Ταξιδια

Τρεις μέρες στην Κύπρο

Σκέφτομαι για άλλη μια φορά ότι οι άνθρωποι φτιάχνουν τους τόπους

Λία Γκουντρουμπή
6’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Είμαστε μικροί και ανάποδοι, μου είπε ο οδηγός ταξί μόλις προσγειώθηκα ξημερώματα στην Πάφο και με είδε να κοιτώ γύρω μου περίεργα λόγω τις διαφορετικής κατεύθυνσης οδήγησης. Την επομένη το πρωί περπάτησα στην πόλη. Είναι ολοφάνερο ότι η πόλη έχει εφαρμόσει ΣΒΑΚ (Σχέδιο Βιώσιμης Αστικής Κινητικότητας), ζήλεψα τους ποδηλατοδρόμους, την ολοκληρωμένη παρέμβαση που έχει εφαρμοστεί, τόσο στην τουριστική Κάτω Πάφο όσο και την Άνω Πάφο ή Κτήμα, καθώς και την οδηγική συμπεριφορά των Κυπρίων.

Το ταξίδι στην Κύπρο ήταν επαγγελματικό και σύντομο κι έτσι προσπάθησα στο λίγο ελεύθερο χρόνο που απέμενε να δω ό,τι μπορώ. Το απόγευμα, τελειώνοντας από την επαγγελματική μου υποχρέωση, είδα ό,τι προλάβαινα κατά την επίσκεψη στο Αρχαιολογικό Πάρκο της Πάφου. Το πάρκο συγκαταλέγεται στα Μνημεία Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς της UNESCO, ένα μεγάλο ανοιχτό υπαίθριο μουσείο με μνημεία από τους προϊστορικούς χρόνους μέχρι και τον Μεσαίωνα. Σίγουρα κάπου έχετε δει ή ακούσει για τα περίφημα ψηφιδωτά της Πάφου που βρέθηκαν σε δάπεδα τεσσάρων επαύλεων: οικίες του Διόνυσου, του Θησέα, του Αιώνα και του Ορφέα. Ανήκουν στη Ρωμαϊκή περίοδο και απεικονίζουν σκηνές από την ελληνική μυθολογία. Το Ασκληπιείο, το Ωδείο, η Αγορά, τα ερείπια της Λιμενιώτισσας (Παλαιοχριστιανική Βασιλική) και οι Τάφοι των Βασιλέων. Στα ερείπια του Κάστρου με τις Σαράντα Κολώνες είχα την αίσθηση ότι πρωταγωνιστώ σε βιντεοπαιχνίδι της Λάρα Κροφτ.

Η θάλασσα, δίπλα ένα αρχαιολογικό πάρκο - «παραλία». Σκεφτόμουν πού αλλού ξέρω να υπάρχει ανάλογο τοπίο, όταν ξαφνικά είδα μπροστά μου το Φάρο. Ναι, ο Φάρος, είχα διαβάσει γι' αυτόν. Είναι ο πρώτος φάρος που κτίστηκε το 1888 στην Κύπρο επί Αγγλοκρατίας. Ξαφνικά, το όλο τοπίο έμοιαζε σαν κάποιος να με είχε μεταφέρει στη Βόρεια Ευρώπη.

Ο Φάρος στην Πάφο

Η Πάφος είναι μια πόλη με ιστορία 4.000 χρόνων, Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης το 2017 και, σήμερα, μια σύγχρονη πόλη που μοιάζει να ψάχνει τη νέα της ταυτότητα. Αυτή είναι η αίσθηση που αποκομίζει ο επισκέπτης. Έμαθα ότι ο Κύπριοι προτιμούν το Mall από το εμπορικό κέντρο της πόλης, που πρόσφατα έχει διαμορφωθεί με πεζοδρόμους. «Έχουμε μάθει να πηγαίνουμε παντού με το αυτοκίνητο» μου λέει η ιδιοκτήτρια ενός καταστήματος χειροποίητων αντικειμένων. «Βλέπεις, δεν κυκλοφορεί ψυχή, αν πας στο Mall θα είναι γεμάτο. Εκεί ψωνίζουν, εκεί για καφέ, φαγητό, διασκέδαση. Εμάς οι πεζόδρομοι μάς κατέστρεψαν». Θέλω να πιστεύω πως αυτό θα αλλάξει. Άλλωστε η Πόλη οφείλει να προηγείται της κοινωνίας κι αυτό στην περίπτωση της Πάφου φαίνεται να ισχύει.

