Το Χάρλεμ, ο κόσμος της Μάρτζορι Έλιοτ και οι νέες εμπειρίες που αναζωπυρώνουν το συναίσθημα
- CITY GUIDE
- PODCAST
-
17°
Νέα Υόρκη: Η πόλη που σε περιμένει πάντα
Ένα ταξίδι επιστροφής στη Νέα Υόρκη, μια Κυριακή σε ένα διαμέρισμα στο Χάρλεμ και η στιγμή που η πόλη μοιάζει να σου απαντά
Ήταν έρωτας με την πρώτη ματιά. Με το που την κοίταξα για πρώτη φορά, το καλοκαίρι του 2011, ήξερα κατευθείαν ότι αυτή είναι και θα είναι για πάντα η πιο αγαπημένη μου όλων. Από τότε και για τα επόμενα οκτώ χρόνια, εγώ πήγαινα σ’ αυτήν κατά μέσο όρο μία φορά τον χρόνο, ενώ εκείνη ερχόταν σ’ εμένα όποτε χρειαζόμουν ενέργεια, έμπνευση, ομορφιά – δηλαδή πολύ συχνά. Κάθε συνάντησή μας ήταν ένα όνειρο, ο χρόνος διαστέλλονταν, και οι τέσσερις ή έξι ή οκτώ μέρες δημιουργούσαν αναμνήσεις που με τροφοδοτούν ακόμη.
Η πανδημία μάς χώρισε. Το ταξίδι μου ακυρώθηκε. Οι επόμενες απόπειρες να την επισκεφτώ δεν πέτυχαν. Ψυχρανθήκαμε λίγο. Στο μεταξύ άκουγα διάφορα από διάφορους γι’ αυτήν – δυσάρεστα πράγματα, το πόσο έχει αλλάξει κ.λπ. Δεν ήμουν καν σίγουρος αν ήθελα να την ξαναδώ ή τι να περιμένω πλέον. Τελικά το πήρα απόφαση κι έπειτα από εξίμισι χρόνια απουσίας γύρισα σ’ αυτήν.
Έφτασα Τετάρτη. Το πρώτο βράδυ και το πρωινό της Πέμπτης ήταν δύσκολα. Επικρατούσε ανατριχιαστική σιωπή. Το κλίμα μεταξύ μας ήταν ψυχρό, αμήχανο. Νόμισα ότι επιβεβαιώνονταν οι φόβοι μου. Προσπαθήσαμε να ξαναβρούμε τη ρουτίνα μας κάνοντας τα αγαπημένα μας πράγματα, αλλά η φλόγα πραγματικά ξαναφούντωσε όταν κάναμε άλλα, καινούργια: όταν βρεθήκαμε μέσα σε μισοάγνωστες αστικές οάσεις, κρυμμένες επαύλεις με έργα τέχνης κοντά στην Γιούνιον Σκουέαρ και speakeasy στο Ιστ Βίλατζ με χαμηλά φώτα και κούτες από αναψυκτικά για ντεκόρ, ανάμεσα στα ράφια παλαιοβιβλιοπωλείων, με τον πλούτο της ανθρωπότητας μαζεμένο εκεί, και κυρίως πίσω από την πόρτα ενός ταλαιπωρημένου διαμερίσματος στο Χάρλεμ. Κάθε μέρα που περνούσε, ο παλιός έρωτας επέστρεφε, ακόμη πιο δυνατός.
Τη Δευτέρα, που ήρθε η ώρα της αναχώρησης, δεν ήθελα με τίποτα να φύγω και να την αφήσω. Της ψιθύρισα γλυκόλογα στ’ αυτί, της υποσχέθηκα ότι θα επιστρέψω το συντομότερο δυνατό. Η Νέα Υόρκη μού απάντησε ότι θα είναι πάντα εκεί για μένα.
