TV + Series

True Blood

Πονάει, αλλά αρέσει

Δημήτρης Καραθάνος
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Δράκουλες, λυκάνθρωποι, μαινάδες, αλλόμορφοι, τηλεπαθητικοί, σαδομαζόχ στριπτιζάδικα για απέθαντους, διονυσιακά όργια στις εσχατιές του αμερικάνικου νότου, ακόλαστο σεξ, φρενήρες ροκ εν ρολ, πίδακες αρτηριακών υγρών. Τι ιδεωδέστερο για να στραγγίζεις τον χρόνο σου μπροστά στην TV, εξαιτίας της αιμοφιλικής σειράς του HBO;

«Πρόσμενα ένα δικό μου βαμπίρ για χρόνια, ώσπου πάτησε το πόδι του στο μπαρ. Όλες οι άλλες μειονότητες ήταν πλέον ευπρόσδεκτες στο Μπον Ταμπς, γιατί όχι λοιπόν και οι νεκροζώντανοι;» Έτσι ξεκινάει η πρώτη σκηνή του πρώτου επεισοδίου της πρώτης σεζόν μιας από τις πιο καθηλωτικές τηλεοπτικές σειρές των τελευταίων ετών.

Υπ’ όψιν, αυτή δεν είναι μονάχα προσωπική άποψη. Το «True Blood» έτυχε μαζικής αποδοχής οπουδήποτε προβλήθηκε, κέρδισε Χρυσή Σφαίρα, Emmy, ενώ το τέλος της πέμπτης σεζόν άφησε το κοινό του τόσο αιμοδιψές, ώστε υποχρέωσε τους παραγωγούς να ξεκινήσουν τα γυρίσματα της επόμενης, προγραμματισμένης να προβληθεί τον Ιούνιο του 2013. 

n

Περί τίνος πρόκειται, λοιπόν; Ο χρόνος είναι το σήμερα και ο τόπος μια επαρχία της Λουιζιάνα. Επίκεντρο της κοινωνικής ζωής είναι το μπαρ του «Μερλό», όπου συναντάμε τη σερβιτόρα Σούκι Στάκχαους. Η Σούκι, άσπιλη σαν Χιονάτη, καυτή σαν την Τζίνα Τζέιμσον, είναι ένα ραδιόφωνο που πιάνει σκόρπιες συχνότητες: η Σούκι τυγχάνει τηλεπαθητική, παρείσακτη στις αδέσποτες σκέψεις των άλλων. Οι φωνές του περίγυρου τής είναι τόσο διακριτές, ώστε γνωρίζει ακόμη και τις σκέψεις που οι άνθρωποι ντρέπονται να σκεφτούν. Η μοίρα της θα αλλάξει όταν γνωρίζει κάποιον, του οποίου δεν μπορεί να διαβάσει το μυαλό. Μόνο που αυτός είναι βαμπίρ. Πρόκειται για τον Μπιλ Κόμπτον, γοητευτικό υπεραιωνόβιο δράκουλα με ζυγωματικά τόσο ανάγλυφα, που μοιάζουν σμιλεμένα, και μια αισθαντική φωνή που αγγίζει την πιο μελίρρυτη κλίμακά της όταν προφέρει αργόσυρτα «Σούούούκιιι…», με τρόπο που κάνει την αγαθή σερβιτόρα με τα εφαρμοστά σορτσάκια να αναρριγεί και τα πόδια της να εγκαταλείπουν τη γη.

n

Το ρομάντζο αναμεταξύ τους γεννιέται αυτοστιγμεί, και παρότι κοινωνικά καταδικαστέο, είναι νόμιμο, καθότι η εφεύρεση του συνθετικού αίματος έχει βοηθήσει τους βρικόλακες να ενσωματωθούν στο σύνολο, ενώ σταδιακά τους παραχωρούνται και πολιτικά δικαιώματα. Τα βαμπίρ όμως υπόκεινται σε διακρίσεις, αποτελούν στόχο ακροδεξιών οργανώσεων και παρακρατικών φονταμενταλιστών, όσο και των εμπόρων ναρκωτικών, καθώς το αίμα τους, γνωστό στην αργκό της πιάτσας ως «V», αποτελεί την αμβροσία της ντρόγκας. Δεδομένων των συνθηκών και του πληθυσμιακού μείγματος, το αιματοκύλισμα δεν αργεί να πλήξει το φαινομενικά πράο Μπον Ταμπς.

