Ταξιδια

Νταουλαγκίρι, Νεπάλ: Αποστολή στο «καταραμένο» βουνό των Ελλήνων

Μιλήσαμε με τον Σταύρο Ιωαννίδη για την αποστολή στο Νεπάλ με την ομάδα του ΣΚΑΪ, και τη σειρά ντοκιμαντέρ Prime Time, που θα προβληθεί σήμερα, Τρίτη 20 Ιανουαρίου, στις 00.15
Μαριάννα Μανωλοπούλου
9’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Νταουλαγκίρι, Νεπάλ: Ο δημοσιογράφος Σταύρος Ιωαννίδης μιλάει για την αποστολή στα Ιμαλαΐα και τη σειρά ντοκιμαντέρ Prime Time που θα προβληθεί στον ΣΚΑΪ

Η αφετηρία τους ήταν η πόλη Ντάρμπαν, λίγο πάνω από τα 1.000 μέτρα, ακολουθώντας ένα μονοπάτι που αρχικά διέσχιζε τη ζούγκλα του Νεπάλ, η οποία εκτεινόταν μέχρι τα 3.400 μέτρα. Από τα πρώτα κιόλας βήματα, η πορεία αποδείχθηκε ιδιαίτερα απαιτητική, με ορμητικά ποτάμια, πυκνό δάσος και δύσβατα μονοπάτια, που δεν άφηναν περιθώρια για λάθη. Εκτός από τον βροχερό καιρό, το μεγαλύτερο πρόβλημα ήταν οι βδέλλες –και σε μικρότερο βαθμό οι ταραντούλες–, με την ομάδα να ελέγχει τα ρούχα και τα παπούτσια σε κάθε στάση για ξεκούραση. Καθημερινά περπατούσαν επτά με οκτώ ώρες, από τις έξι το πρωί έως το μεσημέρι, πριν στήσουν το camp, φάνε και αποσυρθούν στις σκηνές τους για λίγη ζέστη και ξεκούραση.

Όσο όμως το υψόμετρο αυξανόταν, τόσο το τοπίο άλλαζε δραματικά. Πάνω από τα 3.400 μέτρα διέσχιζαν τον παγετώνα του Νταουλαγκίρι, ένα παγωμένο και εξαιρετικά επικίνδυνο τερέν, ενώ πάνω από τα 4.500 μέτρα κινούνταν πλέον σε μια παγωμένη «έρημο» από χιόνι και βράχους. Ακόμη και το να βρουν πόσιμο νερό απαιτούσε κόπο, με τη συλλογή και το βράσιμο χιονιού, το γέμισμα παγουριών και τη χρήση των υδρατμών για να ζεσταθούν οι υπνόσακοί τους. Το μάθημα ήταν σαφές: στο βουνό τίποτα δεν σου χαρίζεται. Ακόμη και τα αυτονόητα –η αναπνοή, το φαγητό, το νερό– απαιτούν συνεχή προσπάθεια και αγώνα.

Από τη ζούγκλα στον παγετώνα: Μια διαδρομή χωρίς περιθώριο λάθους

Αυτή τη σκληρή πραγματικότητα κλήθηκε να βιώσει και να καταγράψει η ομάδα του ΣΚΑΪ που ταξίδεψε στο Νεπάλ για τις ανάγκες του «Prime Time» –της σειράς ντοκιμαντέρ με θέματα που άπτονται της διεθνούς και ελληνικής επικαιρότητας–, το οποίο θα δούμε απόψε (Τρίτη 20 Ιανουαρίου) στις 00.15. Ακολουθώντας το Νταουλαγκίρι Τρεκ, μια διαδρομή 120 χιλιομέτρων μέσα από ζούγκλα, παγετώνες και τις κορυφές των Ιμαλαΐων, έφτασαν σε υψόμετρο σχεδόν 6.000 μέτρων. Η ομάδα αποτελούνταν από την Πόπη Κονή-Συκάρη –σύζυγο του Αντώνη Συκάρη, ο οποίος έχασε τη ζωή του στο συγκεκριμένο βουνό–, τον σκηνοθέτη και κινηματογραφιστή Μανώλη Αρμουτάκη, τον κινηματογραφιστή Κλεομένη Κουφαλιώτη και τον δημοσιογράφο Σταύρο Ιωαννίδη, ο οποίος φέτος συμπληρώνει 20 χρόνια στην τηλεόραση και το ραδιόφωνο του ΣΚΑΪ.

