Τεχνολογια - Επιστημη

Μπορούν τα data centers να αποθηκεύσουν όλη την ανθρώπινη γνώση;

Η ψηφιακή αποθήκευση της ανθρώπινης γνώσης θέτει ερωτήματα για τη δημοκρατία, τη λήθη, την αλήθεια

Αδάμ Αδαμόπουλος
5’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Τα Data centers, το πρόβλημα της υπερσυγκέντρωσης δεδομένων σε λίγα, σε πολύ λίγα, χέρια και η διαγραφή τους

Στο σύντομο διήγημα «Φούνες, ο μνήμων» του Αργεντινού συγγραφέα Χόρχε Λουίς Μπόρχες, δημοσιευμένο σε αρχική μορφή το 1939, ο νεαρός Ειρηναίος Φούνες, μετά από ένα ατύχημα με άλογο, αποκτά το ιδιαίτερο χάρισμα της απόλυτης υπερμνησίας: μια ασυνήθιστα ισχυρή μνήμη και την ικανότητα να θυμάται κάθε στιγμή της ζωής του με την παραμικρή λεπτομέρεια. Κάθε εικόνα που αντικρίζει, κάθε ήχο που ακούει, κάθε συναίσθημα που νιώθει, όλα καταγράφονται σε μια μνήμη που είναι ταυτόχρονα φωτογραφική-ειδητική στη λεπτομέρεια που μπορεί να καταγράψει, μνήμη-σφουγγάρι που απορροφά αυτόματα κάθε δυνατή πληροφορία και μνήμη ελέφαντα ή όρκας, από την οποία δεν διαγράφεται το παραμικρό, όσα χρόνια κι αν παρέλθουν. Όπως αναφέρεται, ο Φούνες «θυμάται κάθε φύλλο σε κάθε δέντρο που είδε, κάθε σύννεφο και τους μετασχηματισμούς του στο χώρο».

Αυτό το χάρισμα είναι ταυτόχρονα και κατάρα, καθώς αυτή η αφύσικη σχέση μνήμης και χρόνου δημιουργεί, κατά τον Μπόρχες, ένα εφιαλτικό φιλοσοφικό παράδοξο: η απόλυτη μνήμη κατανικά τη λήθη και τον χρόνο, αλλά, αντί να δραστηριοποιήσει τον Φούνες, τον μετατρέπει σε ένα άχρονο ον, καθώς η ανάκληση των συμβάντων μιας μέρας απαιτεί μια ολόκληρη μέρα. Ο Φούνες αδυνατεί να φιλτράρει τις υπάρχουσες αναμνήσεις, είναι ανήμπορος να εφαρμόσει τη βασική λειτουργία της λήθης: το ξεσκαρτάρισμα των περιττών και ανούσιων λεπτομερειών που μπορούν, ως τέτοιες, να απορριφθούν, ώστε να παραμείνουν και να αναδειχθούν τα ουσιώδη στοιχεία που θα οδηγήσουν σε νέες, δημιουργικές συνθέσεις και αξιολογήσεις. Αυτή η αδυναμία εφαρμογής μιας διαδικασίας αφαίρεσης και εκκαθάρισης των ασήμαντων λεπτομερειών καταδικάζει τον Φούνες σε μια αέναη α-λήθεια, σε μια διαρκή ψυχική αϋπνία, που του απαγορεύει να ζει το «τώρα», κρατώντας τον εγκλωβισμένο σε ένα διαρκώς διογκούμενο, επαναληπτικά επισκεπτόμενο παρελθόν. Ο Μπόρχες συνδέει τον λογοτεχνικό του ήρωα με τον νιτσεϊκό υπεράνθρωπο και, όχι χωρίς κάποια δόση ειρωνείας, αποκαλεί τον Φούνες «πρόδρομο των υπερανθρώπων» και «ατίθασο ιθαγενή Ζαρατούστρα», αλλά δεν φαίνεται να διαφωνεί με τη νιτσεϊκή άποψη ότι η λήθη αποτελεί συστατικό στοιχείο κάθε πράξης, όντας προϋπόθεση της ζωής, της ευτυχίας και της δημιουργίας. Ο Φούνες αποτελεί λογοτεχνική ενσάρκωση όσων υποστήριξε το 1874 ο Νίτσε στο δοκίμιό του «Περί της ωφέλειας και της βλάβης της ιστορίας για τη ζωή»: συνθλίβεται υπό το βάρος του απαράγραπτου παρελθόντος, καταλήγει να φυτοζωεί ακίνητος στα σκοτάδια ενός δωματίου, ουσιαστικά διανοητικά παράλυτος.

