- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- 102.5 FM RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Ο Ορέστης Φιωτάκης γράφει ένα διήγημα για το καλοκαίρι στην Αθήνα
Η Αθήνα είναι μια γριά, λέει σ’ έναν τοίχο της Καλλιδρομίου και η Ιουλία αναστενάζει. Πάνω στον ιδρώτα της κολλάει σκόνη από το απέναντι εργοτάξιο. Ένας εργάτης αλλάζει κανάλια στο ραδιοφωνάκι του, από ειδήσεις για τον καύσωνα σε Σοφία Βέμπο. Η Ιουλία προχωράει. Αφήνει ένα ακόμα βιογραφικό σε μια καφετέρια, το κοιτάνε, της λένε πως θα ταίριαζε καλύτερα σε κάποιο βιβλιοπωλείο, αλλά στα βιβλιοπωλεία τής λένε πως καλύτερα να πάει σε κάποια καφετέρια. Έχασε την προηγούμενη δουλειά της και πρέπει να βρει επειγόντως άλλη, αλλιώς ο κύριος Κώστας θα κάνει το διαμέρισμά της «ερ-μπι-μπι». Ίσως να είναι το τελευταίο της καλοκαίρι.
Μια γερόντισσα την προσπερνά αγκομαχώντας. Σέρνει με θόρυβο τα πασούμια της στο πεζοδρόμιο, τραβώντας ξοπίσω της ένα παραφορτωμένο καρότσι λαϊκής. Ένα πορτοκάλι πέφτει, κυλά και χτυπά ελαφρά τον αστράγαλο της Ιουλίας.
«Γεια σας, μήπως ψάχνετε προσωπικό;» Ώσπου να βγει από το ταβερνάκι, η γερόντισσα είναι ακόμα εκεί, στεγνώνει το μέτωπό της μ’ ένα μαντίλι. Μπορεί και να είναι το τελευταίο μου καλοκαίρι, σκέφτεται η Ιουλία, ανεμίζοντας μια βεντάλια καρπούζι στο στέρνο της. Καμπριολέ με τουρίστες που ανοίγουν σαμπάνια. Πέφτει το μαντίλι της γερόντισσας. Κοριτσάκι χοροπηδάει κρατώντας σακούλα με κεράσια. «Σταθείτε, κυρία μου». Πλανόδιος πουλάει ανεμιστηράκια. «Σταθείτε, σας έπεσε κάτι». Πεπόνια κροταλίζουν σε μια καρότσα. Επιταχύνει για να την προλάβει. Από το καρότσι ξεφεύγει ένα μπουκαλάκι κολόνια, το σηκώνει. «Μα, σταθείτε λίγο σας λέω». Η γερόντισσα ούτε που γυρίζει να την κοιτάξει, φτάνει σε μια σκάλα και κατεβαίνει.
«Διακοπή ρεύματος στους σαράντα, δεν είμαστε κράτος, μπάχαλο είμαστε!» φωνάζει κάποιος από ένα ανοιχτό παράθυρο. Μέσα από ένα άλλο κάποιος χτυπά μύγες, ξανά και ξανά, ρυθμικά. Στα σκαλιά κείτονται μια χρυσή ταμπακιέρα, έγγραφα κι ένα εργόχειρο. Η Ιουλία τα μαζεύει. «Σταθείτε, σας πέφτουν πράγματα». Όμως η γερόντισσα φεύγει τρεχάτη. Μα τι αντοχές, τόσο γριά γυναίκα... Στο πέρασμά της έχει πέσει ένα καπέλο, ένα κατσαρόλι, μια κορνίζα, ένα βάζο. Δεν τη ξαναφωνάζει, ίσως είναι κουφή. Αλλά συνεχίζει να μαζεύει τα αντικείμενα.
Η Ιουλία βγάζει το Aerolin της, εισπνέει βαθιά. Μάλλον έχει πάθει ηλίαση, φοβάται πως θα λιποθυμήσει, αλλά πρέπει να τη φτάσει. Μαζεύει από την Τρικούπη ένα στέφανο γάμου, την Παλαιά Διαθήκη, έναν δίσκο κλασικής μουσικής κι ένα ρολόι τοίχου. Τα στοιβάζει στην αγκαλιά της, τρέχει να προλάβει το φανάρι, αλλά ανάβει κόκκινο και η γριά έχει ήδη περάσει τη διάβαση. Της έχει πέσει ένα μαξιλάρι καναπέ, μια παλιά τηλεόραση, μια βαλσαμωμένη πέρδικα. Πράγματα που η Ιουλία δεν μπορεί να σηκώσει – τα χέρια της είναι ήδη γεμάτα.
«Τι τρέχεις, ρε κοπελιά, παραλίγο να με ρίξεις», της κάνει ένας κουλουράς. Η Ιουλία δεν σταματάει, διασχίζει τη διάβαση, δεν χάνει τη γερόντισσα απ’ τα μάτια της. Μαζεύει ό,τι μπορεί, ένα κηροπήγιο, ένα βιολί χωρίς χορδές κι ένα ψάθινο καπέλο. Τη χάνει από το οπτικό της πεδίο στην πλατεία Εξαρχείων. Μπλέκεται για λίγο σε μια διαδήλωση. Περνάει κάτω από γροθιές. Από τα μπαλκόνια ρίχνουν κουβάδες με νερό. Τη σταματούν. «Ε, εσύ μικρή, εμπλέκεσαι στη διαδήλωση;»
«Όχι, φοιτήτρια είμαι κι άνεργη».