Ο Σταύρο Ιωαννίδη ξεκίνησε το 2005 –μετά από πρακτική άσκηση στην ΕΡΤ3 στη Θεσσαλονίκη– ως ανταποκριτής στη βόρεια Ελλάδα, με ρεπορτάζ για τις κινητοποιήσεις των λιμενεργατών, όπου βίωσε για πρώτη φορά το άγχος της απευθείας σύνδεσης. Η πιο δύσκολη στιγμή της καριέρας του ήταν η αναγκαστική αποχώρηση από τη Μαριούπολη κατά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, διασχίζοντας τη γραμμή του μετώπου χωρίς εγγυήσεις ασφάλειας και επικοινωνία με δικούς του ανθρώπους – εμπειρία που του δίδαξε την ψυχραιμία, την επιμονή και την ανάγκη να ξεπερνά τα προσωπικά του όρια.

Έχει καλύψει επίσης επικίνδυνες αποστολές στα τούνελ της Χεζμπολάχ στον νότιο Λίβανο και στον πόλεμο των 12 ημερών μεταξύ Ιράν και Ισραήλ, καταγράφοντας επιθέσεις με βαλλιστικούς πυραύλους, εμπειρίες που, παρά τον κίνδυνο, ενίσχυσαν την απόφασή του να συνεχίσει στη δημοσιογραφία. Ως ερευνητής δημοσιογράφος μού επισημαίνει ότι «στην Ελλάδα η μεγαλύτερη πρόκληση είναι η περιορισμένη πρόσβαση σε δεδομένα και η έλλειψη θεσμικής στήριξης, σε αντίθεση με το εξωτερικό, όπου η παρουσία του δημοσιογράφου στο πεδίο αποτελεί προτεραιότητα για τα διεθνή μέσα». Αυτή η εμπειρία της διαχείρισης του κινδύνου και της παραμονής σε ακραίες συνθήκες αποτέλεσε πολύτιμο εφόδιο και για την αποστολή στο Νεπάλ. Το ντοκιμαντέρ δύο επεισοδίων επικεντρώνεται, μεταξύ άλλων, στο Νταουλαγκίρι.

Το Νταουλαγκίρι και η βαριά ελληνική κληρονομιά του βουνού

Το Νταουλαγκίρι, με υψόμετρο 8.167 μ., είναι το έβδομο υψηλότερο βουνό στον κόσμο, μία από τις 14 «οκτάρες» (σ.σ. κορυφές που ξεπερνούν τα 8.000 μέτρα). Η σχέση των Ελλήνων με το συγκεκριμένο βουνό ξεκινά το 1990, όταν η πρώτη απόπειρα ανάβασης τους διακόπτεται στα 7.600 μέτρα λόγω κρυοπαγημάτων και κινδύνου πνευμονικού οιδήματος. Οκτώ χρόνια αργότερα, ακολουθούν δύο νέες ελληνικές προσπάθειες, κατά τις οποίες χάνουν τη ζωή τους οι ορειβάτες Νίκος Παπανδρέου και Μπάμπης Τσουπράς. Την άνοιξη του 2022, ο Αντώνης Συκάρης γίνεται ο πρώτος Έλληνας που φτάνει στην κορυφή, όμως χάνει τη ζωή του κατά την κατάβαση προς το basecamp, χωρίς η ανάβαση να καταγραφεί.

Έναν χρόνο μετά, την άνοιξη του 2023, ο στενός φίλος και σχοινοσύντροφος του Συκάρη, Θωμάς Νταβαρίνος, κατακτά την κορυφή, αφιερώνοντας την επιτυχία του στη μνήμη του φίλου του. «Δεν είναι τυχαίος ο τίτλος: το βουνό των Ελλήνων, διότι εκεί έχουν χαθεί τρεις σπουδαίοι ορειβάτες. Παρόλο που χάθηκαν σε τρεις διαφορετικές αποστολές, έχουν ένα κοινό σημείο αναφοράς. Και οι τρεις είχαν βρεθεί στο Νταουλαγκίρι στην πρώτη αποστολή του 1998. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι υπάρχει μια “κατάρα” όσον αφορά τους Έλληνες ορειβάτες και το Νταουλαγκίρι, την οποία έσπασε, το 2023, ο Θωμάς Νταβαρίνος, που είναι ένας από τους “πρωταγωνιστές” των επεισοδίων», μου λέει ο Σταύρος Ιωαννίδης.