Ο λογοτεχνικός Φούνες συμπεριλήφθηκε παλαιότερα στη συζήτηση σχετικά με το δικαίωμα των πολιτών στην ψηφιακή λήθη, καθώς οποιαδήποτε πληροφορία μπορεί πλέον να παραμείνει αποθηκευμένη σε ψηφιακή μορφή δυνητικά επ’ άπειρον. Μέσω μιας επίπονης νομικής διαδικασίας, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με αφορμή την υπόθεση Google Spain, κατοχύρωσε το 2014 επίσημα το δικαίωμα στη λήθη, δεχόμενο ότι οι πολίτες δικαιούνται να ζητούν τη διαγραφή συνδέσμων στο διαδίκτυο με απαρχαιωμένες ή επιζήμιες προσωπικές πληροφορίες. Η ρύθμιση μετέπειτα εντάχθηκε ως επίσημη πολιτική της ΕΕ στον Γενικό Κανονισμό Προστασίας Δεδομένων (Άρθρο 17 – Right to erasure/oblivion). Από φιλοσοφική άποψη, η ΕΕ αναγνωρίζει ότι, όπως ο άνθρωπος χρειάζεται τη λήθη για να προχωρήσει και να αναπτυχθεί, έτσι και ο ψηφιακός πολίτης πρέπει να έχει το δικαίωμα σε μια «δεύτερη ευκαιρία», απελευθερωμένος από τα βάρη του ψηφιακού του παρελθόντος.

Όμως, το θέμα της α-λήθειας επανακάμπτει δριμύτερο με την ανάπτυξη των data centers, τα οποία παρουσιάζονται ως το απολύτως απαραίτητο υλικό υπόβαθρο για την ανάπτυξη των ψηφιακών υπηρεσιών και ιδίως των εφαρμογών Τεχνητής Νοημοσύνης στο κατά Μάρσαλ ΜακΛούαν «παγκόσμιο χωριό». Υπέρτατος στόχος των data centers είναι η συγκέντρωση του συνόλου της ανθρώπινης γνώσης, στόχος μαξιμαλιστικός, υπερφίαλος, εξωπραγματικός. Άραγε είναι κάτι πρακτικά ακατόρθωτο ή μπορεί να υλοποιηθεί; Η ιδέα των data centers δεν είναι διόλου πρόσφατη· αντίθετα, επιχειρήθηκε να πραγματωθεί με την ίδρυση της Βιβλιοθήκης της Αλεξάνδρειας. Έργο μεγαλεπήβολο, ξεκίνησε περί το 295 π.Χ. επί Πτολεμαίων, με ιδρυτή τον Πτολεμαίο Α’ Σωτήρα και πνευματικό καθοδηγητή τον Αθηναίο φιλόσοφο Δημήτριο τον Φαληρέα, που μαθήτευσε στον Αριστοτέλη μαζί με τον Θεόφραστο και τον Αλέξανδρο τον Μακεδόνα. Έργο που συνεχίστηκε από τους επιγόνους και διαδόχους του Σωτήρος, τον Πτολεμαίο Β’ Φιλάδελφο, τον Πτολεμαίο Γ’ Ευεργέτη κ.ο.κ. Διακηρυγμένος στόχος της Αλεξανδρινής Βιβλιοθήκης ήταν η συγκέντρωση και διάσωση της γνώσης ολόκληρου του τότε γνωστού κόσμου, με πυρήνα ασφαλώς την ελληνική γραμματεία, αλλά και τα κείμενα από την Ανατολή, την Αίγυπτο και τους τότε γνωστούς λαούς. Εκτιμάται ότι συμπεριέλαβε περί τις 500–700 χιλιάδες παπύρους και αντίστοιχο αριθμό κωδίκων (βιβλίων) κατά τη ρωμαϊκή εποχή.

