Τεχνολογια - Επιστημη

Ξεκαρδιστήκαμε με το West of Loathing

Αυτά είναι τα indie videogames του Σεπτεμβρίου 

Αλέξανδρος Χατζηιωάννου
6’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Λίγο πριν φορτσάρουν τα μεγάλα στούντιο με τα φθινοπωρινά τους blockbusters, οι indie developers κάνουν αισθητή την παρουσία τους στριμώχνοντας μεγάλο αριθμό κυκλοφοριών σε μια απόπειρα να προλάβουν λίγη από τη δημοσιότητα θα μονοπωληθεί στους επόμενους μήνες από κολοσσιαία franchises και τον χορό δισεκατομμυρίων που πρόκειται να στηθεί γύρω από αυτά. Εμείς, από ένα πλούσιο σε κυκλοφορίες διάστημα, παρουσιάζουμε έναν τίτλο στρατηγικής που δανείζεται στοιχεία από τους κορυφαίους του είδους, ένα sequel που πασχίζει να δικαιολογήσει την ύπαρξή του και το ξεκαρδιστικότερο παιχνίδι της χρονιάς, τουλάχιστον μέχρι την κυκλοφορία του επόμενου South Park.

Η indie επιλογή του μήνα: West of Loathing

Ο τελευταίος τίτλος της Asymmetric είναι ό,τι πιο αστείο έχω παίξει σε videogame τα τελευταία χρόνια, πλησιάζοντας τα επίπεδα του θρυλικού South Park: The Stick of Truth. Τα videogames και το χιούμορ, τουλάχιστον στις πιο πετυχημένες εκδοχές του, δεν συμπεθεριάζουν εύκολα, αλλά το ιαπωνικού τύπου (αν και τοποθετημένο σε μια ευφάνταστη παραλλαγή της άγριας δύσης) RPG West of Loathing σε πολιορκεί τόσο ανελέητα με συνεχείς ατάκες απ' τη στιγμή που θα πατήσεις New Game που θα χρειαστεί ασύλληπτα αποθέματα μαγκουφιάς για να μη σκάσεις το χαμογελάκι.

Τα όργανα ξεκινούν απ' την επιλογή χαρακτήρα όπου έχουμε να αποφασίσουμε μεταξύ των κατηγοριών που, σε ελεύθερη μετάφραση, αποδίδονται ως φασουλοβολέας (που αντιστοιχεί στο παραδοσιακό RPG αρχέτυπο του μάγου), βοϊδοχτύπης (μαχητής σώμα με σώμα) και φιδοτρίφτης (μαχητής εξ' αποστάσεως). Το ζουμί της ιστορίας στην οποία θα εμπλακείς ακολούθως έχει δώσει υλικό για αριστουργήματα όπως το Once Upon a Time in the West και το Deadwood: η άφιξη του πολιτισμού, υπό τη μορφή σιδηροδρομικής γραμμής, στις ατίθασες παρυφές των Ηνωμένων Πολιτειών. Απλά εδώ ο τόπος και οι κάτοικοι φέρουν τραύματα από ένα γεγονός που έχει λάβει μυθικές διαστάσεις: τη Μέρα που Επέστρεψαν τα Γελάδια. Για το συμβάν δε θα αποκτήσουμε ποτέ πλήρη εικόνα, αλλά είναι προφανές ότι τόσο οι ορδές από απέθαντα βοοειδή και δαιμονικούς κλόουν που καλούμαστε ν' αντιμετωπίσουμε, όσο και οι ερειπωμένες φάρμες όπου θα ξαποστάσουμε στα διαλείμματα της μακράς πορείας μας απ' το ταπεινό Dirtwater στο ειδυλλιακό San Fransisco, έχουν τις απαρχές τους εκεί.

Στην βάση του, το West of Loathing δε διαφέρει ουσιαστικά από οποιοδήποτε άλλο JRPG. Αποκτούμε εμπειρία ολοκληρώνοντας αποστολές ή κερδίζοντας μάχες το αποτέλεσμα των οποίων είναι λίγο-πολύ προδιαγεγραμμένο ανάλογα με τα στατιστικά των συμμετεχόντων. Κατόπιν χρησιμοποιούμε αυτή την εμπειρία για να αναπτύξουμε τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά μας (μετονομασμένα καταλλήλως, με όρους όπως «τσαγανό» και «καπατσοσύνη») και δευτερεύουσες ικανότητες όπως το παζάρεμα ή η χαρτοπαιξία.