Σάββατο απόγευμα. Φτάνω σε ένα από τα πιο παλιά, όμορφα και μεγάλα παλαιοβιβλιοπωλεία της πόλης, το Argosy Book Store. Στα ράφια με τα μεταχειρισμένα λευκώματα των 10 δολαρίων έξω στο πεζοδρόμιο, βρίσκω (και αρπάζω κατευθείαν) το «The Living Past of America» του Κορνίλιους Βάντερμπιλτ (άσωτου υιού της γνωστής οικογένειας, τον οποίο αποκλήρωσαν επειδή επέλεξε να γίνει δημοσιογράφος). Το βιβλίο έχει φωτογραφίες και πληροφορίες για ιστορικές κατοικίες και χωριά και στις 50 πολιτείες των ΗΠΑ: σπίτια, φάρμες, επαύλεις και κοινότητες που υπάρχουν από την εποχή των Pilgrims του 17ου αιώνα, την Επανάσταση του 18ου αιώνα, τον Εμφύλιο Πόλεμο και την κατάκτηση της Άγριας Δύσης. Εκείνη τη στιγμή δεν το γνωρίζω, αλλά η τυχαία επιλογή αυτού του βιβλίου θα αποκτήσει μια σχεδόν μεταφυσική διάσταση.
Χτυπάμε το κουδούνι που μας έχουν πει. Γνωρίζω ελάχιστα πράγματα γι’ αυτό που πρόκειται να αντιμετωπίσουμε εκεί. Η πόρτα ανοίγει.
Σάββατο βράδυ. Επιστρέφω στο δωμάτιο της 16ης Οδού κι αρχίζω να διαβάζω το λεύκωμα. Φτάνω κάπου στη σελίδα 35. Έχει έρθει όμως η ώρα να φύγω. Το κλείνω. Εκείνη τη στιγμή δεν το γνωρίζω, αλλά και η τυχαία επιλογή αυτής της σελίδας θα αποκτήσει μια σχεδόν μεταφυσική διάσταση. Κυριακή μεσημέρι. Ξεκινάμε με το μετρό για το Χάρλεμ. Βγαίνουμε στον σταθμό της 163ης Οδού, ανάμεσα στο Ουάσινγκτον Χάιτς στον βορρά και το Σούγκαρ Χιλ στον νότο. Στο Χάρλεμ επικρατεί απόλυτη ησυχία. Οι δρόμοι σχεδόν έρημοι. Τα κτίρια θυμίζουν τη Νέα Υόρκη όπως τη γνωρίσαμε μέσα από τις ταινίες και τις τηλεοπτικές σειρές του 20ού αιώνα. Ο «εξευγενισμός» μόλις και μετά βίας έχει φτάσει εδώ.
Περπατάμε για λίγα τετράγωνα και φτάνουμε σε μια μεγάλη, παλιά, αρχοντική πολυκατοικία στον αριθμό 555 της Έτζκομπ Άβενιου. Χτυπάμε το κουδούνι που μας έχουν πει. Γνωρίζω ελάχιστα πράγματα γι’ αυτό που πρόκειται να αντιμετωπίσουμε εκεί, απλώς εμπιστεύομαι τη φίλη που μου πρότεινε να πάμε και που θα έρθει κι εκείνη σε λίγο. Η πόρτα ανοίγει. Μπαίνουμε μέσα και μας κόβεται η ανάσα.