Κατ’ αναλογία, τα data centers αποτελούν τεράστιες εγκαταστάσεις που απαιτούν αδιάλειπτη παροχή ηλεκτρικής ισχύος για τη λειτουργία και την ψύξη τους· για τη δεύτερη δε, καταναλώνονται ανάλογες ποσότητες ύδατος. Συνδυάζοντας τις υποδομές συγκέντρωσης και αποθήκευσης πληροφοριών με πολύ υψηλή υπολογιστική ισχύ και προηγμένους αλγόριθμους ανάλυσης δεδομένων, πληροφοριών, γνώσης και εμπειρογνωμοσύνης, τα data centers παρέχουν τη βάση υποστήριξης των μοντέλων Τεχνητής Νοημοσύνης.

Η εξέλιξη αυτή δικαίως εγείρει μια σειρά από ζητήματα. Πρώτον, ένα ζήτημα δημοκρατίας, καθώς η πληροφορία συγκεντρώνεται στα χέρια ιδιωτικών εταιρειών, χωρίς να έχουν αναπτυχθεί διαδικασίες ελέγχου και λογοδοσίας: πολύ λίγοι άνθρωποι (θα) έχουν τον έλεγχο όλης της ανθρώπινης γνώσης και (θα) είναι πρακτικά ανέλεγκτοι. Δεύτερον, η πολυδιαφημιζόμενη ως άυλη πληροφορία, η συγκέντρωση και η επεξεργασία της, απαιτεί ένα πολύ απτό, υλικό υπόβαθρο, το οποίο με τη σειρά του έχει τεράστιο αρνητικό οικολογικό αποτύπωμα. Τρίτον, το ζήτημα της α-λήθειας: τα δεδομένα των data centers είναι παντοτινά και υπέρχρονα, διατηρούνται αναλλοίωτα ες αεί. Και αυτό σχετίζεται με το θέμα των πνευματικών δικαιωμάτων. Αν ένα τέτοιο σύστημα «διαβάσει» ένα βιβλίο ή «δει» μια ταινία, τότε το περιεχόμενο αυτών των έργων καταγράφεται και παραμένει στη μνήμη του παντοτινά, όπως στην περίπτωση του μπορχεσιανού Φούνες.

© Brecht Corbeel / Unsplash

Με τις ισχύουσες διατάξεις, τα πνευματικά δικαιώματα ενός έργου διατηρούνται για χρονικό διάστημα 70 ετών από τον θάνατο του δημιουργού (ή των κύριων δημιουργών) του έργου. Η ισχύουσα εβδομηκονταετία έχει επικριθεί ως υπερβολικά μακρά περίοδος· ας μην ξεχνάμε τον επί δεκαετίες λυσσαλέο αγώνα της εταιρείας του Γουόλτ Ντίσνεϋ για επέκταση της ισχύος των πνευματικών δικαιωμάτων στις ΗΠΑ από τα 75 στα 95 χρόνια, προκειμένου να καθυστερήσει η είσοδος του Μίκυ Μάους στον δημόσιο χώρο (public domain), κάτι που τελικά έγινε μόλις την 1η Ιανουαρίου 2024. Η συνθήκη των 70 ετών πρακτικά συνεπάγεται ότι τα έργα των δημιουργών που απεβίωσαν το 1956 θα αποδεσμευθούν από τα πνευματικά δικαιώματα στο τέλος του τρέχοντος έτους. Από αυτή την άποψη, σε βάθος χρόνου, οι όποιες διαμαρτυρίες, κινητοποιήσεις και νομολογίες κατά των data centers και των πρακτικών που αυτά εφαρμόζουν μάλλον μοιάζουν με μάχες οπισθοφυλακής.

Μια ενδιαφέρουσα πτυχή είναι η ύπαρξη πνευματικών έργων που, έστω και διά της πλαγίας, έχουν αγγίξει τα ζητήματα των πνευματικών δικαιωμάτων και της α-λήθειας. Για τον Μπόρχες, στο εξαιρετικό διήγημά του «Η βιβλιοθήκη της Βαβέλ», η ομώνυμη βιβλιοθήκη αποτελεί κεντρικό σύμβολο του Σύμπαντος, είναι ατέρμονη, περιέχει «όλα τα βιβλία που έχουν γραφτεί ή που πρόκειται να γραφτούν σε κάθε γλώσσα και αλφάβητο». Εξ ου και η ρητά διατυπωμένη φιλοσοφική στάση του Μπόρχες, που συνοψίζεται στη διάσημη φράση του: «Πάντα φανταζόμουν τον Παράδεισο σαν ένα είδος βιβλιοθήκης». Μπορούμε να φανταστούμε τον, επίσης μπορχεσιανό, Φούνες σε μια τέτοια βιβλιοθήκη;