Οι τρόποι που επιδρούμε στο παιχνίδι περιορίζονται στο επίπεδο βασικών επιλογών: τακτικής στις μάχες, επόμενου προορισμού στον ανοιχτό κόσμο του, απαντήσεων στους διαλόγους με τους πολύχρωμους χαρακτήρες του. Κι όμως, η Assymetric επιδεικνύει τέτοια ευρηματικότητα στη διαχείριση της φτωχής γκάμας δυνατοτήτων που παρέχει ένα εξ' ορισμού δύσκαμπτο είδος, που διατηρεί αμείωτο το ενδιαφέρον ακόμα και μετά από το εικοσάωρο που θα μας πάρει να φτάσουμε στη δυτική ακτή. Αποφάσεις με μακροπρόθεσμες συνέπειες, εκκρεμότητες που περιμένουν ν' αποκτήσεις την κατάλληλη ικανότητα για να τις διευθετήσεις (όπως τα δελεαστικά χρηματοκιβώτια που παραμένουν κλειδωμένα σε σπηλιές και οχυρά), γρίφοι κάθε λογής που, σε αντίθεση με άλλα παιχνίδια (γκουχ, Hellblade), παραμένουν προαιρετικοί και δεν σου ανακόπτουν την πρόοδο.

Αλλά, φυσικά, το σημαντικότερο στοιχείο που μετατρέπει μία σειρά από διακλαδισμένες επιλογές σε έναν από τους καλύτερους indie (και όχι μόνο) τίτλους της χρονιάς είναι το αχαλίνωτο χιούμορ που διαποτίζει κάθε πτυχή του West of Loathing. Απ' το απλοϊκό, αλλά απόλυτα ταιριαστό, οπτικό στυλ μέχρι τους ξεκαρδιστικούς διαλόγους, η Assymetric χρησιμοποιεί κάθε μέσο, από το πιο εκλεπτυσμένο ως το πιο ποταπό για να σε κάνει να γελάσεις και τις περισσότερες φορές τα καταφέρνει. Ντανταϊστικές ανακολουθίες, ψαγμένες παραπομπές (από Van Halen μέχρι Wittgenstein), λογοπαίγνια, σκατολογικές εμμονές (οι μακροσκελείς περιγραφές των γεμάτων πτυελοδοχείων που ψαχουλεύεις μπας και βρεις τίποτα χρήσιμο θα μείνουν θρυλικές), όλα είναι φτιαγμένα με μια διάθεση για πλάκα που θα σου μεταδοθεί από την πρώτη στιγμή. Και θα συνεχίσεις να τη θυμάσαι χαμογελαστά αφού το σιδερένιο άλογο φτάσει στο San Fransisco και αποχωρήσεις απ' τον ασπρόμαυρο, γεμάτο κέφι, κόσμο του West of Loathing για άλλους πολύχρωμους και εντυπωσιακούς, αλλά τόσο λιγότερο ζωντανούς.

Τίτλος: West of Loathing

Εταιρεία ανάπτυξης: Asymmetric

Πλατφόρμα: Windows, Linux, Mac

Halcyon 6: Lightspeed Edition

Ως προς τα πνευματικά του δάνεια, το Halcyon 6 έχει περισσότερα χρωστούμενα κι από Lannister εν καιρώ πολέμου. Το στόρι, που περιστρέφεται γύρω από την ραγδαία εξέλιξη του ανθρώπινου είδους σε κυρίαρχους του γαλαξία μετά την ανακάλυψη και εκμετάλλευση ενός ερειπωμένου διαστημικού σταθμού αγνώστου προελεύσεως, είναι, εχμ, «εμπνευσμένο» από το Mass Effect. Ο τρόπος που τον επεκτείνουμε, καθαρίζοντας μπλοκαρισμένες περιοχές και χτίζοντας νέα δωμάτια ποικίλων λειτουργιών, είναι ξεπατικωμένος απ' το XCOM. Όσο για το σύστημα μάχης του, αυτό παραπέμπει στο επιδραστικότερο παιχνίδι στρατηγικής με φόντο το διαστρικό κενό των τελευταίων χρόνων, το FTL. Αν το κρίναμε απ' τις καταβολές του και μόνο θα του βάζαμε άριστα, αλλά καταφέρνει το Halcyon 6 να συνδυάσει τις επιρροές του σε ένα ξεχωριστό, άξιο σύνολο;

