TV + Series

Ο αντικαταθλιπτικός Ηλίας Ψινάκης στο... Γηροκομείο

Τσαλακώνεται με μπρίο σε όλα τα επεισόδια κι αυτός είναι ένας από τους βασικούς λόγους που κρατάει αμείωτο το ενδιαφέρον

Λουκάς Βελιδάκης
4’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Ηλίας Ψινάκης: Γιατί είδα και μου άρεσε το «Γηροκομείο» στο Youtube, το υβριδικό ντοκιμαντέρ για τον βίο και την πολιτεία του.

Ας είμαστε ειλικρινείς. Αν μου έλεγε κάποιος ότι θα δω 5,5 ώρες στο Youtube βίντεο που αφορούν στον Ηλία Ψινάκη (σε δύο νύχτες, μονορούφι), απλώς θα γελούσα − είμαι ο πλέον ακατάλληλος και άσχετος άνθρωπος για αυτό το είδος. Αδιαφορώ παγερά για το εγχώριο (και το διεθνές) lifestyle κουτσομπολιό, πλήττω θανάσιμα με τους τοπικούς «stars», δεν βρίσκω νόημα. Τι με έκανε λοιπόν να δω μονοκοπανιά τα τέσσερα επεισόδια του «Γηροκομείου», την εκπομπής αυτής του Ψινάκη −που βγαίνει μόνο στο Youtube με δική του παραγωγή−, χωρίς να βαρεθώ στιγμή, αλλά να θέλω κι άλλο;

Ομολογώ την αμαρτία μου: Απόρησα κι άρχισα να προβληματίζομαι τόσο ώστε έφτασα στο σημείο να γράψω για αυτό.

Πώς ξεκίνησε; Κάπου διάβασα ότι η εκπομπή αυτή έχει χιλιάδες (δύο έχουν υπερβεί το εκατομμύριο) views. Ήταν αργά το βράδυ και αποφάσισα να «δω 2 λεπτά, να έχω μία εικόνα...». Κι εδώ αρχίζει ο αυτο-χλευασμός, διότι ο Ψινάκης με έκανε να το δω όλο. Ο ίδιος ο Ψινάκης και η bigger than life προσωπικότητα που αβίαστα ξεδιπλώνεται στα επεισόδια με κράτησαν. Με ενδιαφέρει να τον δω με πιτζάμες; Ουδόλως, σας διαβεβαιώνω. Κι όμως, τον βλέπουμε να κοιμάται στο κρεβάτι του, έχοντας στο πλάι του το πιστό τσοπανόσκυλό του, να τον ξυπνάνε με τις κάμερες τριγύρω, να είναι χάλια (όπως δεν τον έχουμε ξαναδεί), να βρίζει ασυστόλως, να τον ακολουθεί η κάμερα στην τουαλέτα, να πετάει κλοτσηδόν έξω τον κάμεραμαν και τελικά να αφήνει το υλικό να παίξει στο επεισόδιο τηρώντας αυτό που πολλάκις ακούγεται να λέει: Εδώ τα λέμε όλα. Και προφανώς τα δείχνει όλα, ή τουλάχιστον όσα θέλει. Φτάνει δε στο σημείο να αφήσει τη σκηνή όπου ο ίδιος σηκώνει το περίστροφό του που έχει στο πλευρό του ενώ κοιμάται.

Ο Ψινάκης τσαλακώνεται με μπρίο σε όλα τα επεισόδια κι αυτός είναι ένας από τους βασικούς λόγους που κρατάει αμείωτο το ενδιαφέρον. Όσο έμπειρος κι αν είναι στο χώρο της showbiz, αυτά που λέει και κάνει στο «Γηροκομείο», μοιάζουν τόσο αβίαστα που υποθέτεις ότι είναι αδύνατον να υπάρχει σκηνοθεσία. Είναι ο Ηλίας Ψινάκης, άκοπος και αμοντάριστος.

