Ταξιδια

Oku-Noto: Φεστιβάλ από την άκρη του κόσμου

Πέρα από τη συζήτηση και τη διαλεκτική γύρω από την τέχνη, η φιλοδοξία του φεστιβάλ είναι να αναδείξει την ευρύτερη περιοχή και τις δυνατότητες της πόλης Σούζου

Μενέλαος Γκάρτζιος
5’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Oku-Noto Art Festival: Εντυπώσεις και φωτογραφίες από το φεστιβάλ και την παραθαλάσσια πόλη Σούζου.

Φέτος, εξαιτίας της πανδημίας, το μεγάλο και υπαίθριο φεστιβάλ σύγχρονης τέχνης στην επαρχία της Νιγκάτα, το Echigo-Tsumari Art Field, αναβλήθηκε. Έγινε όμως με καθυστέρηση ενός χρόνου –και πάλι εξαιτίας της πανδημίας– το μικρότερο και νεότερο φεστιβάλ Oku-Noto στην πόλη και περιφέρεια της παραθαλάσσιας Σούζου, που βρίσκεται στη χερσόνησο Noto στη δυτική ακτή της Ιαπωνίας που ατενίζει την Κορέα. Αποφασισμένοι να γίνει το φεστιβάλ, κάτοικοι και τοπικοί φορείς δραστηριοποιήθηκαν με τους εμβολιασμούς και ανακοίνωσαν το υψηλό ποσοστό εμβολιασμού στη απομακρυσμένη τους πόλη. Μας είπαν, δηλαδή, «Ελάτε».

Οι συγκοινωνίες για την πόλη Σούζου είναι σχεδόν ανύπαρκτες. Από το πιο κοντινό αεροδρόμιο του Noto με έφερε στη Σούζου ένα ταξί που συγχρηματοδοτείται από κρατικούς οργανισμούς για να καλύψει την απόσταση των 35 χιλιομέτρων με 10 μόλις ευρώ. Επειδή ήρθα για το φεστιβάλ, μία από τις διαδρομές ήταν δωρεάν. Διαβάζω πως η Σούζου έχει πληθυσμό λιγότερο από 15.000 ανθρώπους, είναι δηλαδή μια κωμόπολη σαν την Αμφιλοχία στον Αμβρακικό. Όπως και οι περισσότερες πόλεις και χωριά στην επαρχία της Ιαπωνίας, η Σούζου ερημώνεται σταδιακά∙ μάλιστα, από το 2000 μέχρι το 2015 ο πληθυσμός στη Σούζου μειώθηκε κατά ένα τέταρτο, ενώ την ίδια περίοδο διπλασιάστηκαν οι κάτοικοι άνω των 60 ετών. Τα φαινόμενα αυτά είναι εκτενή στην Ιαπωνία, και κυρίως στη μη-μητροπολιτική χώρα, που αντιμετωπίζει πρωτοφανή δημογραφική κρίση για τα παγκόσμια δεδομένα. Ωστόσο τα σύνορα παραμένουν ερμητικά κλειστά, η «καθαρότητα» της Ιαπωνικής φυλής αποτελεί σημαντικό πολιτικό αφήγημα, και η μεταναστευτική λύση –δηλαδή η υποδοχή μεταναστών για την αντιμετώπιση της υπογεννητικότητας– είναι ένα θέμα σχεδόν ταμπού.

Το φεστιβάλ τέχνης Oku-Noto οργανώνεται από την Art Front Gallery, μια γκαλερί του Τόκιο που έχει εμπειρία από παρόμοια φεστιβάλ σύγχρονης τέχνης, σε συνεργασία με τοπικούς και περιφερειακούς φορείς. Το μίγμα ανάπτυξης που επιχειρείται είναι γνώριμο στην περιφερειακή και αγροτική διακυβέρνηση: ένα δίκτυο από τοπικούς φορείς, τοπικές κοινότητες και εξω-τοπικούς παράγοντες που κινητοποιούν και διαχειρίζονται το πολύμορφο κεφάλαιο που «είναι» η Σούζου, είτε αυτό περιλαμβάνει τα τοπία, τη θάλασσα και τα οικοσυστήματα της περιοχής, οικονομικές δραστηριότητες και υποδομές, είτε τοπικές παραδόσεις και μυθολογίες, μνήμες και ταυτότητες που σχετίζονται με το τι σημαίνει να ζεις, να είσαι και να ονειρεύεσαι στη Σούζου.  

