Πολεις

Εγκώμιο στην αστυφιλία

Ο ρόλος της αστικοποίησης ως βασικός μοχλός οικονομικής, τεχνολογικής και πολιτισμικής προόδου και τα οφέλη που προκύπτουν από τη συγκέντρωση πληθυσμού στα μεγάλα αστικά κέντρα.

Χρήστος Λούκας
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Η αστυφιλία στην ελληνική πραγματικότητα, οι συχνά ιδεαλιστικές αντιλήψεις για την επαρχιακή ζωή και η σημασία των πόλεων για την ανθρώπινη ευημερία.

Υπάρχουν πολλές πιθανές επιλογές για το βραβείο της σημαντικότερης εφεύρεσης όλων των εποχών· μεταξύ άλλων, η γραφή, η τυπογραφία, το χρήμα και η φωτιά. Σε αυτή τη λίστα θέλω να προσθέσω κι έναν ακόμη υποψήφιο για τον τίτλο: την πόλη. Η συγκέντρωση πληθυσμού στα μεγάλα αστικά κέντρα, που έχει επιτευχθεί στον σύγχρονο κόσμο, είναι μία από τις σημαντικότερες δυνάμεις τεχνολογικής και πολιτισμικής προόδου.

Για το μεγαλύτερο κομμάτι της ανθρώπινης ιστορίας, οι άνθρωποι ζούσαν σε πολύ μικρές κοινότητες, σχετικά αποκομμένες η μία από την άλλη. Οι μετακινήσεις και το εμπόριο μεταξύ τους ήταν μηδαμινές. Μέχρι και τη Βιομηχανική Επανάσταση, κάποιες από τις ελάχιστες εξαιρέσεις σε αυτόν τον κανόνα ήταν η Αρχαία Ρώμη, η Βαγδάτη και το Πεκίνο, που κατάφεραν να ξεπεράσουν τους 1.000.000 κατοίκους για κάποιο χρονικό διάστημα. Στην Ευρώπη, μέχρι το 1760 —έτος όπου τοποθετείται συμβατικά η έναρξη της Βιομηχανικής Επανάστασης— μόλις το 10% του πληθυσμού ζούσε σε πόλεις μεγαλύτερες των 10,000 κατοίκων, σύμφωνα με την κλασική μελέτη του ιστορικού οικονομολόγου Jan de Vries, European Urbanization, 1500–1800 (1984).

Με την εκβιομηχάνιση της παραγωγής, μεγάλο κομμάτι του εργατικού δυναμικού συγκεντρώθηκε στα αστικά κέντρα. Η συγκέντρωση αυτή δημιούργησε πρόσβαση σε εργατικό δυναμικό με μεγαλύτερο εύρος δεξιοτήτων. Επιπλέον, η εγγύτητα σε πρώτες ύλες ή κόμβους μεταφοράς έγινε κι αυτή παράγοντας. Πάνω απ’ όλα, όμως, εμφανίστηκαν τα οφέλη στον τομέα της γνώσης και της καινοτομίας. Αυτά έχουν διττό χαρακτήρα. Ανάμεσα σε επιχειρήσεις του ίδιου κλάδου υπάρχει ροή τεχνογνωσίας, καθώς δοκιμάζονται νέες τεχνικές και εργαζόμενοι κινούνται μεταξύ εταιριών μεταφέροντας αυτό που έμαθαν — εξ ου και η συγκέντρωση εταιριών τεχνολογίας στη Silicon Valley ή των αυτοκινητοβιομηχανιών στη Γερμανία. Υπάρχουν επίσης οφέλη από την επικοινωνία ανθρώπων που διαθέτουν γνώσεις από διαφορετικά πεδία: καλλιτέχνες, επιστήμονες, πολιτικοί, επιχειρηματίες βρίσκονται στον ίδιο χώρο και αναπτύσσουν πρωτότυπες συνθέσεις. Πόλεις που έχουν καταφέρει να δημιουργήσουν τέτοιο φυτώριο ευρηματικότητας και καινοτομίας ήταν, για παράδειγμα, το Παρίσι της Belle Époque και η Βιέννη του μεσοπολέμου. Τις τελευταίες δεκαετίες, η Νέα Υόρκη και το Λονδίνο έχουν διαδραματίσει ρόλο ανάλογο, ενώ είναι ανοιχτό το ερώτημα ποιες πόλεις θα αναλάβουν τη σκυτάλη στις επόμενες δεκαετίες.

Ποσοτικά, έρευνες έχουν δείξει ότι τα οφέλη της αστικής συγκέντρωσης δεν είναι απλώς αναλογικά αλλά υπεργραμμικά: κάθε νέος κάτοικος συνεισφέρει περισσότερο από τον προηγούμενο. Σε μια μελέτη-ορόσημο που δημοσιεύτηκε στο Proceedings of the National Academy of Sciences, οι Bettencourt, Lobo, Helbing, Kühnert και West (2007, «Growth, innovation, scaling, and the pace of life in cities») ανέλυσαν δεκάδες αστικούς δείκτες — από τον αριθμό διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας έως το ΑΕΠ — και διαπίστωσαν ότι οι δείκτες καινοτομίας και πλούτου — από τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας έως το ΑΕΠ — κλιμακώνονται υπεργραμμικά με τον πληθυσμό, με εκθέτες μεταξύ 1,1 και 1,3. Αυτό σημαίνει ότι μια πόλη των 4 εκατομμυρίων παράγει σημαντικά περισσότερη καινοτομία από τετραπλάσια πόλη ενός εκατομμυρίου — όχι ανάλογα, αλλά δυσανάλογα περισσότερη. Αυτό σημαίνει πως μια μητρόπολη τεσσάρων εκατομμυρίων δεν παράγει απλώς τετραπλάσια γνώση από μια πόλη ενός εκατομμυρίου — παράγει σημαντικά περισσότερη. Στον τομέα της αγοράς εργασίας, οι οικονομολόγοι Glaeser και Maré (2001, «Cities and Skills», Journal of Labor Economics) τεκμηρίωσαν ότι οι εργαζόμενοι στις μεγάλες πόλεις κερδίζουν πάνω από 33% υψηλότερους μισθούς σε σχέση με συγκρίσιμους εργαζόμενους σε μικρότερες περιοχές, με τη διαφορά αυτή να μεγαλώνει όσο αυξάνεται το μέγεθος της πόλης.