Αυτή η βαριά ιστορική και συναισθηματική κληρονομιά αποτέλεσε τον πυρήνα των επεισοδίων του ντοκιμαντέρ. Για πρώτη φορά στην ιστορία της ελληνικής τηλεόρασης μεταφέρεται η πραγματικότητα της διαβίωσης σε μεγάλα υψόμετρα και οι κινδύνοι αυτών των αποστολών, παρουσιάζοντας αδημοσίευτα ντοκουμέντα από την προσπάθεια του Αντώνη Συκάρη, τα τελευταία του λόγια και τις αντιδράσεις της οικογένειάς του και ανθρώπων που τον γνώριζαν. Σε αυτή την αποστολή συμμετείχε και η σύζυγός του, η οποία εκπλήρωσε μια υπόσχεση που είχε δώσει όταν έφυγε ο Αντώνης, ενώ καταγράφεται και ολόκληρο το οδυνηρό ταξίδι από τα 1.000 έως 6.000 σχεδόν μέτρα. Η ιστορία του Συκάρη τους «στοίχειωσε».

Ο Σταύρος Ιωαννίδης επισημαίνει: «Ο Αντώνη Συκάρη δεν το έβαζε κάτω. Επέστρεφε στο βουνό με την ελπίδα ότι θα φτάσει στην κορυφή. Το 2022 τα κατάφερε. Έκανε το όνειρο του πραγματικότητα. Δυστυχώς, όμως, δεν γύρισε για να μας διηγηθεί την ιστορία του. Ωστόσο, τα τελευταία του λόγια τα λένε όλα. Στο ντοκουμέντο που παρουσιάζουμε, ακούγεται ο Συκάρης να αφιερώνει την προσπάθειά του στην εγγονή του και στους Νίκο Παπανδρέου και Μπάμπη Τσουπρά, τους Έλληνες ορειβάτες που είχαν χάσει τη ζωή τους εκεί. “Ο Πα είναι στην κορυφή” λέει σην εγγονή του. Και μετά τους αποχαιρετά σαν να γνώριζε ότι ενδέχεται να μη τους ξαναδεί. Μιλήσαμε με ανθρώπους που γνώριζαν καλά αυτούς τους ορειβάτες. Μόνο καλά λόγια είχαν να πουν. Και οι τρεις ήταν πολύ έμπειροι, αλλά σε αυτά τα υψόμετρα και σε τόσο δύσκολες κορυφές το παραμικρό μπορεί να σου κοστίσει τη ζωή. Δεν έχει να κάνει μόνο με την εμπειρία, χρειάζεται και τύχη. Είναι τα ρίσκα που παίρνει κανείς όταν θέλει να φτάσει στην κορυφή».

Η ακραιότητα του εγχειρήματος της ανάβασης στο Νταουλαγκίρι αποτυπώνεται και στους αριθμούς. Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, ένας στους έξι που δοκιμάζουν την κορυφή θα χάσει τη ζωή του πριν επιστρέψει στην κατασκήνωση βάσης. Το Τρεκ είναι ένα από τα πιο απομονωμένα και δύσκολα των Ιμαλαΐων, με ελάχιστους περιπατητές να το επισκέπτονται κάθε χρόνο. «Ήταν δύσκολο να συγκεντρώσουμε υλικό, ειδικά για τους ορειβάτες που χάθηκαν το 1998. Χρειάστηκε αρκετή έρευνα και ανατρέξαμε σε παλιά περιοδικά και αρχεία, καθώς τα ψηφιακά ντοκουμέντα της εποχής είναι ελάχιστα».

Παρά τη σκληρότητα του βουνού, έχουν αλλάξει πολλά σε σχέση με το παρελθόν. Σε σύγκριση με τις πρώτες ελληνικές αποστολές της δεκαετίας του ’90, σήμερα υπάρχει ευκολότερη πρόσβαση σε πληροφορίες, ενώ τα ταξίδια οργανώνονται από εταιρείες που παρέχουν σχεδόν τα πάντα –από συνοδούς και οδηγούς έως αχθοφόρους–, κάνοντας την ανάβαση σε ορισμένα βουνά μία σχετικά «εύκολη» υπόθεση. «Επιπλέον, οι σύγχρονες αποστολές είναι μικρότερες και ολοκληρώνουν γρηγορότερα την προσπάθεια. Η τεχνολογία έχει επίσης αλλάξει το τοπίο της ορειβασίας, προσφέροντας σαφώς μεγαλύτερη ασφάλεια σε σχέση με εκείνα τα χρόνια», τονίζει ο κύριος Ιωαννίδης.