Πίσω από την κεντρική είσοδο κρύβεται ένα από τα πιο ωραία φουαγιέ που έχουμε δει ποτέ. Την οροφή καλύπτει μια τεράστια γυάλινη κατασκευή Αρ Ντεκό, με πολύχρωμα τζάμια και εσωτερικά φώτα. Στους μαρμάρινους τοίχους κρέμονται αφίσες με θρύλους της τζαζ. Στην πολυκατοικία αυτή έζησαν κάποτε ο Κάουντ Μπέιζι, ο Ντιουκ Έλινγκτον, ο Πολ Ρόμπσον και πολλοί άλλοι. Από το 1984, σε ένα διαμέρισμα του 2ου ορόφου ζει μια γυναίκα που έγινε κι αυτή ένας απ’ τους θρύλους της Νέας Υόρκης. Η Μάρτζορι Έλιοτ γεννήθηκε στην Τζόρτζια και έπαιζε πιάνο ήδη πριν ξεκινήσει το σχολείο. Μετακόμισε στη Νέα Υόρκη το 1962 και παντρεύτηκε τον Αλ Ντίαρς, που μεταξύ άλλων ήταν και πιανίστας του Ντίζι Γκιλέσπι. Η Έλιοτ άρχισε να τραγουδάει σε κλαμπ του Μανχάταν, να παίζει σε θεατρικά στο Μπρόντγουεϊ, να διδάσκει πιάνο και να γράφει τα δικά της έργα.
Το 1993 η Μάρτζορι βίωσε μια τραγωδία. Ο γιος της, ο Φιλ, πέθανε από νεφρική ανεπάρκεια. Τις τελευταίες ημέρες της ζωής του, η οικογένεια ήταν μαζεμένη γύρω από το κρεβάτι του και τραγουδούσαν. Έφυγε από τη ζωή μια Κυριακή πρωί. Η Μάρτζορι και ο άλλος της γιος, ο Ρούντελ Ντρίαρς, αποφάσισαν να παίζουν μουσική κάθε Κυριακή απόγευμα για να τιμήσουν τη μνήμη του. Σε παλαιότερη συνέντευξή της, η Μάρτζορι είχε πει: «Οι Κυριακές ήταν τόσο στενάχωρες. Φώναζα φίλους. Αντί να κλαίμε, παίζαμε μουσική». Το καλοκαίρι του 1993, η Μάρτζορι αρχικά διοργάνωσε μια συναυλία στην έπαυλη Morris-Jumel – το πιο παλιό σπίτι στο Μανχάταν, που βρίσκεται ακριβώς απέναντι από την πολυκατοικία της. Από τότε, κάθε χρόνο ανελλιπώς (και το 2025) λαμβάνει χώρα η Συναυλία στην Έπαυλη, με την Έλιοτ και πολλούς άλλους τζαζίστες.
Λίγο καιρό αργότερα, στις αρχές του 1995, η Μάρτζορι άρχισε να διοργανώνει κυριακάτικα σουαρέ με ζωντανή μουσική στο σαλόνι του σπιτιού της. Από τότε και μέχρι σήμερα, επί 31 συναπτά χρόνια, κάθε Κυριακή στις 3.30 μ.μ., εκείνη, ο γιος της, οι φίλοι τους και αμέτρητοι γνωστοί και άγνωστοι καλλιτέχνες της τζαζ, των μπλουζ, της σόουλ και των γκόσπελ, στήνουν καρέκλες στο σαλόνι και πάγκους στους διαδρόμους του σπιτιού, ανοίγουν την πόρτα του διαμερίσματος και υποδέχονται μέχρι 50 άτομα – όποιος χωρέσει. Η είσοδος είναι δωρέαν, χωρίς κράτηση, αλλά κατά τη διάρκεια της συναυλίας ένα καλάθι ή ένας κουβάς κάνει τη γύρα και όλοι, μα όλοι οι επισκέπτες αφήνουν ό,τι θέλει και μπορεί ο καθένας.
Η ώρα είναι 3.20. Ανεβαίνουμε με τα πόδια στον 2ο όροφο. Πέρα από το εντυπωσιακό φουαγιέ, το εσωτερικό του κτιρίου θυμίζει μια οποιαδήποτε ταλαιπωρημένη εργατική πολυκατοικία σε μια μάλλον φτωχή συνοικία του Μανχάταν. Παίρνουμε σειρά στην ουρά που πάει γύρω γύρω από το κλιμακοστάσιο και τον παλιό ανεκλυστήρα, στα σκαλιά προς τον 3ο όροφο.