Υπάρχει και κάτι ακόμη σημαντικό στην αστικοποίηση: αποτελεί μια αυτοενισχυόμενη διαδικασία. Ας σκεφτούμε ότι σε μια πόλη υπάρχει ήδη μεγάλη συγκέντρωση πληθυσμού. Αυτό δημιουργεί κίνητρα τόσο σε επιχειρήσεις — που βλέπουν μια μεγάλη αγορά — όσο και σε εργαζόμενους, που πάνε εκεί για να διεκδικήσουν θέσεις εργασίας. Ένας μεγάλος πληθυσμός, λοιπόν, δημιουργεί κίνητρα ώστε ακόμη περισσότεροι να έρθουν. Αυτή η κυκλική διαδικασία κάποτε φτάνει σε ισορροπία, καθώς δημιουργούνται αντικίνητρα — υψηλά ενοίκια, κυκλοφοριακή συμφόρηση, εγκληματικότητα — που επιβραδύνουν την εισροή. Παρόλα αυτά, υπάρχει ένα ξεκάθαρο κίνητρο για κάθε νέο άτομο να κατευθυνθεί εκεί που ήδη ζουν πολλοί: οι ευκαιρίες — οικονομικές, κοινωνικές, πολιτισμικές — πολλαπλασιάζονται μαζί με τον πληθυσμό.

Τα τρομερά οφέλη της πληθυσμιακής συγκέντρωσης και ο αυτοενισχυόμενος μηχανισμός της εξηγούν γιατί ο κόσμος αστικοποιείται με ταχύτητα που δεν είχε ξαναδεί. Σύμφωνα με τις Προοπτικές Αστικοποίησης του ΟΗΕ (World Urbanization Prospects, 2022), το 57% του παγκόσμιου πληθυσμού — σχεδόν 4,6 δισεκατομμύρια άνθρωποι — ζει ήδη σε αστικά κέντρα, με την τάση αυτή να αναμένεται να φτάσει το 68% έως το 2050. Στις ανεπτυγμένες χώρες, το ποσοστό αυτό ξεπερνά ήδη το 80%. Η τεχνολογική πρόοδος δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως κάτι «τυχαίο». Τα άτομα που έκαναν τις μεγαλύτερες συνεισφορές στην ανθρωπότητα δεν τα κατάφεραν επειδή διέθεταν χαρακτηριστικά διαφορετικά από αυτά των κοινών θνητών· τις περισσότερες φορές τα κατάφεραν επειδή βρίσκονταν εντός των κοινωνικών δομών που τους έδωσαν τη δυνατότητα και το κίνητρο να πειραματιστούν και να ξεχωρίσουν.

Έχοντας δει ξεκάθαρα το επιχείρημα υπέρ της αστυφιλίας, αξίζει να στραφούμε για μια στιγμή στην ελληνική πραγματικότητα. Ο δημόσιος διάλογος γεμίζει συχνά με ρομαντικές περιγραφές της ζωής στην ύπαιθρο, για το ότι η Αθήνα «δεν μας χωράει όλους», για το τι κρίμα που είναι να ζεις σε πολυκατοικία αντί κοντά στη φύση. Ακόμα και η λέξη αστυφιλία έχει κάτι το άσχημο πάνω της: οδηγεί αναπόδραστα σε συνειρμούς με λέξεις που περιγράφουν διαστροφές, όπως η παιδοφιλία και η νεκροφιλία.

Μετά από την παραπάνω συζήτηση, νομίζω ότι αυτή η ιδεαλιστική προσέγγιση της επαρχικής ζωής αξίζει να επανεξεταστεί. Πέρα από την ανθρώπινη τάση να εκτιμάμε περισσότερο αυτό που δεν έχουμε, το να γυρίσουμε την πλάτη στα τεράστια οφέλη που έχει δώσει η αστικοποίηση μοιάζει, τουλάχιστον, ατυχές. Αυτό δεν σημαίνει ότι η επαρχία δεν έχει αξία — έχει, και μάλιστα πολύ, ως τόπος ξεκούρασης, ανανέωσης, αγροτικής παραγωγής. Σημαίνει, όμως, ότι το να υποτιμάμε συστηματικά τη ζωή στην πόλη — και να τη θεωρούμε υποχρεωτικό κακό αντί για έναν από τους μεγαλύτερους μοχλούς ανθρώπινης ευημερίας — είναι ίσως από τις μεγαλύτερες πλάνες στον σύγχρονο δημόσιο διάλογο. Στη σημερινή εποχή ένα μεγάλο στοίχημα είναι πώς, μέσω της τεχνολογίας, θα μπορέσουμε να φέρουμε στους κατοίκους της επαρχίας τα οφέλη που έχει η ζωή στα αστικά κέντρα.