Πολεις

Βόρειος χειμών, turn it on!

Βραδιάζει νωρίς και βραδιάζει περίεργα, σχεδόν παραισθητικά.

Στέφανος Τσιτσόπουλος
ΤΕΥΧΟΣ 241
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Βραδιάζει νωρίς και βραδιάζει περίεργα, σχεδόν παραισθητικά. Ειδικά όταν βρέχει και κοιτάζω τις στάλες να πνίγουν τα πλακόστρωτα στα Λαδάδικα, φλασάρω και βλέπω τη Θεσσαλονίκη σαν Πράγα. Ίσως γι’ αυτό την Παρασκευή στο “New York”, ένα καινούργιο συναυλιακό χώρο στη δυτική πλευρά της πόλης, ο ήχος των Red Snapper, όταν με το καλό ξεδιπλωθεί live στη σκηνή, θα χαρίσει στην πόλη το ιδανικό σάουντρακ. Μολυβένιοι ουρανοί, σειρήνες, άτακτες φωνές και θόρυβοι που συνθέτουν σαν παζλ τον ήχο της urbania, αργόσυρτα ηλεκτρονικά και τριπχοπαριστά βουητά, σχεδόν σαν να ακούς το ηλεκτρικό ρεύμα να διασχίζει τα καλώδια και να τροφοδοτεί ψηφιακά όνειρα. Ανυπομονώ να ακούσω το “Sleepless” και το “Deathroll”. Αν δεν το παίξουν, θα εκλιπαρήσω στο ανκόρ για το “Keeping Pigs Together”.

Έχει πολύ καιρό να μου συμβεί, να προσμένω δηλαδή με αγωνία ένα live. Τα μάτια σας ανοιχτά, όμως, και τα αυτιά σας τεντωμένα στο support. Οι Θεσσαλονικείς The Goldfinger Recordings, και ειδικά το κινηματογραφικής μενταλιτέ τραγούδι τους “Autumn With A Hunk”, είναι από τα καλύτερα κρυμμένα μυστικά της πόλης.

Δεν έχει και πολλά άλλα πράγματα να κάνεις τέτοιον καιρό στη Θεσσαλονίκη, πάντα οι Ιανουάριοι είναι σφιχτοί και ράθυμοι, ο κόσμος προτιμά να χουχουλιάζει στα ζεστά. Ειδικά την προηγούμενη Τετάρτη, λόγω κυπελλικού ντέρμπι ΠΑΟΚ - Άρη, οι δρόμοι ήταν έρημοι και μόνο η Τούμπα γεμάτη. Στο τοστάδικο “Daddy’s” της Κορομηλά η κριτική του αγώνα! Εγώ: «Παίχτηκε μπάλα που γύρισε το άθλημα 20 χρόνια πίσω. Κι αυτές οι γούβες στον αγωνιστικό χώρο, σαν μικρές λίμνες του Οντάριο, με έκαναν να αναρωτιέμαι μήπως το επόμενο μεγάλο έργο, μετά την Εγνατία οδό και το μετρό, θα πρέπει να είναι ο εξανθρωπισμός και η αναστήλωση της Τούμπας. Ο Κονσεϊσάο χώμα και μέχρι κι ο Μουσλίμοβιτς κινούνταν σαν σερνάμενη νεροφίδα». Ακολουθεί η κριτική του ιδιοκτήτη Ηλία: «Στου Χαριλάου θα πέσει γκαγκαλίδι, αντίποινο στις ψιλές που δέχτηκε ο Κολτσίδας. Μόνο ο Γκαρσία διασώθηκε. Την έχουμε ζόρικα».

Κι από την άλλη μέρα εκπτώσεις και ουρές και μάτιασμα κομματιών στις βιτρίνες, θέαμα σχεδόν σουρεαλιστικό, στα πεζοδρόμια χαρούμενοι shoppers με σακούλες, στο δρόμο πορείες με κόκκινα πανό και συνθήματα, Τσιμισκή περίεργη, συφοριασμένη από επιθυμίες λογής λογής, διάλεξε πώς θα την περπατήσεις, διάλεξε ζωή.