Για τη σεζόν του 2025, η δική τους αποστολή ήταν η μόνη οργανωμένη που ολοκλήρωσε τα 120 χιλιόμετρα του Dhaulagiri Circuit. «Είναι λίγοι οι Έλληνες που επιχείρησαν το Νταουλαγκίρι. Η “κακή” φήμη που έχει το βουνό το έκαναν να μοιάζει “καταραμένο” για την ελληνική ορειβασία. Επιπλέον, το Νταουλαγκίρι δεν συγκαταλέγεται στα δημοφιλή βουνά για όσους δεν είναι “ορκισμένοι” ορειβάτες. Πολλοί επιλέγουν το Έβερεστ ή άλλα πιο γνωστά βουνά. Για τους Έλληνες, όμως, το Νταουλαγκίρι ήταν κάτι σαν “άπιαστο όνειρο”».

Αυτή η διαδρομή αποδείχθηκε εξαιρετικά απαιτητική και δοκίμασε τις αντοχές της ομάδας σε πολλά επίπεδα. Η αποστολή διήρκεσε 22 ημέρες συνολικά, από τις οποίες οι 12 σε υψόμετρο άνω των 4.000 μέτρων, όπου ο μεγαλύτερος κίνδυνος ήταν το ίδιο το υψόμετρο. Εκτός από τον βασικό ορειβατικό εξοπλισμό, δεν υπήρχαν πολλά που μπορούσαν να κάνουν για να προφυλαχθούν. Τους επηρέαζε, άλλωστε, και η ασθένεια του υψομέτρου – η αντίδραση του σώματος σε χαμηλότερα επίπεδα οξυγόνου σε μεγάλα υψόμετρα. Όπως εξηγεί ο κύριος Ιωαννίδης: «είναι θέμα του οργανισμού, δεν είναι εύκολο να εκλιματιστεί το σώμα σου σε τέτοιες συνθήκες». Χωρίς προηγούμενη εμπειρία σε μεγάλα υψόμετρα, ο ίδιος βίωσε έντονη σωματική και πνευματική εξάντληση: πονοκεφάλους, ελάχιστο ύπνο, αυξημένους παλμούς και συνεχή λαχάνιασμα. «Κάναμε πέντε βήματα και σταματούσαμε για ανάσες. Ήμασταν στα κόκκινα για 10-12 ημέρες».

Η πραγματική πρόκληση εμφανίστηκε πάνω από τα 4.500 μέτρα, όπου το μονοπάτι είχε καταστραφεί λόγω των έντονων καιρικών φαινομένων, η κούραση και η ασθένεια του υψομέτρου μεγιστοποιούσαν τον κίνδυνο και οι κατολισθήσεις καθιστούσαν κάθε βήμα επικίνδυνο. Η πιο κρίσιμη στιγμή ήταν η προσπάθεια για την ανάβαση στην κορυφή, πάνω στο φρέσκο χιόνι και σε επικίνδυνες τραβέρσες, αλλά και η απόφαση να εγκαταλειφθεί το Thapa Peak στα 6.012 μέτρα. Υπήρχαν στιγμές σιωπής· η ομάδα προχωρούσε αργά, ενώ η διάσχιση του παγετώνα μετά την κατασκήνωση βάσης ήταν ιδιαίτερα επικίνδυνη, καθώς μεγάλες πέτρες κατρακυλούσαν από τις πλαγιές, αφού ο ήλιος έλιωσε το χιόνι, αναγκάζοντάς τους να επιταχύνουν, ακόμα και να τρέξουν σε κάποιες περιπτώσεις, για να αποφύγουν ατυχήματα.

«Σε αυτές τις διαβάσεις, σε ποτάμια ή σε απότομες πλαγιές, η Πόπη, που περπατούσε πίσω μου, μου έλεγε: “Με αποφασιστικότητα, Σταύρο. Να κοιτάς εκεί που θέλεις να φτάσεις”». Για τους κινηματογραφιστές, η πρόκληση ήταν διπλή: να αντέξουν τις ακραίες συνθήκες και να τις καταγράψουν, πάντα με προτεραιότητα την ασφάλεια. «Σκεφτήκαμε ότι καμία εικόνα δεν αξίζει το τίμημα της ζωής. Οι συνθήκες ήταν δύσκολες, το χιόνι φρέσκο και ο κίνδυνος μεγάλος. Το βουνό δεν φεύγει· αν κάναμε κάτι απερίσκεπτο και χάναμε ένα μέλος της ομάδας μας, σήμερα θα μιλούσαμε για τραγωδία».