Ξεκινώντας με την καταστροφή του στόλου μας από μία πρωτοεμφανιζόμενη εξωγήινη απειλή, το παιχνίδι μας πετάει κατευθείαν στα βαθιά. Το Halcyon 6 είναι ένας pausable real-time strategy τίτλος, η δράση του δηλαδή εξελίσσεται σε πραγματικό χρόνο, αλλά με τη δυνατότητα για συνεχείς παύσεις ώστε να προσαρμοστούν τακτικές και να ληφθούν αποφάσεις. Το στρατηγικό μας δαιμόνιο το ξεδιπλώνουμε σε τρεις, κυρίως, οθόνες. Στην βάση μας καλούμαστε, αξιοποιώντας περιορισμένους πόρους, να ξαναχτίσουμε τις αποδεκατισμένες αμυντικές δυνάμεις μας και να προωθήσουμε την επιστημονική έρευνα που θα μας βοηθήσει μακροπρόθεσμα. Στο γαλαξιακό χάρτη θα οργανώσουμε ταξίδια εξερεύνησης προς αναζήτηση νέων πηγών ενέργειας και θα συνάψουμε διπλωματικές σχέσεις με γειτονικούς πολιτισμούς, κάποιοι από τους οποίους βλέπουν τις κακουχίες μας ως ευκαιρίες επέκτασης. Και τέλος, επειδή όπου δεν πίπτει λόγος πίπτει ιοντικός κανονιοβολισμός, όποτε χρειαστεί θα ζουμάρουμε και στο σημείο όπου ο ανθρώπινος στόλος, υπό τις πεφωτισμένες οδηγίες μας, θα συγκρουστεί με ο,τιδήποτε τον απειλεί. 

Εκτός από την χαριτωμένη, καρτουνίστικη αισθητική του, o τρόπος που διαχειρίζεται αυτές τις διαστημικές συγκρούσεις είναι από τα βασικά πλεονεκτήματα του Halcyon 6. Κάθε αντίπαλος έχει τις δικές του αδυναμίες τις οποίες θα εκμεταλλευτούμε μόνο αν συνδυάσουμε συγκεκριμένες επιθετικές επιλογές από την πληθώρα διαθέσιμων (και διαφορετικών, ανάλογα με τη σύνθεση του στόλου μας). Οι μάχες μετατρέπονται έτσι σε σπαζοκεφαλιές που θυμίζουν τους πολύπλοκους μηχανισμούς του Renowned Explorers και όχι τις μπακαλίστικες προσθαφαιρέσεις παρόμοιων τίτλων στρατηγικής. Η άλλη μεγάλη αρετή του παιχνιδιού είναι ότι σου δίνει συνεχώς κάτι για ν' ασχολείσαι: νέες δυνάμεις, εξειδικευμένο προσωπικό, εξελιγμένες τεχνολογίες και διάφορα μικρά σεναριάκια που προκύπτουν τακτικά – όποτε λες να τ' αφήσεις, πάντα κάτι θα ξεπεταχτεί και θα σε κρατήσει λίγη ώρα παραπάνω.

Εκεί που μας τα χαλάει όμως η εταιρεία ανάπτυξης Massive Damage, είναι στον τρόπο που έχει σχεδιάσει το interface, ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία για οποιοδήποτε strategy τίτλο, αφού πρόκειται για είδος εγγενώς υπερφορτωμένο με οπτικές πληροφορίες. Συνεχόμενες pop-up ειδοποιήσεις, βασικά δεδομένα προσβάσιμα μέσα από μικροσκοπικά εικονίδια, παράθυρα που αρνούνται πεισματικά να βγουν από τη μέση, ένα γενικότερο οργανωτικό χάος που σε αγχώνει και σε αποσυντονίζει. Μερικώς το συνηθίζεις μετά τις πρώτες ώρες παιχνιδιού αλλά ποτέ δεν παύεις να σκοντάφτεις πάνω στην δυσλειτουργικότητά του. Έστω κι έτσι, το Halcyon 6, παραμένει ένα αξιόλογο παιχνίδι στρατηγικής που χρειάζεται όμως δύο-τρεις θεμελιώδεις διορθώσεις για ν' αγγίξει τους μεγάλους τίτλους που το ενέπνευσαν.

Τίτλος: Halcyon 6 – Lightspeed Edition

Εταιρεία ανάπτυξης: Massive Damage

Πλατφόρμα: Windows, Linux, Mac

Nidhogg 2

Δεύτερη επίσκεψη για τον ιδιοφυή Mark Essen στη στήλη μας, αλλά αν η προηγούμενη δουλειά του, το εθιστικό όσο και εξοργιστικό Flywrench πάει καρφί για τα κορυφαία της χρονιάς, το τελευταίο πόνημά του, το Nidhogg 2 δείχνει να καταλήγει στην λίστα με τις απογοητεύσεις. Για να καταλαβαινόμαστε, το πρόβλημα δεν εντοπίζεται τόσο στο Nidhogg 2 όσο στον προκάτοχό του, ένα παιχνίδι που, όπως φοβόμουνα από την πρώτη ανακοίνωση για το sequel του, δεν άφηνε περιθώρια για δραματικές βελτιώσεις ή ουσιαστικές αλλαγές.

