Ταξιδια

Βαλκάνιοι, οι χαρούμενοι τουρίστες

Η Ελλάδα είναι η «Φλόριντα των Βαλκανίων», έστω κι αν φέτος είναι κουκιά μετρημένα οι βαλκάνιοι τουρίστες μας

Μανίνα Ζουμπουλάκη
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Η Μανίνα Ζουμπουλάκη γράφει για τις διακοπές των βαλκάνιων τουριστών στην Ελλάδα

Πέρυσι είχαμε φιλοξενήσει πάνω από 1.400.000 Βούλγαρους και άλλους τόσους Ρουμάνους τουρίστες, κυρίως στη Βόρεια Ελλάδα αλλά και στην Κέρκυρα και τη Βόρεια Εύβοια. Φέτος ίσως έρθει ένα 50% στη διάρκεια του καλοκαιριού και φθινοπώρου, αν όλα πάνε καλά. Οι Ρουμάνοι είναι οι περισσότεροι από τους λιγοστούς τουρίστες στη Θάσο αυτή την εποχή – την προτιμάνε έτσι κι αλλιώς, έρχονται κάθε χρόνο. Στη Σαμοθράκη το 50% των τουριστών είναι Ρουμάνοι, υπό κανονικές συνθήκες. Οι Σέρβοι αγαπάνε και τη Χαλκιδική αλλά δεν έχουν «κατέβει» ακόμα, όχι επειδή τα σύνορα είναι ανοιχτά/κλειστά, μάλλον επειδή αισθάνονται, όπως λέμε κι εμείς, «μουδιασμένοι» λόγω της πανδημίας.

Οι λίγοι Ρουμάνοι που κάνουν τώρα τις διακοπές τους στη Θάσο έχουν όλα τα χαρακτηριστικά του μέσου Βαλκάνιου τουρίστα: λίγα χρήματα, πολλές προμήθειες φορτωμένες στο πορτμπαγκάζ, πολύ κέφι και ένα είδος ευγνωμοσύνης απέναντι στην τύχη ή στη ζωή που τους επέτρεψε και φέτος, παρά τα ζόρια τους, να βρεθούν για λίγες μέρες κοντά στη θάλασσα. Τα παιδιά τους μπαινοβγαίνουν στο νερό ξετρελαμένα, παίζουν με τα κουβαδάκια τους, τρώνε πειθήνια τα τσιπς που οι γονείς βγάζουν, καθόλου διακριτικά, από τις τεράστιες τσάντες παραλίας σε όλα τα μπιτς-μπαρ του νησιού. Στα οποία οι γονείς παραγγέλνουν μόνο καφέδες και μπίρες – τα τρόφιμα συνήθως τα έχουν φέρει μαζί τους, αν ήρθαν για τριήμερο, ή τα ψωνίζουν από σουπερμάρκετ. Οι τιμές, ακόμα και στα σουπερμάρκετ, τους φαίνονται αστρονομικές: τα βασικά τρόφιμα είναι πολύ πιο φθηνά στη Βουλγαρία, στη Ρουμανία και τη Σερβία. Οι βαλκάνιοι παραθεριστές, με ελάχιστες εξαιρέσεις, δεν έχουν οικονομική άνεση. Συχνά κατεβαίνουν με τροχόσπιτα ή βανάκια στα οποία κοιμούνται και μαγειρεύουν, ή δεν μαγειρεύουν, τρώνε στο πόδι − η θάλασσα και η παραλία είναι ο στόχος τους, όλα τα άλλα παλεύονται.

Μπορείς να καταλάβεις στην πλαζ ποια παιδιά είναι Βαλκάνια: τα Ρουμανάκια χοροπηδάνε στην άμμο και λάμπουν από τη χαρά τους, δεν πιστεύουν στην τύχη τους, φωνάζουν και γελάνε κατουρημένα από ενθουσιασμό. Αυτές τις συμπεριφορές δύσκολα τις συναντάς σε Γαλλάκια, Γερμανάκια ή Σουηδάκια που είναι μπλαζέ, συγκρατημένα παιδιά, αλλά φέτος έτσι κι αλλιώς δεν τα συναντάς ούτε αυτά ούτε τις συμπεριφορές τους, μια και δεν έχουν έρθει για διακοπές, τουλάχιστον όχι ακόμα.