Μετά ρώτησα πού μπορώ να πάω για φαγητό, κάπου με παραδοσιακή κυπριακή κουζίνα. «Στο «Βάσανο» μου είπε ο Στέλιος, ιδιοκτήτης ενός ψιλικατζίδικου κοντά στο ξενοδοχείο μου. Γέλασα με το όνομα. «Πήγαινε και θα με θυμηθείς. Απ' έξω δε θα σου γεμίσει το μάτι, αλλά θα φας καλά και παραδοσιακά. Ζήτα τον Κυριάκο».

Έτσι, λίγη ώρα αργότερα βρέθηκα στο «Βάσανο» να μου σερβίρει ο Κυριάκος παφίτικη πίτα με μαλακό καλοψημένο σουβλάκι καθώς και τη σεφταλιά που τους έκανε διάσημους, συνοδευμένη από τα απαραίτητα ξυδάτα και παγωμένη κυπριακή μπίρα. Τον ρώτησα, φυσικά, για το όνομα. «Το μαγαζί λειτουργεί, σχεδόν όπως το βλέπεις, εδώ και 40 χρόνια. Ανήκε στον παππού της γυναίκας μου, τον Αναστάση, ο οποίος το δούλευε κυρίως ως καφενείο. Είχε πελάτες κυρίως καλουπτζίδες (οικοδόμους, μου διευκρινίζει για να καταλάβω τα κυπριακά του), οι οποίοι μετά την κοπιαστική δουλειά τους έρχονταν εδώ για λίγη κουβέντα και ξεκούραση. Επειδή πεινούσαν, ο παππούς τούς έψηνε κρέατα σε μια υποτυπώδη ψησταριά λίγα και σιγά-σιγά, όπως καταλαβαίνεις. Έ, κι έτσι έβγαλαν αυτό το μέρος "βάσανο", χαριτολογώντας για τη μεγάλη αναμονή της ψημένης σεφταλιάς. Ο πατέρας της γυναίκας μου, ο Δημήτρης, αρχικά πήγε στο Γιοχάνεσμπουργκ. Εκεί γεννήθηκε και η γυναίκα μου, αλλά τελικά γύρισε στην Πάφο και ανέλαβε την ταβέρνα. Και τώρα εμείς είμαστε η 3η γενιά. Αλλά, να ξέρεις, η ψυχή της ταβέρνας είναι η πεθερά μου, η Μαρία. Όλοι έρχονται για τη σεφταλιά της Μαρούλας».

Όση ώρα ο Κυριάκος μου διηγιόταν αυτές τις ιστορίες και εγώ γευόμουν τη σιεφταλιά που τους έκανε διάσημους –έχουν λέει σταθερούς πελάτες ξένους που έρχονται κάθε χρόνο–, έξω είχε αρχίσει να βρέχει. Μια γεμάτη μέρα στην Πάφο.


ΛΕΥΚΩΣΙΑ

Η πρώτη φορά στη Λευκωσία είναι λίγο σοκαριστική. Εκεί που περπατάς στην παλιά πόλη, ξαφνικά πέφτεις πάνω στα φυλάκια και σε αστυνομικούς και, αν θέλεις να περάσεις στα κατεχόμενα, δείχνεις ταυτότητα ή διαβατήριο. Ενδιάμεσα, η ουδέτερη ζώνη. Κτίρια ερειπωμένα, σκοτάδι, τοίχοι με τρύπες από σφαίρες.

Λευκωσία

Δεν είχα κανένα ενδιαφέρον να περάσω στην απέναντι πλευρά στα κατεχόμενα. Περισσότεροι έρχονταν παρά πήγαιναν. Μια δρασκελιά, ένα μεγάλο βήμα κι όμως δεν πας.

Λευκωσία

Προτίμησα να περπατήσω στην παλιά πόλη και να φωτογραφίσω τα παλιά κτίρια. Στην παλιά Δημοτική Αγορά έπεσα πάνω σε κάτι πολύ ενδιαφέρον: Το Agora Project. Μόλις πριν ένα χρόνο λειτουργούσαν εδώ κρεοπωλεία και οπωροπωλεία, αλλά σήμερα έχουν εγκατασταθεί ομάδες και άτομα που προτείνουν έναν άλλο τρόπο ζωής και πρακτικής: «Από την κοινότητα για την κοινότητα». Γύρω μου κυρίως νέα παιδιά, αρκετοί ξένοι, όλοι ήταν υπ' ατμόν γιατί, όπως μου είπαν, είχαν μαζευτεί για να οργανώσουν ένα χριστουγεννιάτικο δείπνο για περίπου 100 άτομα, άπορους, άστεγους, πρόσφυγες και οποιονδήποτε το είχε ανάγκη.