Η υπόσχεση, η απώλεια και το μάθημα της διαδρομής

Η αποφασιστικότητα και η καθοδήγηση της Πόπης σε αυτές τις δύσκολες διαβάσεις συνδέονταν άμεσα με το προσωπικό της κίνητρο: συμμετείχε για να τιμήσει τη μνήμη του συζύγου της και είχε υποσχεθεί στον εαυτό της ότι θα επιστρέψει στο Νταουλαγκίρι για να τοποθετήσει μια πλακέτα στη μνήμη του. Η υπόσχεσή της αυτή έγινε κινητήριος δύναμη για όλη την ομάδα. «Αυτή η υπόσχεση έδινε δύναμη στην Πόπη ώστε να αντέξει τις κακουχίες, αλλά έδινε κίνητρο και σε όλους εμάς για να συνεχίσουμε, να μην το βάλουμε κάτω. Ξεκινήσαμε χωρίς να είναι δεδομένο ότι θα τα καταφέρουμε. Ήταν μια δυναμικά εξελισσόμενη κατάσταση που έπρεπε να διαχειριστούμε, ο καθένας με τον εαυτό του αλλά και ως μέλος της ομάδας».

Σε όλη τη διαδρομή η ομάδα ήταν απολύτως συγκεντρωμένη στον σκοπό της, παλεύοντας με τις ακραίες συνθήκες και την εξάντληση. Όταν όμως έφτασαν στο French Pass –ένα από τα υψηλότερα σημεία του Νταουλαγκίρι Τρεκ, από όπου περνούν όσοι κατευθύνονται προς την κατασκήνωση βάσης για να επιχειρήσουν την κορυφή, ένα πλάτωμα ανάμεσα σε δύο κόψεις, όπου ορειβάτες έχουν στήσει πέτρινα μνήματα για φίλους που χάθηκαν στο βουνό–, εκεί όπου έπρεπε να τοποθετήσουν την πλακέτα, λύγισαν. Σε εκείνο το σημείο ήταν που βγήκε και όλη η συναισθηματική φόρτιση. Μια πολύ δύσκολη στιγμή για όλους, αλλά και μια στιγμή λύτρωσης, ένας κύκλος που έκλεινε. Οι φωτογραφίες των τριών Ελλήνων ορειβατών, τους οποίους συνδέει η κοινή μοίρα, θα είναι πλέον μαζί απέναντι από την κορυφή του Νταουλαγκίρι.

«Δεν θα μπορέσω ποτέ να ξεχάσω τη στιγμή που η Πόπη τυλίγει το Khata –το παραδοσιακό νεπαλέζικο μαντίλι που συμβολίζει τον σεβασμό, την εντιμότητα και τη συμπόνια– γύρω από τη φωτογραφία του Αντώνη Συκάρη, και έπειτα λυγίζει. Το ίδιο κι εμείς. Ήταν μια συγκλονιστική στιγμή». Πώς επηρέασε, όμως, την ομάδα το βάρος αυτής της υπόσχεσης; «Μας έδινε δύναμη να συνεχίσουμε ακόμη και όταν δυσκολευόμασταν να συντονίσουμε τα βήματά μας. Λέγαμε ότι πρέπει να φτάσουμε μέχρι το French Pass και ας τα παρατήσουμε μετά».

Παράλληλα, όμως, η ομάδα εξερευνούσε και το πολύχρωμο Νεπάλ. Η διαδρομή τους περνούσε από ζούγκλες, φαράγγια, παγετώνες και αλπικά τοπία, μια φύση πλούσια αλλά επικίνδυνη. Οι πρώτες ημέρες ήταν οι πιο δύσκολες, όμως δεν υπάρχει τρόπος να γυρίσεις πίσω. Οι λιγοστοί ντόπιοι που συνάντησαν ήταν φιλόξενοι και χαμογελαστοί, κυρίως ινδουιστές και βουδιστές, με μια τελείως διαφορετική προσέγγιση για τη ζωή και τον θάνατο σε σχέση με τις δυτικές κοινωνίες. «Υπήρχε μια γενική ηρεμία γύρω από αυτά τα θέματα, μια νομοτέλεια: ο θάνατος δεν αντιμετωπιζόταν με φόβο, θεωρούνταν απλώς μια διαφορετική κατάσταση. Προσπαθούν όσο ζουν να είναι καλοί και ενάρετοι, να μη βλάψουν κανέναν – ούτε καν τις ταραντούλες που συναντούσαμε συχνά στα δάση και μέσα στις σκηνές μας. Τις έπαιρναν απαλά στα χέρια τους και τις απομάκρυναν».

