισσότερο. Τέλος, συμφωνώ και με την παρατήρηση του διευθυντή του BBC John Birt: «Μερικοί άνθρωποι θεωρούν τη μοναρχία μέρος της αρχιτεκτονικής της Βρετανίας· άλλοι τη θεωρούν μέρος της επίπλωσης.» Touché.