«Κι όλα αυτά που κρατάς τι είναι;»
«Κυνηγάω μια γριά, πρέπει να της επιστρέψω τα πράγματά της. Είναι μάλλον κουφή και αβοήθητη, αφήστε με τώρα».
«Άσ’ τη, μωρέ, δεν έχει σχέση...»
Συνεχίζει με φόρα στη Θεμιστοκλέους, της πέφτουν πράγματα, αλλά δεν προλαβαίνει να τα μαζέψει. Ακολουθεί τα ίχνη της γερόντισσας, έναν καθρέφτη, ένα παιδικό αλογάκι, ένα κομοδίνο. Αυτό είναι σίγουρα το τελευταίο μου καλοκαίρι. Και η γερόντισσα στρίβει στην Ομόνοια. Η κίνηση είναι αποπνικτική, οι περισσότεροι δρόμοι έχουν κλείσει εξαιτίας κάποιου ποδηλατικού μαραθωνίου. Στη μέση της Πανεπιστημίου κείτεται διαλυμένο το καρότσι λαϊκής. Πανικοβάλεται, αρχίζει να ρωτά τους περαστικούς: «Μήπως είδατε μια κακόμοιρη γριά; Περπατούσε στα χαμένα μ’ ένα καρότσι. Είναι κουφή, δεν ξέρει τι της γίνεται, της πέφτουν πράγματα, φοβάμαι πως την πάτησε αμάξι».
«Άσε μας κι εσύ. Σαράντα βαθμοί κι ο καθένας με τον πόνο του».
Περνάει με κόκκινο, τη βρίζουν, αλλά δεν σταματά. Στη γωνιά του πεζοδρομίου βλέπει αφημένα τα πασούμια της γερόντισσας. Γλιστρά σ’ ένα πεταμένο παγωτό και σκάει στο ζεματιστό πλακόστρωτο. Της φεύγουν από τα χέρια όλα τα μαζεμένα αντικείμενα και διαλύονται κάτω από ρόδες και σόλες.
Η γερόντισσα βαδίζει προς το σιντριβάνι. Με όση δύναμη της έχει απομείνει, η Ιουλία σηκώνεται, αποφεύγει τους περαστικούς που της προσφέρουν βοήθεια. Ορμάει στον δρόμο. Κορναρίσματα και μούτζες. Πηδάει τα κάγκελα, μπερδεύεται στο πλήθος που προσπαθεί να δροσιστεί γύρω από τους πίδακες του νερού. «Πάλι θα με βρείτε πάλι, αγκαλιά μ’ ένα μπουκάλι», τραγουδά ένας μεθυσμένος. «Κάθε ψυχούλα έχει πονέσει, νομίζω...», απαντά μια κυρία στο τηλέφωνο. «Ας κάνουν ό,τι θέλουν, νέα παιδιά είναι, βράζει το αίμα τους», λέει ένας ηλικιωμένος βλέποντας τη διαδήλωση να φτάνει στην Ομόνοια. «ΚΙ ΟΠΩΣ ΜΑΣ ΛΕΕΙ, ΜΑΛΙΣΤΑ, Ο ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΤΗΝ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ, ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ Η ΩΡΑ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ», βροντοφωνάζει ένας σημαιοφόρος κρεμασμένος από το Πεντάκυκλο.
Η Ιουλία εντοπίζει τη γερόντισσα που, με τα πόδια μέσα στο σιντριβάνι, σκύβει προς το νερό. Την πλησιάζει και την πιάνει από τους ώμους. Βλέπει πως κλαίει. «Είμαι πολύ, πολύ κουρασμένη», λέει. «Το ξέρω», της απαντά και τη βοηθάει να πλυθεί. «Αυτό θα είναι το τελευταίο μου καλοκαίρι», μουρμουρίζει η γερόντισσα και βυθίζεται στους αφρούς. Η Ιουλία ξεπλένεται και ξαπλώνει. Γύρω της η Αθήνα κόβει σαν γυαλί, φωτιές ανάβουν, κεφάλια ανοίγουν, το αίμα κυλάει, η πόλη γερνάει και σαπίζει κάτω απ’ τον ήλιο. Αλλά εκείνη, γαληνεμένη μέσα στο νερό, σκέφτεται πως δεν είναι και το τέλος του κόσμου. «Αυτό θα είναι το τελευταίο μου καλοκαίρι στην Αθήνα», λέει η Ιουλία.
*Ο Ορέστης Φιωτάκης γεννήθηκε το 2001. Το 2022 αποφοίτησε από το Τμήμα Σκηνοθεσίας του Εθνικού Θεάτρου, παρουσιάζοντας το πρωτότυπο έργο του «Το δάσος των κοριτσιών». Το 2024 κυκλοφόρησε η νουβέλα του «Αθήνα / Επιστροφή» από τις εκδόσεις Συρτάρι, και το 2026 το μυθιστόρημά του «Άλογα» από τις εκδόσεις Πατάκη.