Στις τρεισίμισι ακριβώς η πόρτα ανοίγει και το πλήθος σιγά σιγά μπαίνει στο φτωχικό διαμέρισμα. Κάθε σπιθαμή του χώρου έχει κατακλυστεί από καρέκλες, πάγκους και αυτοσχέδια καθίσματα. Στο βάθος, η ίδια η Μάρτζορι Έλιοτ – απροσδιόριστης ηλικίας, τουλάχιστον 89, ίσως 96, ενδεχομένως 120, με τη σοφία δύο τουλάχιστον ζωών και την ενέργεια, την ταπεινότητα, την αγάπη και τη δοτικότητα ενός καλού παιδιού, αδύνατη, μικροκαμωμένη και χαμογελαστή, με μάτια που λάμπουν πάνω από την ιατρική μάσκα.
Αποκόμματα εφημερίδων, βραβεία, γράμματα και μέιλ από φίλους και επισκέπτες, λουλούδια και κεριά
Μέσα σε λίγα λεπτά ο χώρος γεμίζει και οι τελευταίοι επισκέπτες στέκονται όρθιοι κοντά στην είσοδο. Ένας από τους συγγενείς ή φίλους της οικογένειας τριγυρίζει με έναν γαλάζιο πλαστικό δίσκο με μπάρες δημητριακών, που τις μοιράζει σε όλους μας. Ακολουθεί άλλος δίσκος με αλμυρά κρακεράκια σε ατομικές συσκευασίες. Στον τοίχο πίσω απ’ το πιάνο υπάρχει κάτι που μπορεί να περιγραφεί μόνο ως βωμός, με φωτογραφίες και αφιερώματα στην οικογένειά της (η Μάρτζορι πρόσφατα έχασε τον άντρα και άλλους δύο γιους της), αποκόμματα εφημερίδων, βραβεία, γράμματα και μέιλ από φίλους και επισκέπτες, λουλούδια και κεριά.
Αυτό που ακολουθεί είναι μία εμπειρία που σίγουρα δεν θα ξεχάσω ποτέ. Εκείνη κάθεται στο πιάνο εναλλάξ με τον γιο της – που με το καφέ καπέλο του και το ελαφρώς τριμμένο και καμμένο από τσιγάρα καφέ κοστούμι του είναι βγαλμένος, θαρρείς, από το Χάρλεμ της δεκαετίας του 1940. Όταν δεν παίζει πιάνο, ο Ρούντελ τραγουδάει, με μια απόκοσμα ωραία φωνή, ενώ ένας φίλος –ο προσκεκλημένος σολίστας της εβδομάδας– τους συνοδεύει στο κοντραμπάσο. Όπως αποκάλυψαν σε συνέντευξή τους, η Μάρτζορι και ο Ρούντελ ανακάλυψαν –πολλά χρόνια μετά την έναρξη των δικών τους συναυλιών– ότι τη δεκαετία του 1940 γίνονταν τακτικά συναυλίες στο φουαγιέ αυτής της ίδιας πολυκατοικίας.
Για τις επόμενες δύο-δυόμισι ώρες απολαμβάνουμε τους βιρτουοζιτέ αυτοσχεδιασμούς ανθρώπων που ζουν μέσα από και για τη μουσική. Κατά διαστήματα ένας φίλος της οικογένειας διαβάζει ένα ποίημα ή μας διευθύνει σε ένα συμμετοχικό τραγούδι γκόσπελ/χιπ χοπ με το επαναλαμβανόμενο μοτίβο «God is bigger than all of that» (Ο Θεός είναι μεγαλύτερος απ’ όλα αυτά). Γείτονες μπαίνουν στο διαμέρισμα με τα μικρά παιδιά τους. Ένα κοριτσάκι χορεύει ακριβώς δίπλα στον Ρούντελ και του τραβάει το σακάκι, κι εκείνος γυρίζει και της χαμογελάει. Νιώθω σαν να είμαι στο σαλόνι φίλων.
