Πολεις

Όταν έρχονται οι φίλοι μου

Επτά χρόνια τώρα, όση ζωή έχει αυτή η στήλη με εδώδιμα αποικιακά νέα από τη Θεσσαλονίκη

Στέφανος Τσιτσόπουλος
ΤΕΥΧΟΣ 334
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Επτά χρόνια τώρα, όση ζωή έχει αυτή η στήλη με εδώδιμα αποικιακά νέα από τη Θεσσαλονίκη, υπάρχουν δύο τύποι τολμώ να πω, καλοί μου φίλοι, που με κατευθύνουν. Ψάχνουν ο καθένας από τη μεριά του ιστορίες και tips από την πόλη, μαρκάρουν διευθύνσεις, πρόσωπα και καταστάσεις. Και κάθε φορά που στρώνομαι να γράψω και να στείλω ανταπόκριση από τον Βορρά, φιλτράρω τα κίτρινα post-it με τις πληροφορίες που μου αφήνουν, κι έτσι έχω τη μίνιμουμ σιγουριά πως όσα γράφω είναι καρατσεκαρισμένα. Γιατί ο καθένας από την πλευρά του ξέρει και μια Θεσσαλονίκη αλλιώτικη. Γι’ αυτό, άλλωστε, τους θέλεις τους φίλους. Για να σε διορθώνουν, να σου υποδεικνύουν, να ανταλλάσσετε εικόνες κι εμπειρίες. Αποφάσισα σήμερα να σας τους γνωρίσω αυτούς τους τύπους.

Ξεκινάω με τον Στέφανο, που όλη τη βδομάδα με εμμονοληπτικό τρόπο παρατηρεί τις αφίσες στους τοίχους. Χάρη σε αυτόν έμαθα πως μπορώ να γίνω αστέρι του stencil αν όλο τον Φεβρουάριο ανηφορίζω στο Κουλέ Καφέ, όπου βρίσκεται το Στέκι της Άνω Πόλης, και εξπέρ σε αυτού του είδους την αστική τοιχογραφία θα με μυήσουν σε όλα τα κόλπα. Το έχει αυτό το χούι ο φίλος μου ο Στεφάν, να μπλέκει με όλα τα ωραία περίεργα που κυκλοφορούν στην πιάτσα. Από τον ίδιο έμαθα και τους This Is Nowhere, που έγραψαν καταπληκτική μουσική για το θεατρικό έργο “Frozen” της Μπραϊόνι Λέιβερι που ανεβάζει η θεατρική ομάδα Poliprizo στο θέατρο Ταξίδι Ονείρου (Στ. Τάττη 3). Όπως επίσης και για μια νέα ιδρωμένη γκαραζόμπαντα, τους Basements, που όπου παίζουν το σπάνε το κοντέρ.

Όταν τον ρώτησα χθες «πού τα μαθαίνεις όλα αυτά, ρε αγόρι;» απάντησε πως είναι εύκολο, αρκεί να συχνάζεις στο “Handover”, το κατάστημα με τα second hand ρούχα που άνοιξε στην Ισαύρων ο πρώην ντράμερ των Dread Astaire Κοσμάς Μαυρίδης. «Όπως παλιά οι Pistols και όλο το πανκ σινάφι του Λονδίνου σύχναζαν στο ρουχάδικο της Βίβιαν Γουέστγουντ και του ΜακΛάρεν, το ίδιο συμβαίνει και με το “Handover”. Εδώ αράζει, ντύνεται και ανταλλάσσει ήχους και κουβέντες όλη η σκηνή του Βορρά».

Στα post-it του φίλου Στέφανου για αυτή την εβδομάδα υπάρχει η υπόδειξη του να μην ξεχάσω και τις προσφορές σε γλυκά στις οποίες προβαίνει ένεκα κρίσης το ζαχαροπλαστείο του «Χατζή» της Καμάρας. «Κάθε Δευτέρα όλα τα σερμπέτικα σιροπιαστά Ανατολής, καϊμάκια, κανταΐφια, σαραγλιά και τουλούμπες βγαίνουν στη λοταρία με 1,80 ευρώ το κομμάτι».

Εκτός όμως από τον Στέφανο, ευκαιρία να γνωρίσετε και τον άλλο φίλο μου, τον Τσιτσόπουλο. Καλό παιδί κι αυτός, αλλά λίγο πιο θεσμικός, «η πόλη», λέει, «δεν απαρτίζεται μόνο από γκαραζόμπαντες και κάθε είδους εναλλακτικά σχήματα, αλλά και από άλλη ανθρώπινη βιοποικιλότητα. Όπως οι εργαζόμενοι σε “Μακεδονία” και “Αγγελιοφόρο”, που ξέθαψαν το τσεκούρι του πολέμου-απεργίας απέναντι στους εκδότες τους, που τους πρότειναν δουλειά εκ περιτροπής. Ο βόρειος Τύπος καταρρέει, γι’ αυτά να γράψεις. Και για τον Μπουτάρη, που δεν ξέρει από πού να το πιάσει και από πού να το στρώσει. Σκουπίδια, υπερχρεωμένα και σπάταλα δημοτικά μέσα ενημέρωσης, γραφειοκρατία και τρύπες στον προϋπολογισμό του».