Agora Project

Μέσα στο χώρο λειτουργούν καταστήματα και εργαστήρια καλλιτεχνών, καταστήματα με μεταχειρισμένα ρούχα ή προϊόντα από ανακυκλώσιμα και επαναχρησιμοποιούμενα υλικά. Η παλιά ψαραγορά που υπήρχε στο χώρο, σήμερα έχει μετατραπεί σε βοτανόκηπο και, σε ένα μαγαζί το οποίο πουλούσε ψάθινα καλάθια, τώρα στεγάζεται μια κολεκτίβα που παραδίδει δωρεάν μαθήματα γλώσσας, θεραπευτικού χορού και ένας συνεταιρισμός γυναικών που φτιάχνει μαρμελάδες και χειροτεχνήματα. Στον κεντρικό ανοιχτό χώρο της Αγοράς λειτουργεί ανοιχτή, δημόσια βιβλιοθήκη, διοργανώνονται συναυλίες, χοροί, εργαστήρια για μικρούς και μεγάλους, μαγειρέματα, δημόσιες συζητήσεις κ.ά.

Agora Project

«Μέσα από τη δημιουργική συνεργασία αυτών των ομάδων με διαφορετικό υπόβαθρο, η αγορά του παλιού δημαρχείου απέκτησε ξανά ζωή και ενέργεια» μου λένε τα παιδιά με έκδηλο ενθουσιασμό στη φωνή τους. «Ο Δήμος Λευκωσίας έχει εξασφαλίσει 15 εκατομμύρια ευρώ για την υλοποίηση του προγράμματος RISE, ενός Κέντρου Έρευνας στα Διαδραστικά Μέσα, τα Έξυπνα Συστήματα και τις Αναδυόμενες Τεχνολογίες, που θα στεγαστεί εν μέρει σε αυτό το χώρο της Αγοράς κι έτσι λειτουργούμε εδώ σε προσωρινή βάση. Στις 15 Ιανουαρίου έχει προγραμματιστεί να παρουσιάσουμε το Agora Project στην πολιτιστική επιτροπή του Δήμου Λευκωσίας για να αποφασιστεί μια πιθανή παράταση μέχρι και το τέλος του 2019».

Agora Project

Κατάλαβα πως αν μια λέξη μπορεί να χαρακτηρίσει το Agora Project, αυτή θα ήταν η λέξη «ανοιχτή»: ένας χώρος ανοιχτός προς οτιδήποτε πολιτιστικό, ανοιχτός προς όλους τους ανθρώπους, ό,τι κι αν κάνουν, απ’ όπου κι αν προέρχονται. Το Agora Project έχει στόχο την ανάδειξη άδειων χώρων, «τρίτων χώρων» ή «μη χώρων» σε δημόσιους, επιζητώντας την ενεργή συμμετοχή της κοινωνίας. Και μπορεί τελικά η αλλαγή χρήσης του συγκεκριμένου χώρου να μην απέχει πολύ από αυτή που διατηρούσε μέχρι πρόσφατα, αλλά το ότι όλο αυτό έχει στηθεί με έναν διαφορετικό, πιο κοινωνικό και ανοιχτό τρόπο με την εμπλοκή ατόμων της τοπικής κοινότητας είναι ενδιαφέρον και καινοτόμο.

Agora Project

Για τους Κύπριους, τι να πω;

Ο Κωνσταντίνος, που εργάζονταν στη ρεσεψιόν του ξενοδοχείου που έμενα στη Λευκωσία, μου είπε όλα όσα πρέπει να δει κάποιος που έχει έρθει πρώτη φορά στη Λευκωσία και έχει λίγο χρόνο.

Ο Νίκος, στη Λεμεσό, καθόταν μόνος του στο διπλανό τραπέζι στο παραδοσιακό εστιατόριο που κάθισα να φάω κοντά στη Δημοτική Αγορά στην παλιά πόλη. «Εδώ τρώνε Κύπριοι, πώς και δεν κάθισες σε κάποιο τουριστικό στην μαρίνα;» μου είπε όταν με άκουσε να ζητώ από τον σερβιτόρο διευκρινήσεις για τα κυπριακά φαγητά που είχε ο κατάλογος. «Μα ακριβώς γι’ αυτό» του απάντησα, πιάσαμε την κουβέντα και τελικά γευματίσαμε μαζί, αν και σε διαφορετικά τραπέζια.