Προς το τέλος, η Μάρτζορι παίζει ένα σόλο, κι εκεί που λες ότι το κομμάτι φτάνει στο τέλος του, εκεί που ξετυλίγεται η «πτώση» (cadence), η φυσική κατάληξη, δηλαδή, κάθε μουσικού κομματιού στην τονική κλίμακα, εκείνη δεν σταματάει· συνεχίζει, επαναλαμβάνοντας το μοτίβο. Με το αριστερό της χέρι επαναλαμβάνει τρεις σπασμένες συγχορδίες (τη βάση της gospel) – σιγανά, αργά, νωχελικά. Μετά παίρνει πάλι μπρος και συνεχίζει τον αυτοσχεδιασμό. Ξανά οδηγούμαστε προς το τέλος και η Μάρτζορι το αναβάλλει και πάλι. Ανατριχιάζω. Αναρωτιέμαι μήπως γνωρίζει βαθιά μέσα της ότι αυτή μπορεί να είναι η τελευταία της συναυλία· μήπως προσπαθεί κάπως να καθυστερήσει το τέλος ή μήπως απλώς προσπαθεί να καθυστερήσει την αποχώρησή μας· μήπως δεν θέλει να μείνει μόνη της. Μου θυμίζει τη γιαγιά μου, η οποία, στην προσπάθειά της να καθυστερήσει τη δική μου αναχώρηση, κάθε φορά πιανόταν από οποιαδήποτε πληροφορία της έδινα για να κάνει ερωτήσεις ώστε να συνεχιστεί η συζήτηση και να κάτσω λίγο παραπάνω.
Αυτό όμως που πραγματικά συμβαίνει είναι ότι εμείς, το κοινό, που πριν από λίγα λεπτά μπορεί να κουνιόμασταν στις θέσεις μας ή να ψιθυρίζαμε ή κάπως να περιμέναμε ότι το κομμάτι θα τελειώσει, έχουμε επιτέλους χαλαρώσει. Με την καθυστέρηση, την επανάληψη και το αναβαλλόμενο τέλος, αντί να μας κουράσει, η Μάρτζορι καταφέρνει το ακατόρθωτο: να δαμάσει και να γητεύσει ένα ζωντανό κοινό του 21ου αιώνα, να τους κάνει κοινωνούς και να τους πει: δεν χρειάζεται να κάνετε τίποτα, δεν χρειάζεστε να σκέφτεστε τίποτα, τώρα είμαστε όλοι μαζί εδώ.
Εκείνη τη στιγμή θα άκουγες ακόμα και καρφίτσα να πέφτει στο πάτωμα.
Στο τέλος μας παρακαλεί να μην τη χειροκροτάμε όρθιοι, γιατί θα χάσει τον αυτοέλεγχό της. Δεν είναι απλώς πραγματικά ταπεινή – είναι προφανές ότι νιώθει άβολα με το χειροκρότημα, αφιερώνει πέντε ολόκληρα λεπτά στο να ευχαριστεί εμάς, το κοινό, λέγοντας ότι εμείς τη σώζουμε. Μας μιλάει για τα παιδιά του κόσμου και για την ειρήνη, για τη θεραπευτική δύναμη της μουσικής, της τέχνης και του να μαζεύεσαι με τους άλλους στον ίδιο χώρο. Μας μιλάει για το πώς η προσωπική της τραγωδία μετατράπηκε σε μια διαρκή διαδικασία κοινωνίας και παρηγοριάς· μας μιλάει ουσιαστικά για τις πιο πολύτιμες άμυνες του 21ου αιώνα, για την ανθεκτικότητα μέσα από την κοινότητα. Η Μάρτζορι μετέτρεψε το δικό της πένθος σε ανάσταση για τους χιλιάδες ανθρώπους που, 30 χρόνια τώρα, περνούν απ’ το σαλόνι της. Μακάρι να μπορούσαμε να ήμασταν όλοι λίγο περισσότερο σαν κι αυτή. Μετά το τέλος της συναυλίας, στέκεται στην πόρτα του διαμερίσματος και χαιρετάει προσωπικά τον καθέναν από τους επισκέπτες. Μας σφίγγει το χέρι, μας αγκαλιάζει, μας ευχαριστεί.