Μία από τις σκηνές που σε διαβεβαιώνουν για αυτό είναι όταν συναντά τον Γιάννη Μπουτάρη στο αποστακτήριο του πρώην δημάρχου Θεσσαλονίκης. Ο Ψινάκης οδηγεί ένα τζιπ, βλέπει τον Μπουτάρη, βγαίνει από το όχημα γεμάτος εκστατική χαρά και τρέχει να τον αγκαλιάσει. Λεπτομέρεια: Δεν έχει σβήσει τη μηχανή του αυτοκινήτου, ούτε έχει σηκώσει το χειρόφρενο. Το όχημα συνεχίζει να κινείται και βλέπουμε τον έντρομο γραμματέα του (τον αποκαλεί Μόνικα, ενώ τον λένε Στέλιο − έτσι κάνει σε όλους, αλλάζει τα ονόματα αναλόγως το φύλο και επιχειρηματολογεί σε διάφορες περιστάσεις ότι αυτό είναι κατά κάποιο τρόπο μετρητής του χιούμορ του άλλου. Αν δεν τον πειράζει, έχει χιούμορ και είναι ακομπλεξάριστος, αν τον πειράζει, κάτι κρύβει) να τρέχει να μπει στη θέση του οδηγού και να σταματήσει το τζιπ.

Ο Ψινάκης νιώθει την ανάγκη να πει την ιστορία του, αποφάσισε να γράψει βιβλίο αλλά −όπως λέει− δεν θυμάται λεπτομέρειες από περιστατικά λόγω του χρόνου που πέρασε (μας αποκαλύπτει την ηλικία του, αλλά και διάφορα τεχνάσματα για να την αποκαλύπτεις αλλιώς − μαθαίνουμε τι πρότεινε στην Αλίκη Βουγιουκλάκη) κι έτσι καλεί παλιούς φίλους στο σπίτι του κι αλλού για να θυμηθούν το παρελθόν. Με άλλα λόγια, το «Γηροκομείο» (αυτοσαρκασμός για τη βίλα του Ψινάκη) είναι ένα υβριδικό ντοκιμαντέρ για τον βίο και την πολιτεία του. Ζούμε στον ενεστώτα χρόνο, τον παρακολουθούμε στην καθημερινότητά του και ταυτόχρονα κάνουμε μία περιήγηση σε στιγμές της ζωής του (προς το παρόν κυρίως σε όσα έζησε από τη δεκαετία του 80 και μετά, οπότε και επέστρεψε στην Αθήνα από τη Νέα Υόρκη).

Στα τέσσερα πρώτα επεισόδια, όσον κι αν προξενεί εντύπωση, η παρουσία του Σάκη Ρουβά είναι ισχνή, περιορίζεται στο επεισόδιο που αφορά στην Eurovision της Κωνσταντινούπολης, αλλά και εκεί πάλι ο Ψινάκης πρωταγωνιστεί κι όλοι οι άλλοι απλώς γεμίζουν το κάδρο. Ο επί χρόνια μάνατζερ που περιβαλλόταν από πυκνή σκιά και μυστήριο, γνωρίζοντας ελάχιστα για εκείνον, αποκαλύπτεται αφηγούμενος περιστατικά που φωτίζουν το ρόλο του. Αλλά, όπως είπαμε, αυτό είναι μία ανθυπολεπτομέρεια του έως τώρα «Γηροκομείου». 

Δύο ήταν τα δύο βασικά χαρακτηριστικά της εκπομπής που κράτησαν ζωντανό το ενδιαφέρον σε έναν άνθρωπο σαν κι εμένα: Η αφηγηματικότητα των επεισοδίων −το story telling είναι καταπληκτικό, είναι σχεδόν αδύνατον να πλήξεις, δεν υπάρχουν κοινοτοπίες, δεν υπάρχει σημείο που βαλτώνει και -εδώ έρχεται το δεύτερο χαρακτηριστικό− το χιούμορ. Γελάς με σπασμούς, μέχρι δακρύων σε κάποια σημεία. Ο Ψινάκης δεν βάζει κανέναν φραγμό, είναι ο εαυτός του μέχρι παρεξηγήσεως (και σε όποιον αρέσει), βρίζει χωρίς όρια, γίνεται σόκιν, τα λεγόμενα καλιαρντά μοιάζουν να έχουν ξεκινήσει όλα από εκείνον. Κι επίσης, δεν κομπάζει για τίποτα, δεν κρύβει ότι γεννήθηκε πλούσιος κι έτσι έμαθε να ζει (ό,τι περιγράφει από τη ζωή του, μοιάζει με φυσική ροή γεγονότων έτσι όπως βγαίνει από το στόμα του − είναι σαν να έχεις μπει στις σελίδες βιβλίου του Φιτζέραλντ). Δεν σου κάνει εντύπωση όταν με απίστευτη ευκολία περιγράφει περιστατικά σε πολυτελή γιοτ ή ιδιωτικά τζετ, δεν σου προξενεί έκπληξη όταν λέει πως κάποια στιγμή που ήταν στο Παρίσι παράγγειλε πολλές φορές σε μία νύχτα ένα μπουκάλι κρασί που του άρεσε (και κόστιζε πολλές χιλιάδες ευρώ), αλλά το πρόβλημα του ήταν ότι το πλήρωσε άλλος καθώς ήταν καλεσμένος. Ακούγοντας τα από τον Ψινάκη μοιάζουν κάπως σαν... αυτονόητα, ενώ την ίδια ώρα −σε όλα τα επεισόδια− τον βλέπουμε να έχει πολύ καλή σχέση με απλούς και καθημερινούς ανθρώπους (είναι ευγενέστατος με όλους), οι οποίοι στάζουν μέλι για τον ίδιο. Αυτό, αν το δούμε προοπτικά, συνθέτει μέρος της προσωπικότητας του Ψινάκη, εκείνο το largeness που βρίσκει κανείς σε κινηματογραφικούς χαρακτήρες.