Πέρα από τη συζήτηση και τη διαλεκτική γύρω από την τέχνη (τι είναι τέχνη; τι κάνει; πώς;), η φιλοδοξία του φεστιβάλ είναι να αναδείξει την ευρύτερη περιοχή και τις δυνατότητές της, να υπενθυμίσει τη σχέση του ανθρώπου με τον χώρο και γενικότερα με το φυσικό περιβάλλον (όπως για παράδειγμα στα ιαπωνικά συστήματα satoyama και satoumi), καθώς και να αυξήσει τις μικρές –σχετικά– τάσεις αντι-αστικοποίησης που παρατηρούνται στην Ιαπωνία σήμερα, να επιστρέψουν δηλαδή κάτοικοι στα χωριά και στις μικρές πόλεις. Η σχέση τέχνης και τοπικής ανάπτυξης βέβαια δεν είναι κάτι στο οποίο μπορούμε να απαντήσουμε εύκολα, ούτε κάτι που θα μπορούσαμε να σχεδιάσουμε με κανόνες και εγχειρίδια. Υπάρχουν όμως πολλά που μπορούμε να παρατηρήσουμε.

Έχω ξανάρθει στη Σούζου, όταν έγινε το φεστιβάλ για πρώτη φορά, το 2017. Δεν ήρθα μόνος μου. Αντί για 30.000 επισκέπτες που περίμεναν οι τοπικοί φορείς το φθινόπωρο του 2017 σε μια περίοδο οκτώ εβδομάδων, ήρθαν πάνω από 70.000 επισκέπτες – αν και οι συνθήκες ήταν πολύ διαφορετικές από ό,τι σήμερα. Με συναδέλφους και φοιτητές κάναμε συνεντεύξεις με διοργανωτές και curators, τοπικούς φορείς, ομάδες που συμμετέχουν στο φεστιβάλ και επισκέπτες. Ωστόσο η καλύτερη έρευνα γίνεται, ως συνήθως, περπατώντας.

Περπατώντας στη Σούζου © Μενέλαος Γκάρτζιος

Περπατώντας στη Σούζου © Μενέλαος Γκάρτζιος

Περπατώ λοιπόν ξανά, το φθινόπωρο, στην πόλη της Σούζου. Παρατηρώ αυτή τη φορά τις μαύρες αστραφτερές στέγες. Τα περισσότερα σπίτια είναι ξύλινα, όπως θα περίμενε κανείς δηλαδή, με συρόμενες πόρτες, αλλά οι μαύρες σκεπές είναι ασυνήθιστες στην Ιαπωνία. Πυρωμένα κεραμίδια από πηλό που γυαλίζουν στον ήλιο, σαν ένα gothic αντι-παραμύθι∙ θυμάμαι την πόλη του Aberdeen που επίσης γυαλίζει, γιατί τα σπίτια είναι κατασκευασμένα από γρανίτη. Διαβάζω ότι τα κεραμίδια βάφονται μαύρα, ώστε να λιώνει το χιόνι στις σκεπές πιο γρήγορα. Η Σούζου είναι πραγματικά ήσυχη, δεν υπάρχει κίνηση, ηλικιωμένοι περπατούν αργά στο δρόμο, μου χαμογελάνε. Υπάρχουν καφέ και βιβλιοπωλεία, εμπορικά μαγαζάκια. Το βράδυ το σκοτάδι είναι κατάμαυρο, πίσσα. Στους κήπους βλέπω να καλλιεργούν λαχανικά· στις πόρτες βλέπω κρεμασμένα σκόρδα και κρεμμύδια – γνώριμες εικόνες των Βαλκανίων, σκέφτομαι. Ποδήλατα έξω από τα σπίτια, αφημένα μαζί με βάρκες και κουπιά. Δίχτυα για ψάρεμα. Όλα μυρίζουν θάλασσα∙ σε ένα στενό, είδα έναν κόκκινο κάβουρα. Τον τρόμαξα.

Μαύρες γυαλισμένες σκεπές © Μενέλαος Γκάρτζιος

Ένας curator μού λέει ότι οι γκαλερί και τα μουσεία σύγχρονης τέχνης είναι «δυτικές εφευρέσεις» – στην Ιαπωνία δεν υπάρχει λόγος να διαχωρίζεται η τέχνη από τον κοινωνικό βίο σε πιστοποιημένους και ειδικά κατασκευασμένους «χώρους τέχνης». Πράγματι, η τέχνη που εκτίθεται στα πλαίσια του φεστιβάλ βρίσκεται σε σπίτια, σε συνεργεία και αποθήκες στο λιμάνι, στους αγρούς και τους ορυζώνες, στη θάλασσα και στην ακτή, στις στάσεις λεωφορείων, σε σχολεία και εργοτάξια. Τα υπαίθρια εικαστικά έργα στη Σούζου μερικές φορές καταστρέφονται από τους τυφώνες. Πολλές φορές καλλιτέχνες δουλεύουν με τοπικές ομάδες για τη δημιουργία έργων∙ με παιδιά, με μαθητές, με αγρότες και ψαράδες.