Μέχρι τώρα δεν σας έχω μιλήσει για ένα σενάριο που έγραψα το 2021, για μια ταινία που δεν έχει γυριστεί ακόμη. Σ’ αυτό πρωταγωνιστεί μια υπεραιωνόβια Αφροαμερικανίδα, η Μάργκαρετ, η οποία, έχοντας ζήσει τους συνεχείς κύκλους βίας και αναγέννησης της αμερικανικής ιστορίας από τα τέλη του 19ου αιώνα μέχρι και τις απαρχές της πανδημίας του AIDS, έχει περάσει τη ζωή της προστατεύοντας και φροντίζοντας ανθρώπους που έχουν ανάγκη. Το σπίτι της είναι άσυλο και ο τοίχος του δωματίου της ένας βωμός από φωτογραφίες των ανθρώπων με τους οποίους συνδέθηκε στη διάρκεια της μακράς ζωής της. Εννοείται ότι με το που μπήκα στο διαμέρισμα και την αντίκρισα είπα κεραυνόπληκτος: αυτή είναι η Μάργκαρετ (το ίδιο είπαν και οι δυο πολύ κοντινοί μου άνθρωποι όταν άκουσαν την περιγραφή και είδαν τις φωτογραφίες).
Κυριακή βράδυ. Γυρίζω στο δωμάτιο της 16ης Οδού. Πιάνω το λεύκωμα του Βάντερμπιλτ. Το βιβλίο των 250 σελίδων με ιστορικές οικίες των 50 πολιτειών ανοίγει από μόνο του στη σελίδα 35. Το ότι αυτή είναι η σελίδα στην οποία είχα σταματήσει το διάβασμα την περασμένη μέρα δεν είναι τόσο περίεργο – συμβαίνει καμιά φορά αυτό. Αυτό που είναι περίεργο είναι ότι στη σελίδα αυτή, χωρίς να το έχω πάρει είδηση την προηγούμενη μέρα, το επόμενο σπίτι που παρουσιάζεται βρίσκεται στην Πολιτεία της Νέας Υόρκης. Πρόκειται για μια έπαυλη στο Χάρλεμ, στην 162η Οδό για την ακρίβεια. Είναι το παλιότερο σπίτι στο Μανχάταν. Η έπαυλη Morris-Jumel, εκεί που η Μάρτζορι Έλιοτ, την ύπαρξη της οποίας μέχρι χτες αγνοούσα (όπως και της έπαυλης), δίνει κάθε καλοκαίρι συναυλία στη μνήμη του γιου της.
Έχω μάθει πλέον στη ζωή ότι, όταν ο Θεός σού μιλάει, καλό είναι να τον ακούς.
Δειτε περισσοτερα
Τι θα δούμε σε Ηρώδειο, Επίδαυρο, Μικρή Επίδαυρο και στην Πειραιώς 260
Από τους στίχους του ΛΕΞ σε καρέ με μελάνι: o Δημήτρης - Κρις Αγκαράι μιλάει για την έμπνευση του επιδραστικού τραγουδιού και τη μεταμόρφωσή του σε κόμικ.
Με ένα αστρονομικό ποσόν βγαίνει στην αγορά η διασημότερη κατοικία στο Λος Άντζελες, έργο του αρχιτέκτονα Πιέρ Κάνιγκ
Μια ζωή θέατρο, σινεμά και καμαρίνια γεμάτα λουλούδια
Η σχεδιάστρια μιλάει στην ATHENS VOICE για εκείνη τη μόδα που επιχειρεί να γίνει η καλύτερη εκδοχή του «εαυτού» της