Ταξιδια

Ερωτευμένοι με την Ταγγέρη

Πώς η άσπρη πόλη που κοιτά τα στενά του Γιβραλτάρ και τα βουνά της Ανδαλουσίας έγινε δημοφιλής προορισμός σε καλλιτέχνες και συγγραφείς

Ελένη Σταματούκου
1’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Διαβάζεται ακούγοντας αυτό: 

Μουσικός, συγγραφέας, μεταφραστής, γεννήθηκε στην Τζαμάικα του Κουίνς, αλλά τον κέρδισε η Ταγγέρη του Μαρόκου. Ήταν 1947 λίγο μετά τον Β' Παγκόσμιο πόλεμο, αρχές ίσως του Ψυχρού Πολέμου, ο Paul Bowles έχει βαρεθεί να γράφει μουσική για άλλους. Ένα συμβόλαιο με τον γνωστό αμερικάνικο εκδοτικό οίκο Doubleday έρχεται να τον σώσει από την ανία εκείνης της εποχής. Έχοντας στα χέρια του αρκετά λεφτά αποφασίζει να φύγει κάπου μακριά, για να γράψει ένα βιβλίο κατά παραγγελία.

Ήταν τότε η εποχή που οι δυτικοί άρχιζαν να ανακαλύπτουν τον κόσμο. Ύστερα από προτροπή της Gertrude Stein ο Bowles φτάνει στην Ταγγέρη. Από το 1923 έως το 1956 η Ταγγέρη ήταν μια διεθνής ζώνη, η οποία κυβερνιόταν ξεχωριστά από το υπόλοιπο Μαρόκο. Συγκεκριμένα, η διακυβέρνηση της ασκούταν από μια διεθνής επιτροπής, αποτελούμενη από διάφορες χώρες (Ισπανία, Γαλλία, ΗΠΑ, Πορτογαλία κτλ.). Ο κοσμοπολίτικος χαρακτήρας της περιοχής, αλλά και η ελευθεριότητα που επικρατούσε έκαναν την Ταγγέρη δημοφιλή προορισμό ανάμεσα σε καλλιτέχνες και συγγραφείς στις δεκαετίες του '50 και του '60. Λέγεται ότι o Bowles ήταν ο πρώτος που ξεκίνησε τη μόδα.

Όπως ήταν αναμενόμενο, ο Bowles ερωτεύεται την άσπρη πόλη που κοιτά τα στενά του Γιβραλτάρ και τα βουνά της Ανδαλουσίας. Με την αφέλεια που έχει ένα δυτικό ξένο σώμα, χάνεται στην Αλγερινή έρημο, ίσως αναζητούσε συγκινήσεις για να γράψει το βιβλίο. Έγραφε παντού εξομολογείται αργότερα σε μια συνέντευξη του: «Έγραφα στην έρημο, στο κρεβάτι, στα ξενοδοχεία που έμενα. Ό,τι κι αν γράφει κανείς είναι κατά κάποιον τρόπο αυτοβιογραφικό, όχι τόσο εκ των πραγμάτων όσο με την ποιητική έννοια του όρου». Και κάπως έτσι γεννήθηκε το "The Sheltering Sky", που μεταφέρθηκε αργότερα στη μεγάλη οθόνη από τον Bernardo Bertolucci. Στην Ελλάδα η ταινία είναι γνωστή ως «Τσάι στη Σαχάρα».

Στην τελευταία σκηνή η Debra Winge μπαίνει σε ένα καφέ και εκεί συναντά τον Bowles, εκείνος τη ρωτά αν είναι χαμένη, η Winge ως Kit Moresby του απαντά ένα «Ναι» και ο συγγραφέας αρχίζει ένα μονόλογο: «Επειδή δεν ξέρουμε πότε θα πεθάνουμε, νομίζουμε ότι η ζωή είναι ένα ανεξάντλητο πηγάδι με νερό, άλλα όλα συμβαίνουν μόνο μερικές φορές και πράγματι σε μικρό αριθμό. Πόσες φορές ακόμα θα θυμάσαι ένα συγκεκριμένο απόγευμα της παιδικής σου ηλικίας, ένα απόγευμα που είναι τόσο βαθιά συνυφασμένο με την ύπαρξή σου, που δε μπορείς να διανοηθείς τη ζωή σου χωρίς αυτό; Ίσως τέσσερις, πέντε φορές, ίσως ούτε τόσες. Πόσες φορές ακόμα θα δεις την πανσέληνο; Ίσως 20. Κι όμως όλα ακόμα φαίνονται τόσο απεριόριστα».