Ο Αμερικανός συγγραφέας Ρέυ Ντάγκλας Μπράντμπερυ, στο διήγημά του «Φαρενάιτ 451» (κινηματογραφημένο εξαιρετικά από τον Γάλλο σκηνοθέτη Φρανσουά Τρυφώ το 1966), μας μεταφέρει σε έναν κόσμο όπου όλα τα βιβλία είναι απαγορευμένα και μια ειδική «πυροσβεστική» υπηρεσία (firemen), αντί να σβήνει φωτιές, έχει ως αποστολή να εισβάλει σε σπίτια και να καίει τα βιβλία που εντοπίζει. Η αντίδραση σε αυτή τη δυστοπική συνθήκη είναι η δημιουργία ανθρώπων-βιβλίων, ανθρώπων που έχουν απομνημονεύσει και απαγγέλλουν ολόκληρα βιβλία. Το 1953, που δημοσιεύθηκε το διήγημα, δεν υπήρχε η σημερινή ψηφιακή τεχνολογία· οι πληροφορίες θησαυρίζονταν σε μικροφίλμ και ο Μπράντμπερυ γράφει: «Τα μικροφίλμ δεν μας βοηθούσαν· ταξιδεύαμε συνεχώς, δεν θα θέλαμε να θάβουμε τα μικροφίλμ και να επιστρέφουμε αργότερα. Υπάρχει πάντα ο κίνδυνος να τα ανακαλύψουν. Είναι προτιμότερο να τα φυλάμε μέσα στα κεφάλια μας, όπου κανείς δεν μπορεί να τα δει ούτε να υποψιαστεί την ύπαρξή τους. Είμαστε όλοι αποσπάσματα ή και μεγάλα κομμάτια Ιστορίας, Λογοτεχνίας και Διεθνούς Δικαίου· ο Μπάυρον, ο Τομ Παίην, ο Μακιαβέλι, ο Χριστός, οι πάντες εδώ». Ήτοι, Φούνες σε μικρογραφία.

Ο ιαπωνικής καταγωγής Νομπελίστας λογοτέχνης Καζούο Ισιγκούρο, στο μυθιστόρημά του «Η Κλάρα και ο ήλιος» (2021), που φέτος γνώρισε και την κινηματογραφική του μεταφορά σε σκηνοθεσία του Τάικα Γουαϊτίτι, εισάγει τον ΤΦ (Τεχνητό Φίλο), ένα ειδικό ρομπότ συντροφιάς μικρών παιδιών. Εύκολα μπορούμε να φανταστούμε ότι ένα τέτοιο σύστημα – που πόσο απέχει απ’ το να υλοποιηθεί; – θα αναλαμβάνει πολλαπλούς ρόλους: φίλου/συντρόφου, συνομιλητή, βοηθού, υπηρέτη, προσωπικού βαλέ. Θα καταγράφει ψηφιακά και θα μπορεί να ανακαλέσει όλες τις εμπειρίες του ανθρώπου που συνοδεύει, εικόνες, ήχους, συνομιλίες. ΤΦ, ο προσωπικός μας ψηφιακός Φούνες.

Τέλος, ας θυμηθούμε ότι οι Ντάγκλας Χόφσταντερ και Ντάνιελ Ντένετ, στο βιβλίο τους «Το εγώ της νόησης» (The mind’s I, 1981), συζητούν για ένα ον το οποίο «ακούει» μουσική, όχι βάζοντας τον δίσκο βινυλίου στο πικάπ προκειμένου να αναπαραχθεί ο ήχος, αλλά απλά «διαβάζοντας» τις αυλακώσεις πάνω στην επιφάνεια του δίσκου. Εδώ δεν υπάρχει καμία σχέση με την ανθρώπινη εμπειρία· ωστόσο, τα ερωτήματα πολλαπλασιάζονται.