Κάπου εδώ ο θεατής ανακαλύπτει τον εαυτό του ανεπανόρθωτα εξαρτημένο, τόσο από τη σεναριακή εξέλιξη, όσο και από τους χαρακτήρες. Υπάρχει ο Λαφαγιέτ, γκέι σεφ με τουρμπάνι και ταυτόχρονα βαποράκι με αστείρευτο μενού ουσιών. Ενώ η Τάρα, σοκολατένια, λυγερή σαν πούμα αναγνώστρια της Ναόμι Κλάιν και κολλητή της Σούκι, είναι κάτοχος ενός οπλοστασίου από ατάκες, του οποίου ένα ταπεινό μονάχα δείγμα είναι το εξής: «Το σχολείο είναι ένα μέρος όπου οι λευκοί εκπαιδεύουν άλλους λευκούς. Είπα να εξοικονομήσω χρήμα και να μορφώσω τον εαυτό μου εγώ».

Προπάντων όμως το στοιχείο που εθίζει είναι η ατμόσφαιρα: οι προφορές, οι συμπεριφορές, το εξωτικό μυστήριο του βαθέως νότου, η κάψα της Λουιζιάνα, το ζαχαρωμένο ice tea, το αδιάκοπο κάντρι ροκ, η ιδιόλεκτος κατζούν. Ένας συνδυασμός μυθιστορήματος της Ντόνα Ταρτ με στριπάκια του «Preacher» και καρέ του «Twin Peaks», τα συστατικά του «True Blood» δε θα μπορούσαν να είναι περισσότερο αντίθετα από τα στάνταρ σίριαλ, που παρουσιάζουν την πιο εξωραϊσμένη εκδοχή της Αμερικής, κατά την οποία το γρασίδι είναι πάντα φρεσκοκουρεμένο, τα αμάξια αεροδυναμικά, οι μπίρες λάιτ και η ορθοφαγία έχει εξοστρακίσει προ πολλού τον υδατάνθρακα από την ανθρώπινη διατροφή. Το «True Blood» όμως είναι ένα θέαμα με πολλά λιπαρά. Οι προβληματισμοί του αφορούν τις σεξουαλικές αποκλίσεις, τον κοινωνικό εξοστρακισμό των μειονοτήτων, τις συλλογικές εμμονές, ενώ το κατηγορώ του απέναντι στη θρησκεία είναι το πιο αμείλικτο και ευφραδές που έχει διατυπωθεί μέχρι σήμερα από τηλεοπτικό πομπό.

Είναι ταυτόχρονα και ένας μεγάλος ύμνος στην αγάπη, το βασικότερο στοιχείο που έκανε τον Άλαν Μπολ, σκηνοθέτη του «Six Feet Under», να αγοράσει τα δικαιώματα των μυθιστορημάτων «Southern Vampire Mysteries» της Τσαρλέιν Χάρις για να δημιουργήσει το «True Blood». «Ποτέ μην υποτιμάς τη δύναμη της τυφλής πίστης», ακούμε κάποια στιγμή. «Μπορεί να κάμψει τους νόμους της φυσικής, αν όχι να τους καταρρίψει οριστικά».

Είναι και αφάνταστα αστείο, επίσης, ακόμα και στις πιο δραματικές του στιγμές. «Είσαι ζωντανός;» ρωτάει η Σούκι τον πελιδνό της εραστή που χαροπαλεύει. «Από “τεχνικής” άποψης, όχι». Εδώ όμως θα μπορούσα να διαφωνήσω με τον Μπιλ, το βαμπίρ. Τούτοι οι φανταστικοί χαρακτήρες έχουν εδώ και χρόνια αποκτήσει σάρκα και οστά.

n