Πολιτικός μηχανικός, απόφοιτος του Μετσόβιου, 66 χρόνων, μόλις συνταξιούχος. «Το 74 ήμουν φοιτητής στην Αθήνα αλλά ο πόλεμος με βρήκε στην Αμμόχωστο, από εκεί είμαι. Πολέμησα ως Ανθυπολοχαγός, τραυματίστηκα. Αγαπάω την Ελλάδα. Είχα ζητήσει να υπηρετήσω στα ΟΥΚ αλλά τότε χρειαζόταν υπογραφή από τους γονείς και οι γονείς μου δεν υπέγραφαν. Ήθελα να υπηρετήσω στην ΕΛΔΥΚ (Ελληνική Δύναμη Κύπρου), αλλά όταν το είπα στον ανώτερό μου φαντάζεσαι φυσικά την απάντηση που πήρα. Εγώ είμαι πιο Έλληνας από αρκετούς Έλληνες στην Ελλάδα» μου λέει και τον πιστεύω.

Στη Λεμεσό, ο Βασίλης δούλευε στα εκδοτήρια εισιτηρίων για το κάστρο. Μου μίλησε για τη ζωή στη Λεμεσό. Νομίζω ότι αυτή την περίοδο μία λέξη μπορεί να περιγράψει την πόλη: Εργοτάξιο. Το «μικρό Ντουμπάι» γράφουν κάποιοι οδηγοί και έχουν δίκιο. Ένα σύγχρονο παραλιακό μέτωπο, πεζόδρομοι, χιλιόμετρα ποδηλατοδρόμοι, το κάστρο, η παλιά πόλη. «Τελείωσα τη Σχολή Εμποροπλοιάρχων στη Μηχανιώνα, αγαπάω την Ελλάδα και την έχω κάνει και τατουάζ στο χέρι μου». Σήκωσε το αριστερό μανίκι και μου έδειξε το τατουάζ του: Ο χάρτης της Ελλάδας στον πήχη του χεριού του.

Λεμεσός

Στη Λάρνακα πήρα το αστικό για το αεροδρόμιο, αλλά κατέβηκα δύο στάσεις πριν το αεροδρόμιο για να φωτογραφίσω τα φλαμίνγκο στην αλμυρή λίμνη και το Χαλά Τζαμί. Είχα αποφασίσει τις δύο αυτές στάσεις μέχρι το αεροδρόμιο να τις περπατήσω κι αυτό έκανα. Η Χάνα όμως που περνούσε με το αυτοκίνητό της, σταμάτησε κι επέμενε να με πάει μέχρι το αεροδρόμιο. «Πολλοί ταξιδιώτες το κάνουν αυτό που σκέφτηκες κι εσύ» μου είπε «αλλά από εδώ που βρίσκεσαι μέχρι το αεροδρόμιο είναι άλλα δύο χιλιόμετρα. Το βλέπεις και σου φαίνεται δίπλα και κοντά, αλλά δεν είναι. Μένω εδώ πιο κάτω στο Κίτι. Το καλοκαίρι συνέχεια σταματώ και παίρνω κόσμο μέχρι παρακάτω, στο αεροδρόμιο». Η μαμά της Χάνα δεν μιλούσε ελληνικά, μόνο τούρκικα, αλλά μου χαμογελούσε συνεχώς και, ενώ η Χάνα επέμενε ότι πρέπει να επισκεφτώ την Κύπρο ξανά και για αναψυχή όχι για δουλειά όπως αυτή τη φορά, εκείνη της ζήτησε να μου μεταφέρει ότι την επόμενη φορά είμαι καλεσμένη στο σπίτι της για φαγητό και καφέ.

Λάρνακα

Μπαίνω στο αεροπλάνο γεμάτη από εικόνες μα κυρίως συναισθήματα. Σκέφτομαι για άλλη μια φορά ότι οι άνθρωποι φτιάχνουν τους τόπους. Αφήνω την Κύπρο με τη γλυκιά γεύση των ανθρώπων της. Των συνεργάτιδών μου στη Λευκωσία, Μαρίας και Χριστιάνας, αλλά και του Κυριάκου, του Νίκου, του Βασίλη, της Χάνα και της μαμάς της. Δεν λέω αντίο, μόνο εις το επανιδείν.


Φωτογραφίες: © Αλέξανδρος Θώμος, Λία Γκουντρουμπή