Life in Athens

Γιάννης Νικολούδης: Οκτώ οκτώ

Ένα διήγημα για το καλοκαίρι στην Αθήνα

A.V. Guest
ΤΕΥΧΟΣ 1003
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Ο συγγραφέας Γιάννης Νικολούδης γράφει για το καλοκαίρι στην Αθήνα

Στέκομαι στο μπαλκόνι. O ιδρώτας κολλάει στο φανελάκι μου. Δεν θυμάμαι τι έχω φάει ούτε πότε το έφαγα, αλλά το νιώθω να μου ανεβαίνει στον λαιμό. Αγγίζω το κάγκελο. Η γειτονιά στο σκοτάδι, δημοτικός φωτισμός ανύπαρκτος – σπασμένες ή καμένες λάμπες. Ακούω τις μονάδες των γύρω κλιματιστικών να βουίζουν. Σαν τεράστια έντομα γαντζωμένα στους τοίχους. Στην απέναντι πολυκατοικία κάποια φώτα. Να πηδιέται κανείς πίσω από κείνα τα παράθυρα απόψε; Άπνοια. Ιούλιος μήνας, η εξεταστική έχει τελειώσει κι εμείς μπακούρια και άφραγκοι εδώ.

«Τι ώρα είναι;»

Ο συγκάτοικός μου δεν απαντάει, αλλά αφήνει ένα ρέψιμο ιπποπόταμου. Μου σπρώχνει άλλο ένα ποτήρι. «Πιες».

Κατεβάζω τη βότκα μονορούφι. Χολή ανεβαίνει στον λαιμό μου. Διστάζω να γυρίσω μέσα στο αχούρι. Χαλασμένο το κλιματιστικό, ένας αρχαίος ανεμιστήρας παίζει με  τον πηχτό αέρα. Ο συγκάτοικος πίνει κατευθείαν απ’ το μπουκάλι. Άπνοια. Βρομοπειραιάς. Μια μπόχα έρχεται από την πλευρά του λιμανιού. Όλα στάσιμα. Όλα στο σκοτάδι.

«Τι ώρα είναι, ρε;» ξαναλέω, παλεύοντας να συγκρατήσω τον εμετό μου.

Και τότε τη βλέπω. Στον δρόμο, το πρόσωπό της στραμμένο προς τα πάνω. Πόση ώρα τώρα; Στέκεται εκεί και με κοιτάει. «Αγόρι», λέει. «Εσύ». Ανοιγοκλείνω τα μάτια – όχι, δεν είναι παραίσθηση. Την παρατηρώ στο φως της πιλοτής. Σορτσάκι, αμάνικη μπλούζα. Λάμπει από τον ιδρώτα. «Αγόρι», λέει.

«Γεια», λέω. «Όλα καλά;»
«Έχασα το λεωφορείο»
. Με κοιτάει με νόημα.
Ακούω τον συγκάτοικο: «Με ποιον μιλάς;».
«Έλα δω»
.

Βγαίνει κι αυτός στο μπαλκόνι.

«Αγόρια, ν’ ανέβω;»
«Μαλάκα»
, λέει ο συγκάτοικος. «Μαλάκα μου».
«Να της ανοίξουμε;»
«Δεν… δεν ξέρω»
.
«Βίζιτα πρέπει να ’ναι».
«Κι αν μας τη φέρει;»
«Δώσε μου  το μαχαίρι»
.

Μπαίνουμε μέσα κι ο συγκάτοικος μου δίνει το μικρό μαχαίρι της κουζίνας. Το βάζω στην τσέπη – νιώθω τη λαβή να εξέχει. Κοιτάζω το κινητό. Ξημερώματα. Ξαφνικά έχω μια διαύγεια. Σαν να έχω ξεμεθύσει μονοκοπανιά.

Της ανοίγουμε. Ακούω τα τακούνια της, ανεβαίνει τις σκάλες. Νιώθω το σώβρακό μου να τσιτώνει. Και να τη, με σάρκα και οστά, ζουμερή, καθισμένη κιόλας στον καναπέ. Καθόμαστε απέναντί της. Δεν δίνει σημασία στο πόσο μπουρδέλο είναι το διαμέρισμα. Διπλώνει τα πόδια της. Νιώθω ότι παίζω σε εισαγωγική σκηνή τσόντας. «Ζέστη», λέει.

