Τεχνολογια - Επιστημη

Φωτογραφίες με Τεχνητή Νοημοσύνη και η υπονόμευση της πραγματικότητας

Όταν ο φωτογράφος και ο σκηνοθέτης δίνουν τη θέση τους στον αλγόριθμο

Τέλης Σαμαντάς
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Φωτογραφίες, Τεχνητή Νοημοσύνη και κρίση εμπιστοσύνης. Από την πραγματικότητα στην ψευδαίσθηση

Βολτάροντας στο Internet έπεσα σε μια παλιά φωτογραφία - άγνωστου, σε μένα, φωτογράφου: Μια γυναίκα φωτογραφίζεται το 1946 στα ερείπια της μεταπολεμικής Βαρσοβίας, διαβάζω στο πίσω μέρος. Υποθέτω πως η φωτογραφία ίσως να προοριζόταν για κάποιο γιο, σύζυγο ή αδελφό. Ο ίδιος ίσως να επέστρεφε από κάποιο μέτωπο, να ήταν κάπου θαμμένος ή να ήταν μετανάστης στις ΗΠΑ. Μπορεί ακόμη και να αφορούσε απλώς την ίδια, ως «τεκμήριο» κάποιας ψευδούς ανάμνησης. Η εικόνα ωστόσο με οδήγησε σε μια σειρά από σκέψεις που αφορούν τη «σκηνοθεσία της εικόνας», καθώς και την τεκτονική αλλαγή που έχει φέρει σ' αυτή τη σκηνοθεσία η πλημμυρίδα των πλαστών «φωτογραφιών» που παράγονται με Τεχνητή Νοημοσύνη. Με αποτέλεσμα να μεταβληθεί άρδην η θέση και του υποκειμένου και του θεατή, όχι μόνο σε σχέση με τη φωτογραφία ως τεκμήριο αλλά - κατ’ επέκταση - με την ίδια την πραγματικότητα και την - όποια - αλήθεια της:

Δεν είναι λίγες οι φωτογραφίες που ακόμη και πριν 30-40 χρόνια σκηνοθετούνταν, συνήθως σε στούντιο ή ακόμη και στην ύπαιθρο. (Όσοι έχουν υπηρετήσει στο στρατό, π.χ., κάπου θα έχουν καταχωνιάσει τον εαυτό τους να ξεπροβάλλει μέσα από κάποια ζωγραφισμένη καρδιά, από το κόκπιτ κάποιου αεροπλάνου ή από τον πυργίσκο κάποιου τανκς). Παλιές, στημένες φωτογραφίες όπου το σκηνικό ήταν πραγματικό αντικείμενο: καμβάς, ύφασμα, ξύλινη κατασκευή. Ο φωτισμός στατικός, η πόζα τελετουργική, με την εικόνα να λειτουργεί περισσότερο ως «κοινωνική επιτέλεση». Ο φωτογραφούμενος άλλωστε γνώριζε πολύ καλά ότι συμμετέχει σε μια σκηνοθεσία, ενώ ο θεατής μπορούσε να αναγνωρίσει τα ίχνη της τεχνικής. Με λίγα λόγια, η ψευδαίσθηση δεν προσπαθούσε να κρυφτεί. Ήταν μέρος μιας κοινής σύμβασης, όπου η εικόνα δεν διεκδικούσε την αλήθεια, αλλά μια επιθυμητή εκδοχή του εαυτού.

Μέχρι που ήρθε η Τεχνητή Νοημοσύνη και άλλαξε τα πάντα στον τομέα της εικόνας - και, βεβαίως, όχι μόνο. Ο φωτογράφος εξαφανίστηκε, το ντεκόρ μεταβλήθηκε σε - κατά βούληση - πολυμορφικό, αλλά πάνω απ’ όλα άλλαξε ριζικά η θέση και του υποκειμένου και του θεατή. Μαζί τους πήρε το ποτάμι της τεχνολογίας και την άποψη του Ρολάν Μπαρτ, πως «Κάθε φωτογραφία είναι ένα πιστοποιητικό παρουσίας». Μια που ούτε «πιστοποιητικό» διαθέτουν ούτε «παρουσία» δηλώνουν οι σύγχρονες κατασκευές των εικόνων της Τ.Ν.