Αντίο, φίλε

Κυριακή απόγευμα, ανία και ζάπινγκ, μέχρι που στην ΕΤ3 η εικόνα με κάνει να κολλήσω. Φορώντας σκούρο σμόκιν και καθισμένος καταμεσής μιας άδειας πισίνας, σε βίλα περιλουσμένη από ψηλούς φοίνικες, ο Χάρης Θεοφράστου της εκπομπής «Επί τροχών» αποχαιρετά τους τηλεθεατές του. Μετά ανεβαίνει σε μια Φεράρι και χάνεται για πάντα.

Ιδιότυπη προφορά, τρελό χιούμορ, απόλυτη γνώση του αντικειμένου του, καυλόγκαζος για να ομιλούμε και σωστά τα ελληνικά, μέγας test driver και λάτρης της αυτοκίνησης, ο ασπρομάλλης Θεοφράστου και η εκπομπή του ήταν μια όαση γνώσης και χαράς στην κατά τα άλλα σοβαροφανή και άνυδρη από ιδέες και ανθρώπους ΕΤ3. Στα 10 χρόνια του το «Επί τροχών» μύριζε άσφαλτο και λάστιχα, η ρουμπρίκα με τον αναποφάσιστο αγοραστή και την τελική του ατάκα «καλό, αλλά θα το σκεφτώ» δημιούργησε στρατιές από φανατικούς φίλους. Όσες φορές ανταμώναμε με τον Χάρη Θεοφράστου στο δρόμο, παρατηρούσα πως ο κόσμος του συμπεριφερόταν σαν ποπ σταρ. Τον χαιρετούσε και του ζητούσε συμβουλές, τις οποίες ο τυπάρας ποτέ δεν αρνήθηκε να τις μοιράσει αφειδώς και αφιλοκερδώς. Στα ατού του και η χροιά της φωνής του, που η βραχνάδα της άγγιζε καρτούν ήρωες.

Café society

Υπάρχει κάτι στο βλέμμα, στα μάγουλα, στην αλογοουρά, στη σωματική διάπλαση που είναι κοινό στα κοριτσάκια που ζωγραφίζει η Μανταλίνα Ψωμά. Μπορεί κατά βάθος να ζωγραφίζει και την ίδια μικρούλα, παγιδευμένη, ευάλωτη, τρομαγμένη, περικυκλωμένη από έναν κόσμο μεγάλων ανθρώπων, απειλητικών σπιτιών, ακραίων καιρικών φαινομένων. Τελείωσε η έκθεσή της στην γκαλερί “TinT”, αλλά οι εικόνες και οι ζωγραφιές συνεχίζουν να πέφτουν στη Θεσσαλονίκη σαν βροχή, μιας και τη σκυτάλη παίρνει ο Νίκος Χαραλαμπίδης στην γκαλερί «Λόλα Νικολάου». Πινέλα και χρώματα ανακατεμένα με κολάζ, κυρίαρχο το κόκκινο αλλά και το μαύρο, τα τανκς, οι πύραυλοι, η βία στην Παλαιστίνη, που κάποια από τα παραδοσιακά υφαντά και μαντίλια της χρησιμεύουν και σαν μοτίβο για τους πίνακές του.

Τα Σάββατα ουρές κι έξω από το «Ολύμπιον» για το «Βαλς με τον Μπασίρ», τα πρωινά στην Αριστοτέλους φέιγ βολάν και τραγούδια ενάντια στην αιματοχυσία και το θρήνο, η λωρίδα της Γάζας και η λωρίδα της ΓΑΔΑ, τα golden boys και τα colden boys, κρύο κι αστεία στα καφέ, που γνωρίζουν πιένες, μιας και στον καιρό της πανθομολογούμενης οικονομικής κρίσης τα καφέ-μπαρ είναι τα πιο φτηνά και σχεδόν ανέξοδα καταφύγια. Άλλος ένας λόγος που συνειρμικά η Θεσσαλονίκη μού φέρνει στο μυαλό την Πράγα των εκατοντάδων cavernas.