Άλλο χαρακτηριστικό των βαλκάνιων τουριστών, εκτός από τη χαρά τους και τα τρόφιμά τους, είναι ότι δεν παρατάνε τίποτα στις παραλίες. Δεν ξεχνάνε πετσέτες, μάσκες, γυαλιά, αντι-ηλιακά, μπρατσάκια, σαγιονάρες, ούτε οι γονείς ούτε τα παιδιά τους. Μαζεύουν τα πάντα σε φαντεζί τσαντάρες και σε αμέτρητες νάιλον σακούλες, επιθεωρούν την άμμο πόντο-πόντο και δεν αφήνουν πίσω τους ούτε λέπι. Εκτός από τα άδεια μπουκάλια, τενεκεδάκια μπίρας και πακετάκια τσιπς, που τα παρατάνε πλάι στις ομπρέλες μαζί με πολλά πλαστικά σκουπίδια απροσδιορίστου προέλευσης. Δηλαδή, βαλκάνιας προέλευσης αλλά χωρίς επεξήγηση ως προς τη χρήση – τι έφαγαν με πλαστικά κουταλάκια σε πλαστικά πιατάκια, γαμήλια τούρτα; Και πού είναι το κουτί μεταφοράς; (Το ανακαλύπτεις μετά, κάτω από την ξαπλώστρα σου…)

Οι βαλκάνιοι τουρίστες, σχεδόν όλοι, καπνίζουν και σβήνουν τα τσιγάρα τους στην άμμο, σκόρπια, ούτε καν σε ένα μέρος, ώστε να τα μαζέψει μετά ο πιτσιρικάς του εκάστοτε μπιτς μπαρ. Έχουν μαζί τους ψυγειάκια με μπίρες, κι αφού τις τσούξουνε, αδειάζουν στην ίδια άμμο πλαστικές παγοκυψέλες και μπιροκούτια, πάλι για τον ιδρωμένο πιτσιρικά μπιτσο-μπαρο-υπάλληλο που ξεκινάει τη βάρδια του σιχτιρίζοντας κατά τις 8.00μμ. Περνάνε όμως τόσο μέγκλα, ακτινοβολούν τόση πολλή ευτυχία που δεν τους το κρατάει κανένας. Τουλάχιστον όχι εδώ στη Θάσο, κι από όσο ακούω, ούτε στη Σαμοθράκη.

Μία στις τόσες πηγαίνουν για φαγητό (1) στο τοπικό φαστ-φουντάδικο, κυρίως αν τους έχουν τελειώσει οι μπίρες ή αν χάλασε το ψυγειάκι, ή (2) σε τοπική ταβέρνα στην οποία ένα τουλάχιστον γκαρσόνι μιλάει Ρουμάνικα, Βουλγάρικα, Ρώσικα ή Σέρβικα – ή και όλα αυτά μαζί. Επειδή έρχονται κάθε χρόνο και πηγαίνουν στα ίδια μέρη, αποκτούν επαφές σε ξενοδοχεία, ενοικιαζόμενα δωμάτια και φαγάδικα. Το ότι εκπέμπουν χαρά μόνο και μόνο επειδή βρίσκονται εδώ στη «Φλόριντα των Βαλκανίων» τους κάνει δημοφιλείς, παρά την αδιαφορία τους για την καθαριότητα της πλαζ…

Ακούγεται μαζική η περιγραφή, και βέβαια υπάρχουν πλούσιοι βαλκάνιοι τουρίστες που έρχονται με πανάκριβα αυτοκίνητα (συνήθως, με κρατικές ή διπλωματικές πινακίδες). Αυτοί μάλιστα πηγαίνουν σε καλά ξενοδοχεία και τρώνε κάθε βράδυ έξω. Ακόμα και οι πιο χλιδάτοι, όμως, δεν μπορούν να αντισταθούν στα στερεότυπα: στην οργανωμένη πλαζ, μπροστά στο μπιτσόμπαρο, η κούκλα, χαρούμενη μαντάμ με το μαγιό Μοσκίνο, το καπέλο Γκούτσι και τον ντάκο Πράντα, θα πετάξει ανέμελα το τσιγάρο της στο κυματάκι, θα ανοίξει τη χρυσή τσάντα Βερσάτσε, αυτή με τις πούλιες και τα χρυσοβαλάντια, και θα βγάλει από μέσα ένα πακέτο-γίγας βαλκάνια πατατάκια με ξύδι, που μοσχοβολάνε τσιπσο-ξυδίλα μέχρι τη διπλανή παραλία.

Η ουσία (όμως) είναι ότι είμαστε χαρούμενοι που ήρθε, ακόμα και με τα πατατάκια της αγκαλιά, και που είναι τόσο μα τόσο χαρούμενη...