Το δέρμα της τόσο λευκό – φοβερά μπούτια. Μικρά, περιποιημένα δάχτυλα ποδιών. Ύστερα καταλαβαίνω ότι της λείπει το δαχτυλάκι του δεξιού ποδιού.

«Αγόρια», λέει. «Σας ευχαριστώ, ρε αγόρια».

Θα μπορούσε να είναι τριάντα ή σαράντα ή ακόμα και πενήντα. Ανεξιχνίαστη μιλφάρα.

Ο συγκάτοικός μου, με αργές κινήσεις, λες και τα χέρια του είναι βυθισμένα σε νερό, της βάζει βότκα. Η γυναίκα πίνει. Σκέφτομαι ότι θέλω να μιλήσω, αλλά δεν μπορώ. Κάτι με συγκρατεί. Με τα χίλια ζόρια λέω: «Είσαι και γαμώ».

Δεν αντιδρά. Δεν νομίζω ότι μ’ άκουσε.

Ένα μηχανάκι  διασχίζει σφαίρα τον δρόμο έξω.Εκείνη κρατάει το ποτήρι στο χέρι της λες και  το ποτό ζυγίζει δύο κιλά. Με μεγάλη προσπάθεια το φέρνει στα χείλη. Ακούω τον συγκάτοικό μου να μιλάει μαζί της. Δεν καταλαβαίνω τι της λέει. Ασυνήθιστα προσεκτικός – σχεδόν συλλαβίζει τις λέξεις.

Με πολλή δυσκολία στρέφω το βλέμμα μου πάνω της – κανείς δεν μιλάει τώρα και η γυναίκα κοιτάζει κάπου στο ταβάνι σαν να ψάχνει μια βρόμικη γωνία που δεν την πέτυχε το ξεσκονιστήρι. Μου φαίνεται ότι από χιλιόμετρα μακριά ακούω το σκουπιδιάρικο κάτω στον δρόμο. Με την άκρη του ματιού βλέπω τον συγκάτοικό μου να προσπαθεί να βολευτεί καλύτερα στη μικρή πολυθρόνα – ώσπου καταφέρνει να ξαπλώσει.

Από κάπου μακριά ακούγεται η φωνή της γυναίκας: «Ζέστη, τόση ζέστη, ρε αγόριααα…» Η κατάληξη της τελευταίας λέξης λες και κάνει αντίλαλο σ’ ένα βαθύ σπήλαιο. Έχει ξαπλώσει και η ίδια στον καναπέ. Τώρα μοιάζει τεράστια και βαριά. Η αμάνικη μπλούζα έχει τραβηχτεί λίγο προς τα πάνω. Στο ακάλυπτο μέρος της κοιλιάς της διακρίνω το σημάδι μιας παλιάς ουλής – θυμάμαι την καισαρική τομή της μάνας μου και με πιάνει ανατριχίλα. Μια γούβα έχει αρχίσει να σχηματίζεται στον καναπέ, στο σημείο όπου πέφτει το μεγαλύτερο μέρος του βάρους της. «Έχασα το λεωφορείοοοο, τόση ζέστηηηη!»

Κάνω να σηκωθώ αλλά δεν μπορώ. Πλέω στον ιδρώτα. Νιώθω σμπαράλια. Χωρίς λόγο, προσπαθώ να πω μέσα μου την προπαίδεια του οκτώ. Δεν τα καταφέρνω κι αγχώνομαι. Βλέπω τον συγκάτοικό μου να έχει φωλιάσει στην πολυθρόνα. Έχει βάλει τον αντίχειρά του στο στόμα. Από κάπου ακούω τον ανεμιστήρα να βουίζει στέλνοντας πνοές αέρα που τις αισθάνομαι στο δέρμα σαν λιωμένο βούτυρο. Το σώμα της γυναίκας ακουμπάει σχεδόν το πάτωμα – τόσο έχει βουλιάξει ο καναπές. «Οκτώ οκτώ εξήντα τέσσερα», την ακούω ξαφνικά να λέει αυστηρά.

Το παντελόνι μου το νιώθω υγρό. Μυρίζω κατρουλιό. Δάκρυα καίνε τα μάτια μου, ενώ απέξω, στη νεραντζιά του δρόμου, ακούγονται τα πρώτα τρελά τζιτζίκια της ημέρας.

* Ο Γιάννης Νικολούδης είναι συγγραφέας. Τα βιβλία του «Άδειος τόπος» και «Κόκκινο φαράγγι» κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Πατάκη.