Όπως και στο Flywrench, έτσι κι εδώ, ο Essen δημιουργεί μια σειρά από άμεσα κατανοητούς, ακλόνητους κανόνες και σε αφήνει ν' αυτοσχεδιάσεις στο πλαίσιο που ορίζουν. Στα Nidhogg έχουμε δύο μονομάχους που ξεκινάνε από διαφορετικές πλευρές της οθόνης και δύο εξόδους. Ξεκλειδώνεις την έξοδο που θέλεις να διαβείς σκοτώνοντας τον αντίπαλό σου. Αν, μέχρι να διασχίσεις το δωμάτιο, ο επανεμφανιζόμενος αντίπαλός σου προλάβει να ανταποδώσει τότε ξανακλειδώνει η δική σου έξοδος και ανοίγει η δική του. Σκοπός είναι να περάσεις μια σειρά τέτοιων δωματίων (πολλά από τα οποία είναι διαμορφωμένα έτσι ώστε να επηρεάζουν τα δεδομένα της μάχης, με κυλιόμενες ράμπες, χάσματα και εμπόδια) για να φτάσεις στον τελικό χώρο όπου η ανταμοιβή του θριαμβευτή είναι να τον μασουλήσει ένδοξα μια ερπετοειδής θεότητα της σκανδιναβικής μυθολογίας. Είναι μία απλή αλλά έξυπνη ιδέα που προσφέρει βάση για ηρωικές ανατροπές και απογειώνεται από ξεκάθαρους και καλοζυγισμένους μηχανισμούς μάχης, λόγοι που ανέδειξαν το original σε μία από τις κορυφαίες επιλογές για παιχνίδι με παρέα στον καναπέ.

Έλα όμως που η ανωτέρω περιγραφή κολλάει τόσο στον πρώτο τίτλο όσο και στο Nidhogg 2. Με το μικροσκόπιο έψαχνα για διαφορές που να δικαιολογούν την ύπαρξη sequel και, ομολογώ, δεν τις βρήκα. Οπτικά, το παιχνίδι έχει εγκαταλείψει τον αυστηρό μινιμαλισμό του παρελθόντος και έχει υιοθετήσει στυλ παρδαλού γροτέσκ, επιλογή η οποία με ξένισε αρχικά αλλά τελικά βρήκα αρκετά ταιριαστή. Η κεντρική ιδέα όμως παραμένει αμετακίνητη με μόνη ριζική διαφοροποίηση το διευρυμένο οπλοστάσιό σου: εκτός από το ξίφος, πλέον μπορείς να χρησιμοποιήσεις μια βαριά αλλά θανατηφόρα σπάθα, ένα ελαφρύ στιλέτο για αστραπιαίες επιθέσεις και τόξο για να χτυπάς εξ' αποστάσεως. Διαφοροποιούν την εμπειρία; Σαφώς, αλλά στο βαθμό που το κάνει ένας νέος χαρακτήρας στο Street Fighter: λόγος επαρκής για κάποιο DLC ίσως, αλλά όχι για ολόκληρο sequel, πολύ περισσότερο όταν δεν φαίνεται να έχουν διορθωθεί τα σοβαρά προβλήματα που είχε το online multiplayer του πρώτου τίτλου.

Τελικά ίσως οι αντιρρήσεις μου να είναι περισσότερο σημειολογικού χαρακτήρα. Το Nidhogg 2 παραμένει μια πολύ ευχάριστη απασχόληση σε μικρές δόσεις, ειδικά αν το παίζεις με παρέα ώστε να πέφτουν και τ' απαραίτητα μπινελίκια. Ενδεχομένως αν είχε ονομαστεί Nidhogg Remastered ή κάτι παρόμοιο, να είχα λιγότερη διάθεση να γκρινιάξω για την ανυπαρξία ουσιαστικών αλλαγών. Αλλά ακόμα και σε αυτό το υποθετικό σενάριο θα συνέχιζα ν' αναρωτιέμαι κατά πόσο έχει νόημα να το επιλέξεις έναντι του original και θα παρέμενα αγανακτισμένος για ένα online κομμάτι που δε φαίνεται να έχει γίνει καμία προσπάθεια να διορθωθεί.

Τίτλος: Nidhogg 2

Εταιρεία ανάπτυξης: Messhof

Πλατφόρμα: PS4, Windows, Mac