Τεχνολογια - Επιστημη

Έχουν υπερεκτιμηθεί τα επίπεδα μικροπλαστικών στο περιβάλλον;

Νέα έρευνα δείχνει ότι τα μικροπλαστικά στην ατμόσφαιρα ίσως είναι λιγότερα και ζητά ενιαίες μετρήσεις

Newsroom
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Νέα μελέτη δείχνει πιθανή υπερεκτίμηση μικροπλαστικών στην ατμόσφαιρα, ζητώντας κοινά πρότυπα μέτρησης παγκοσμίως επιστημονικά

Τα επίπεδα μικροπλαστικών σωματιδίων στην ατμόσφαιρα μπορεί να είναι χαμηλότερα απ’ ό,τι έχουν υποστηρίξει ορισμένες μελέτες — ενδεχομένως ακόμη και κατά αρκετές τάξεις μεγέθους. Αυτό προκύπτει από νέα έρευνα που δημοσιεύθηκε στις 21 Ιανουαρίου στο Nature, μετά από μια μελέτη υψηλού προφίλ τον Φεβρουάριο, η οποία είχε υποστηρίξει ότι η συγκέντρωση μικροπλαστικών στον ανθρώπινο εγκέφαλο ίσως είχε υπερεκτιμηθεί.

«Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχουμε πολλά μικροπλαστικά στην ατμόσφαιρα», λέει η Ιωάννα Ευαγγέλου, περιβαλλοντική επιστήμονας στο Πανεπιστήμιο της Βιέννης. Ωστόσο, προσθέτει, τα ευρήματα αναδεικνύουν την ανάγκη να διευρυνθούν και να τυποποιηθούν οι μετρήσεις μικροπλαστικών σε παγκόσμιο επίπεδο.

Πολλές ανθρώπινες δραστηριότητες — από την ακατάλληλη διαχείριση αποβλήτων έως τη φθορά των ελαστικών αυτοκινήτων — απελευθερώνουν μικρά πλαστικά σωματίδια που έχουν διεισδύσει στην ατμόσφαιρα, στους ωκεανούς και σε άλλα οικοσυστήματα. Σε αυτά περιλαμβάνονται τα νανοπλαστικά (σωματίδια μικρότερα του 1 μικρομέτρου) και τα μικροπλαστικά, που κυμαίνονται από 1 μικρόμετρο έως περίπου 5 χιλιοστά. Έχουν ήδη εντοπιστεί στο σώμα και στον εγκέφαλό μας, ενώ οι επιστήμονες εξακολουθούν να διερευνούν τις επιπτώσεις τους στην ανθρώπινη υγεία.

«Δεν πρέπει να πιστέψουμε ότι αυτό δεν αποτελεί πρόβλημα», τονίζει η Ευαγγέλου. Ελπίζει ότι το βασικό μήνυμα των αποτελεσμάτων δεν θα χρησιμοποιηθεί για να υποβαθμιστεί το ζήτημα των ατμοσφαιρικών μικροπλαστικών. Η έρευνα για τις βιολογικές επιδράσεις τους βρίσκεται ακόμη σε πρώιμο στάδιο, πράγμα που σημαίνει ότι δεν είναι σαφές αν τα επίπεδα έκθεσης των ανθρώπων — όποια κι αν είναι αυτά — είναι ασφαλή.

Μετρήσεις με μεγάλες αποκλίσεις στη συγκέντρωση μικροπλαστικών

Οι μελέτες που έχουν επιχειρήσει να εκτιμήσουν τη συγκέντρωση μικροπλαστικών στην ατμόσφαιρα εμφανίζουν τεράστια μεταβλητότητα, με αποτελέσματα που διαφέρουν κατά πολλές τάξεις μεγέθους. Μάλιστα, μετρήσεις από περιοχές των δυτικών Ηνωμένων Πολιτειών έχουν χρησιμοποιηθεί για την εξαγωγή συμπερασμάτων σχετικά με τις παγκόσμιες εκπομπές.