Σε αντίθεση με τον Στέφανο, που τα βράδια αράζει στην μπάρα του «Διατηρητέο» και ακούει ευλαβικά το φίλο του τον Ιάκωβο να κοπανάει Belle and Sebastian, ο Τσιτσόπουλος αράζει στα τραπεζάκια έξω του “De facto” και συναναστρέφεται με εικαστικούς, όπως ο εξαίρετος κύριος Ξόνογλου. Προχθές πετάχτηκε στην γκαλερί Kalos & Klio για να δει από κοντά και στο τσαφ τις φωτογραφίες “On the Way to the Masterpiece” του  Άρι Γεωργίου.

Τις Πέμπτες, όμως, όταν ο Τσιτσόπουλος συντονίζει τις συζητήσεις στο Μουσείο Φωτογραφίας, όπου παρέα με το διευθυντή του Βαγγέλη Ιωακειμίδη και ενώπιον δεκάδων θεατών ξεφυλλίζουν και παρουσιάζουν Έλληνες φωτογράφους της τελευταίας Photobiennale, ο Στέφανος είναι εκεί. Το ίδιο, βέβαια, κάνει και ο Τσιτσόπουλος, όταν ο Στέφανος τον καλεί στη «Βάρδια» τα Παρασκευοσάββατα, που ο Διογένης Δασκάλου και οι Monie & Monie Conniente παρουσιάζουν το “Happyland”. Μια ξεκαρδιστική παράσταση-γλέντι μετά τσιτάτων και μουσικής, όπου ο μεν Τσιτσόπουλος παραληρεί όταν η μπάντα πιάνει να παίζει την «Ωδή στον Γεώργιο Καραϊσκάκη» του Σαββόπουλου, ο δε Στέφανος ξεραίνεται από τα γέλια όταν ο Διογένης πιάνει να μιλάει στους παριστάμενους με σερραϊκή ντοπιολαλιά.

Διάβασα κάπου πως ο Τζέιμς Ελρόι έχει ένα ολόκληρο επιτελείο από βοηθούς, που ξεψαχνίζουν αρχεία και βιβλιοθήκες, προκειμένου να βρουν συμβάντα-πρώτη ύλη που θα γίνουν ιστορίες για το Λος Άντζελες. Δεν έχω την πολυτέλεια να πληρώνω τέτοιο επιτελείο όπως ο Ελρόι, ευτυχώς όμως που έχω για φίλους τον Στέφανο και τον Τσιτσόπουλο. Τόσο διαφορετικοί μεταξύ τους, που, όμως, όταν έρθει η ώρα να γράψω για τη VOICE παύουν να κοκορομαχούν και να αμφισβητούν ο ένας τον άλλον και απλόχερα μου δανείζουν τις εμπειρίες τους και τη ματιά τους για τη Θεσσαλονίκη. Δεν ξέρω τι και πώς θα έγραφα, αν δεν ήταν αυτοί οι φιλάρες να με τσιγκλίζουν και να με σέρνουν από δω κι από κει.

«Τι θα κάνουμε, αφού στείλεις την ανταπόκριση;» με ρώτησαν τις προάλλες. «Θα σας πάω στον Φοίβο Δεληβοριά» τους είπα και τους κατέβασα στην Αθήνα, Σάββατο βράδυ στο «Μετρό». «Στο Κολωνάκι είναι ένας σκύλος, ο Βαγγέλης/ έξω απ’ το Everest ή στη Λουκιανού/ το μάτι του σ’ ακολουθεί θέλεις δε θέλεις/ καθώς βυθίζεσαι στο βίο που λες πως θέλεις/ για να ξεφύγεις από το βίο, από το βίο του διπλανού». Ο Στέφανος ενθουσιάστηκε με το πόσο jazzy και ηλεκτρονικά ο Φοίβος διασκεύασε τον Δεληβοριά. Κι ο Τσιτσόπουλος, λίγο πιο γάτα, μου είπε «σε κατάλαβα, φίλε. Ο Φοίβος έχει το σκύλο τον Βαγγέλη, ενώ εσύ έχεις εμάς, που σε κοιτάμε και κάθε βδομάδα σου τη λέμε. Εμείς είμαστε η συνείδησή σου και χάρη σε μας δεν βυθίζεσαι στους βίους των διπλανών». Τέτοια ψαγμένα μου λένε και τους κρατάω για φίλους επτά χρόνια τώρα.

stefanostsitsopoulos@yahoo.gr

{ “On the Way to the Masterpiece”,  Άρις Γεωργίου, Kalos & Klio showroom., Φωτογραφία: Σάκης Γιούμπασης }