Ως αποτέλεσμα έχουμε την «αποϋλοποίηση» της εικόνας. Η ψευδαίσθηση δεν είναι πλέον απότοκο σκηνοθεσίας, αλλά αποτέλεσμα αλγοριθμικού υπολογισμού. Στην πραγματικότητα ο σκηνοθέτης παύει να είναι ο φωτογράφος: μετατρέπεται σε ένα είδος «δραματουργού» που προτείνει, μέσω διαδοχικών prompts, σε κάποιον αλγόριθμο να σκηνοθετήσει την τελική «αναπαράσταση». Ως αποτέλεσμα αυτού του δυισμού η τελική εικόνα δεν επιτρέπει στο θεατή να εντοπίσει την προέλευσή της. Η εικόνα δεν αναπαριστά κάτι που υπήρξε· παράγει κάτι που ίσως και να μπορούσε να υπάρξει, με την ψευδαίσθηση να απαιτεί να γίνει πιστευτή ενώ ταυτοχρόνως γίνεται αόρατη. (Προφανώς εξαιρούνται οι εικόνες Τ. Ν. χιουμοριστικού τύπου που δεν έρχονται να αντικαταστήσουν τις φωτογραφίες αλλά μάλλον τις γελοιογραφίες).

Αυτή, ωστόσο, η μετατόπιση τείνει να αλλάξει ριζικά την έννοια της εμπιστοσύνης στο οποιοδήποτε γεγονός. Στις παλιές, σκηνοθετημένες φωτογραφίες, η εμπιστοσύνη δε βασιζόταν απλώς στην αλήθεια της εικόνας, αλλά στη διαφάνεια της κατασκευής της. Ο θεατής καταλάβαινε τι βλέπει. Στις εικόνες Τεχνητής Νοημοσύνης, η εμπιστοσύνη δεν μπορεί να στηριχθεί στα οπτικά χαρακτηριστικά. Η εικόνα δεν δηλώνει την προέλευσή της και δεν προσφέρει σημεία αναγνώρισης. Η αξιοπιστία της εξαρτάται από το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται και όχι από την ίδια την εικόνα. Η εικόνα δεν λειτουργεί ως πραγματική μαρτυρία· λειτουργεί ως «πιθανότητα αλήθειας». Η σχέση με την εικόνα μετατρέπεται από σχέση τεκμηρίωσης σε σχέση ερμηνείας. Και μπορεί μεν η Σούζαν Σόνταγκ να επέμενε πως «η φωτογραφία είναι μια ερμηνεία του κόσμου, όχι αντιγραφή του», αλλά πλέον ο θεατής βρίσκεται σε μια νέα κατάσταση: δεν καλείται να αναγνωρίσει μια σκηνοθεσία -την «ερμηνεία» της Σόνταγκ- αλλά να διαχειριστεί μια αβεβαιότητα, η οποία θα έρθει με τη σειρά της να επιβεβαιώσει ή να απορρίψει ήδη προϋπάρχουσες ιδέες. Γεγονός που απλούστατα σημαίνει πως αλλάζει η σχέση εμπιστοσύνης όχι πια μόνο με την εικόνα αλλά με την ίδια την πραγματικότητα. Ιδίως δε, όταν η πραγματικότητα μέσα στην οποία ζούμε, με τον επελαύνοντα ανορθολογισμό και τον πολλαπλασιασμό των πολλαπλών «ερμηνειών» αυτής της πραγματικότητας, έχουν οδηγήσει στην ισότιμη παρουσία ψευδών και αληθών διαπιστώσεων υπό την κάλυψη των διαφόρων θεωριών για την «αφήγηση».
Και πώς μπορεί να αντισταθεί κάποιος σ’ αυτή τη νέα συνθήκη που επιβάλλει στο θεατή η πλημμυρίδα των σκηνοθετημένων από την Τεχνητή Νοημοσύνη φωτογραφιών, θα μπορούσε να αναρωτηθεί κάποιος. Πιθανόν ανακαλώντας την περίφημη φράση του Ρόμπερτ Κάπα: «Αν η φωτογραφία σου δεν είναι αρκετά καλή, δεν είσαι αρκετά κοντά» -στην πραγματικότητα, εξυπακούεται.