Η Ευαγγέλου και η ομάδα της επιδίωξαν να αποκτήσουν πιο σαφή εικόνα, συγκεντρώνοντας δύο σύνολα υπαρχουσών μελετών: εκείνες που εκτιμούσαν τις παγκόσμιες εκπομπές μικροπλαστικών και εκείνες που κατέγραφαν σωματίδια σε περιβαλλοντικά δείγματα. Στη συνέχεια χρησιμοποίησαν το δεύτερο σύνολο για να αξιολογήσουν την εγκυρότητα του πρώτου.

Οι ερευνητές εισήγαγαν τα εκτιμώμενα δεδομένα εκπομπών σε προσομοίωση υπολογιστή για τη μεταφορά ρύπων στην ατμόσφαιρα. Το μοντέλο παρήγαγε προβλέψεις για τις συγκεντρώσεις μικροσωματιδίων παγκοσμίως. Ωστόσο, οι προβλεπόμενες ποσότητες δεν συμφωνούσαν με εκείνες που βρέθηκαν σε δείγματα από 283 διαφορετικές τοποθεσίες σε όλο τον κόσμο.

Η απόκλιση ήταν έντονη — σε ορισμένες περιπτώσεις, οι μετρήσεις από περιβαλλοντικά δείγματα ήταν κατά τάξεις μεγέθους μικρότερες από εκείνες που προέβλεπαν τα μοντέλα. Η ομάδα εκτίμησε επίσης ότι από δραστηριότητες στην ξηρά εκπέμπονται 27 φορές περισσότερα μικροπλαστικά σωματίδια απ’ ό,τι από τον ωκεανό.

Αβεβαιότητες και επόμενα βήματα

Ιδιαίτερα, η μελέτη υπολογίζει ότι η ποσότητα μικροπλαστικών που απελευθερώνεται από τον ωκεανό στην ατμόσφαιρα είναι μικρότερη απ’ ό,τι είχε εκτιμηθεί σε προηγούμενες εργασίες, συμπεριλαμβανομένης μιας μελέτης με συν-συγγραφέα τη Natalie Mahowald, ατμοσφαιρική επιστήμονα στο Πανεπιστήμιο Cornell. Η ίδια σημειώνει ότι οι προηγούμενες εκτιμήσεις είχαν «τεράστια περιθώρια αβεβαιότητας» και παραμένουν συμβατές με τα νέα ευρήματα.

«Όπως αναφέρεται και στη δημοσίευση, υπάρχουν πολλές συνεχιζόμενες αβεβαιότητες γύρω από τα μικροπλαστικά και απαιτούνται περισσότερα δεδομένα, ειδικά από νέες περιοχές, καθώς και περισσότερες πληροφορίες για την κατανομή των μεγεθών», προσθέτει.

Η Stephanie Wright, περιβαλλοντική τοξικολόγος στο Imperial College London, επισημαίνει ότι ένας περιορισμός της μελέτης είναι πως συμπεριέλαβε στα μοντέλα εκπομπές από τη φθορά ελαστικών — σωματίδια που συνήθως δεν ανιχνεύονται στα περιβαλλοντικά δείγματα. Η Ευαγγέλου συμφωνεί, αλλά διευκρινίζει ότι η ομάδα της τα χρησιμοποίησε ως δείκτη γενικότερων ανθρώπινων δραστηριοτήτων που μπορούν να απελευθερώνουν μικροπλαστικά.

Το συμπέρασμα των ερευνητών είναι σαφές: ανεξάρτητα από το αν οι προηγούμενες εκτιμήσεις ήταν υψηλές, απαιτείται επειγόντως εναρμόνιση των μεθόδων μέτρησης και περισσότερα δεδομένα για να κατανοηθεί πραγματικά το μέγεθος — και οι επιπτώσεις — της παγκόσμιας ρύπανσης από μικροπλαστικά.

Πηγή: Nature