Η Merge Labs, που λανσαρίστηκε μόλις τον περασμένο μήνα από το OpenAI με ασαφή ακόμη περιγραφή στόχων, εντάσσεται στην άνθηση της αγοράς διεπαφών εγκεφάλου–υπολογιστή (BCI). Αυτό που την ξεχωρίζει είναι χρηματοδότηση 252 εκατ. δολαρίων από επενδυτές, ανάμεσά τους και η εταιρεία τεχνητής νοημοσύνης OpenAI. Το εγχείρημα παρουσιάζεται ήδη ως δυνητικός αντίπαλος της Neuralink του Έλον Μασκ, η οποία δοκιμάζει σε ασθενείς συσκευές που ανιχνεύουν και τροποποιούν την ηλεκτρική δραστηριότητα του εγκεφάλου.
Η Merge Labs αυτοπροσδιορίζεται περισσότερο ως ερευνητικό εργαστήριο παρά ως start-up ταχείας απόδοσης. Προέκυψε ως spin-out του μη κερδοσκοπικού οργανισμού Forest Neurotech στο Λος Άντζελες. Συνιδρυτές είναι οι ερευνητές Τάισον Αφάλο (επικεφαλής επιστημονικός υπεύθυνος), Σάμνερ Νόρμαν (διευθύνων σύμβουλος) και Μιχαήλ Σαπίρο (ερευνητής BCI στο California Institute of Technology και σύμβουλος της Forest Neurotech), μαζί με τους επιχειρηματίες Άλεξ Μπλάνια και Σάντρο Χέρμπιγκ, καθώς και τον διευθύνοντα σύμβουλο της OpenAI, Σαμ Άλτμαν.
Πού διαφέρει η OpenΑΙ από τη Neuralink;
Σε αντίθεση με τις «νευρωνικές βελόνες» τύπου Neuralink, η Merge Labs αναπτύσσει τεχνικές υπερήχων τόσο για απεικόνιση όσο και για τροποποίηση της εγκεφαλικής δραστηριότητας. Η προσέγγιση θεωρείται λιγότερο επεμβατική: οι αισθητήρες τοποθετούνται ακριβώς κάτω από το κρανίο ή λειτουργούν μέσα από «παράθυρο» στο οστό, όχι βαθιά στον εγκέφαλο. Εκεί όπου τα ηλεκτρικά εμφυτεύματα είναι σταθερά και «βλέπουν» μόνο τα σημεία των ηλεκτροδίων, τα υπερηχητικά κύματα μπορούν να καλύψουν μεγάλες περιοχές και να διεγείρουν πολλαπλά σημεία — κάτι που θα μπορούσε να βοηθήσει σύνθετες διαταραχές όπως η κατάθλιψη.
Η νευροεπιστήμονας Έλσα Φουραγκάν από το University of Plymouth, συνεργάτιδα της Forest Neurotech, εξηγεί ότι όπως και η Neuralink, η Merge Labs σκοπεύει να χρησιμοποιήσει τεχνητή νοημοσύνη για την αποκωδικοποίηση της εγκεφαλικής δραστηριότητας. Στην «λειτουργική υπερηχογραφία», οι επιστήμονες αναλύουν πώς αλλάζουν συχνότητα και πλάτος τα ανακλώμενα κύματα καθώς σκεδάζονται από κινούμενα αιμοσφαίρια. Όταν οι νευρώνες ενεργοποιούνται, αυξάνεται η ανάγκη για οξυγόνο και μεταβάλλεται η αιματική ροή — δημιουργώντας χάρτες δραστηριότητας («κόκκινο» όπου υπάρχει ενεργοποίηση, «τίποτα» όπου όχι).
Οι υπέρηχοι μπορούν επίσης να διεγείρουν νευρώνες: εστιασμένες δέσμες μεταβάλλουν την τοπική πίεση και τον ρυθμό πυροδότησης. Η εταιρεία αφήνει ανοικτό και το ενδεχόμενο συνδυασμού με τη «σονογενετική», μια πιο πειραματική προσέγγιση όπου γενετική μηχανική καθιστά συγκεκριμένα κύτταρα πιο ευαίσθητα στα κύματα.
Πού σκοντάφτει — και τί υπόσχεται;
Παρά το μικρότερο επεμβατικό αποτύπωμα, απαιτείται και εδώ χειρουργική πρόσβαση κάτω από το κρανίο. Επιπλέον, παρότι η χωρική ανάλυση μπορεί να φτάσει περίπου τα 0,2 χιλιοστά, η μέθοδος είναι σχετικά αργή, επειδή βασίζεται σε έμμεσο δείκτη (αιματική ροή) με χρονική υστέρηση, σημειώνει ο Τζάκομο Βάλε από το Chalmers University of Technology. Αν ο στόχος είναι διαδραστικό BCI που «κολλά» στην πρόθεση του ασθενούς — π.χ. για αποκωδικοποίηση ομιλίας — τα συστήματα βασισμένα στο αίμα αντιμετωπίζουν «θεμελιώδη περιορισμό», προσθέτει ο Δημήτριος Άνταμος από το Imperial College London, συνιδρυτής της εταιρείας BCI Cogitat.
Παρά τις δυσκολίες, η Merge Labs επιμένει στην ανάπτυξη BCIs: ερευνητές της έχουν χρησιμοποιήσει υπερήχους για να ερμηνεύσουν προθέσεις κίνησης σε πιθήκους και για να ανιχνεύσουν τη δραστηριότητα πίσω από ανθρώπινες πράξεις, όπως το παίξιμο κιθάρας ή videogame. Οι υπέρηχοι, λέει η Φουραγκάν, έχουν επίσης προοπτική ως λιγότερο επεμβατική και πιο ευέλικτη εναλλακτική της ηλεκτρικής βαθιάς εγκεφαλικής διέγερσης για επιληψία και πολυεστιακές καταστάσεις όπως εμβοές, βαριά κατάθλιψη, εθισμούς και διατροφικές διαταραχές. Σε κάθε περίπτωση, οι ειδικοί συμφωνούν: η τεχνολογία βρίσκεται ακόμη σε πρώιμο στάδιο — με μεγάλες υποσχέσεις, αλλά και ουσιαστικά εμπόδια πριν γίνει καθημερινή κλινική πραγματικότητα.