«?», Dylan Kwok (Hong Kong), Oku-Noto Triennale ©Μενέλαος Γκάρτζιος

«The Dream Kindergarten of Suzu», Chen Si (China), Oku-Noto Triennale © Μενέλαος Γκάρτζιος

«The boat which carries time», Chiharu Shiota (Ιαπωνία/Γερμανία), Oku-Noto Triennale © Μενέλαος Γκάρτζιος

Παίρνω τα τοπικά λεωφορεία και με άλλους Ιάπωνες γυρίζουμε την πόλη και την ευρύτερη περιοχή. Δεν υπάρχουν «ξένοι». Φωτογραφίες. Ακούω τα επιφωνήματα της έκπληξης, του θαυμασμού, μερικές φορές της μελαγχολίας. Φυσικά τοπία, τέχνη, η ζωή στη Σούζου∙ καθώς περνάνε οι μέρες τα όρια μεταξύ τους συνεχώς περιπλέκονται. Παρατηρώ ότι παράλληλα με τα εικαστικά έργα, επισκέπτες φωτογραφίζουν μπρόκολα και ζαρζαβατικά, παράξενα έντομα και αετούς, ξύλινες βάρκες και κουπιά – μια καθημερινότητα πράγματι σχεδόν εξωτική για τα μάτια πολλών νέων στην υπερ-αστικοποιημένη Ιαπωνία.

Με ρωτούν συχνά από πού έρχομαι, πώς έφτασα εδώ, τι στο καλό κάνω στην άκρη του κόσμου. Μου χαρίζουν φρούτα εποχής, βότσαλα της θάλασσας για καλή τύχη. Ένα απόγευμα με το ποδήλατο που νοίκιασα βγαίνω από την πόλη, στους αγρούς, και βρίσκω τον εγκαταλειμμένο σταθμό τρένου Uedo που έχει από πάνω του έναν άλλο τεχνητό σταθμό-καθρέφτη, έναν σκελετό που φωτίζεται το βράδυ – αυτή είναι η εικαστική παρέμβαση των Raqs Media Collective, αυτή είναι η τέχνη. Επειδή η γραμμή δεν υπάρχει πια, ίσως ο «πάνω σταθμός» να περιμένει το τρένο. «Άγονη γραμμή» σκέφτομαι, «λες;». Περιμένω να νυχτώσει, να δω πως αλλάζει το τοπίο.

Βραδιάζει σιγά σιγά και βλέπω πια τον σταθμό φωταγωγημένο. Προχωρώ μέσα στον αγρό για να δω καλύτερα τον «διπλό» σταθμό. Όπως απομακρύνομαι, θυμάμαι τον νεαρό Ιάπωνα που μου είχε διηγηθεί την περιπέτειά του προσπαθώντας να βρει τον ίδιο σταθμό: χάθηκε με το ποδήλατό του στο κατάμαυρο σκοτάδι και πήγε σε ένα παλιό καφενείο-ταβέρνα να ζητήσει βοήθεια. Ο ιδιοκτήτης του μαγαζιού τον έφερε στο σταθμό με το αυτοκίνητο του, κλείνοντας το καφενείο, επειδή έτσι και αλλιώς δεν υπήρχε κανένας πελάτης. Γύρισαν μετά στο καφενείο και έπιναν σάκε σαν φίλοι που γνωρίζονταν χρόνια: για μια φορά, η διαφορά ηλικίας –και εξουσίας– μεταξύ δύο ανθρώπων δεν είχε και τόση σημασία στο πώς συνομιλούν σ’ αυτή τη χώρα. «Αυτό δεν θα μπορούσε να γίνει ποτέ σε ένα μουσείο στο Τόκιο» μου είχε δηλώσει ενθουσιασμένος. Μια καινούρια φιλία, ένας καινούριος καθρέφτης, αναζητώντας την τέχνη. Να, αυτό κάνει η τέχνη.

Περιμένω τη νύχτα στον αγρό, κοιτάζοντας πότε τον ουρανό και πότε τον σταθμό. Ώσπου έρχεται το τρένο, με τον σκελετό του παρόμοια φωτισμένο κι αυτό – με αυτό το «σχεδόν διάφανο γαλάζιο». Σταματάει στην κεκλιμένη στάση, ανεβαίνω χαμογελώντας, με ενθουσιασμό. «Σας περίμενα. Ήταν καταπληκτικά» λέω. Επόμενη στάση πέρα από τη Θάλασσα της Ιαπωνίας, εκεί όπου βρίσκεται όλος ο υπόλοιπος κόσμος.

Κοιτάζοντας τη θάλασσα της Ιαπωνίας © Μενέλαος Γκάρτζιος

Ευχαριστώ τον Masahiro Sekiguchi από την Art Front Gallery που μου έδωσε άδεια να δημοσιεύσω φωτογραφίες από έργα τέχνης στο φεστιβάλ, και τον Hironori Yagi από το Πανεπιστήμιο του Τόκιο που ηγήθηκε της ερευνητικής ομάδας και με έφερε σε επαφή με το Oku-Noto Art Festival.