Ο Ηλίας Ψινάκης ως μία sui generis προσωπικότητα, που με την ίδια ευκολία που αφηγείται περιστατικά της ζωής του με τον Ανδρέα Παπανδρέου, την Μελίνα, την Αλίκη, την Λάσκαρη, τον Μπονάτσο, φτιάχνει μπιφτέκια με μία κυρία σε ένα βουνό, λατρεύει τα αδέσποτα και προσγειώνεται ανώμαλα με ένα αερόστατο στη Θεσσαλονίκη (κι όταν βγάζει φωτογραφία, μοιάζει να έχει βγει από φιγουρίνι − πάνω στο αναποδογυρισμένο αερόστατο...). Ο Ψινάκης που έπαιρνε με την Mercedes του την Δήμητρα Παπαδοπούλου από τη Φυλής, όπου έμενε τότε, για να την πάει στα γυρίσματα των Απαράδεκτων (και μας αποκαλύπτει τη χαρά του όταν έμαθε για τη γκέι φιγούρα στη σειρά, που θα αποδαιμονοποιούσε στα μάτια του κοινού την ομοφυλοφιλία, καθώς έως τότε στην ελληνική τηλεόραση ήταν απολύτως γκροτέσκα).

Ο Ψινάκης κάνει συνέχεια πλάκα, παίρνει τη ζωή σοβαρά εκεί που πρέπει και τη διακωμωδεί αλύπητα αλλού. Γίνεται... αντικαταθλιπτικός. Διαβάζοντας τα σχόλια των θεατών σε μία από τις εκπομπές, μία κυρία έγραψε: «...πώς και πώς το περίμενα το καινούριο επεισόδιο! Αντίο κατάθλιψη για απόψε χαχα». Και ένας άλλος: «Πόσοι θα σε ήθελαν για φίλο τους με τέτοιο χιούμορ. Κάνεις και για ψυχοθεραπεία αντικαταθλιπτική. Να είσαι καλά για τα βίντεο που μας ανεβάζεις και δίνεις θετική ενέργεια και χαμόγελα».

Προσωπικά έθεσα ερωτήσεις στον εαυτό μου: Γιατί το είδα όλο; Κυρίως γιατί μου άρεσε και δεν το χόρταινα; Ήταν, τρόπον τινά, σαν να διαβάζω την βιογραφία του Ζάχου Χατζηφωτίου (κι αυτή μονορούφι είχε φύγει), αλλά τώρα στην περίπτωση του Ψινάκη η παρουσίαση γινόταν με μία (υπερ)μοντέρνα εκδοχή, πλαισιωμένη με εικόνα και αμοντάριστη πραγματικότητα. Περνάς καλά, γελάς πολύ, βλέπεις κάτι όντως ενδιαφέρον χωρίς την αίσθηση της κλειδαρότρυπας, αλλά με την αποκαλυπτική διάθεση μίας βιογραφίας − με εικόνα, αφηγήσεις, ιστορίες, πολλές, αδιάκοπες ιστορίες. Κι ο Ψινάκης το κάνει άψογα.