Παρότι η επικοινωνία με τους ανθρώπους εκεί ήταν περιορισμένη, αυτό που εντυπωσίασε τον Σταύρο Ιωαννίδη ήταν η επιθυμία τους να ταξιδέψουν, αλλά και η δυσκολία να το κάνουν, καθώς και η έντονη παρουσία των social media στη ζωή τους. «Δυστυχώς οι Νεπαλέζοι με τους οποίους συναναστραφήκαμε μιλούσαν λιγοστά αγγλικά και δεν είχαμε τη δυνατότητα να αναπτύξουμε ιδιαίτερα κάποιο θέμα. Παρ’ όλα αυτά, μου έκανε εντύπωση ότι, αν και αγαπούν πάρα πολύ τη χώρα τους, θέλουν να γνωρίσουν τον κόσμο. Όμως το διαβατήριό τους δεν είναι “ισχυρό”, χρειάζονται χρονοβόρες διαδικασίες για την έκδοση βίζας και ένα ταξίδι, ακόμη και σε γειτονικές χώρες, μπορεί να κοστίζει όσο ο ετήσιος προϋπολογισμός ενός τυπικού νοικοκυριού. Έτσι, αν και θέλουν πολύ, δεν μπορούν εύκολα να ταξιδέψουν. Από την άλλη, μου έκανε μεγάλη εντύπωση ο βαθμός εξάρτησής τους από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, κυρίως από το TikTok που είναι η πιο δημοφιλής εφαρμογή εκεί. Άνθρωποι όλων των ηλικιών το χρησιμοποιούν για ψυχαγωγία και ενημέρωση», προσθέτει.

Τα τελευταία χρόνια, όλο και περισσότεροι νέοι στην Ελλάδα στρέφονται ξανά στις πεζοπορίες στο βουνό. «Δεν έχει να κάνει με τα υψόμετρα ή τις κορυφές, την τεχνική ανάβαση ή την πεζοπορία», εξηγεί. «Είναι κυρίως η επαφή με τη φύση αλλά και με τον εαυτό σου. Το να βγαίνεις από το comfort zone και να δοκιμάζεις κάτι νέο είναι μια λυτρωτική διαδικασία. Μια πρόκληση στην οποία δεν ξέρεις αν θα ανταπεξέλθεις, αλλά και μόνο που θα το επιχειρήσεις νιώθεις άλλος άνθρωπος. Σε δυναμώνει. Είναι ένα τεράστιο σχολείο. Η καθημερινότητα στο βουνό διδάσκει υπομονή και εκτίμηση στα πιο απλά πράγματα. Μαθαίνεις να εργάζεσαι για το παραμικρό – για τον ύπνο, το νερό, το φαγητό, ακόμη και για τα βήματά σου. Και μαθαίνεις να εκτιμάς ακόμη και τα πιο απλά πράγματα, όπως ένα ζευγάρι στεγνές κάλτσες ή ένα πιάτο ζεστό φαγητό».

Το κλείσιμο της αποστολής συνοψίζεται σε ένα μάθημα ζωής: να προσπαθείς, αλλά να ξέρεις και πότε να σταματάς. «Η κορυφή είναι απλώς η επιβράβευση. Δεν είναι ήττα αν δεν καταφέρεις να φτάσεις στην κορυφή. Και μόνο η προσπάθεια αξίζει τον κόπο. Άλλωστε, τα βουνά, κυριολεκτικά και μεταφορικά, θα βρίσκονται για πάντα εκεί. Αν δεν τα καταφέρεις αυτή τη φορά, μπορείς να επιστρέψεις και να ξαναδοκιμάσεις. Η διαδρομή είναι το πραγματικό σχολείο». Και, όπως λέει ο Σταύρος Ιωαννίδης, κουβαλώντας τα λόγια της Πόπης: «Κοίτα μόνο εκεί που θέλεις να πας».