Life in Athens

Δύο λέξεις σε έναν φθαρμένο τοίχο  

Σκέψεις για έναν άστεγο και το σκυλί του στην οδό Ασκληπιού

Στέφανος Δάνδολος
ΤΕΥΧΟΣ 901
5’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
UPD

Βόλτα στην οδό Ασκληπιού, τα graffiti, ένας άστεγος, οι εκδόσεις Δώμα

Σε μια εσοχή της Ασκληπιού υπάρχει ένα χάρτινο σπίτι εντός του οποίου ζει ο άστεγος Χ. Γύρω του υπάρχουν ομοιόμορφες προσόψεις κτιρίων, ένα απέραντο γκρι που διαταράσσεται μόνο από τις μπογιές των γκράφιτι. Τα περισσότερα δεν λένε τίποτα, είναι απλώς μουντζούρες, οπαδικές βλακείες ή ακατανόητα σύμβολα. Κάποια από αυτά όμως αφηγούνται ιστορίες. Είναι η πιο συμπυκνωμένη μορφή λόγου του αιώνα μας, ένα είδος αστικής ποίησης από πιτσιρικάδες που νιώθουν καλλιτέχνες των δρόμων. Το γκράφιτι απέναντι από το χάρτινο σπίτι του άστεγου Χ είναι σχετικά άτεχνο, και φτωχό, περιέχει μόνο δύο λέξεις. Κι όμως. Προχθές που κατέβαινα την Ασκληπιού, τον είδα να σαλεύει μέσα από τα χαρτόνια του και να τις κοιτάζει για ώρα. Ίσως αυτό κάνει κάθε πρωί. Με το που βγαίνει από την κουβέρτα του, κοιτάζει εκείνες τις δύο λέξεις. Του πρόσφερα ένα κουλούρι, και ύστερα άνοιξα το σημειωματάριό μου. Έγραψα: Ιδέα για άρθρο στην Athens Voice. Δύο λέξεις στην Ασκληπιού. Ένας άστεγος και το σκυλί του.

Βλέπεις, ο Χ έχει κι ένα σκυλί, το οποίο ζει πλάι στο χάρτινο σπίτι. Καμιά σχέση με κείνα τα τερατόμορφα που εκπαιδεύονται από brutal ηλιθίους για να κατασπαράζουν ανθρώπους. Όχι. Είναι μαλλιαρό, όμορφο, με γλυκιά μουσούδα. Και έχει μάτια μόνο για τον Χ που η μοίρα του είναι ένα κομμάτι οδόστρωμα, γλιστερό και κρύο. Εκείνος πήρε το κουλούρι, με ευχαρίστησε, και κατόπιν έσκυψε να χαϊδέψει τον σύντροφό του. Έκοψε ένα κομμάτι από το ψωμί, και το έδωσε στον σκύλο, το ζωντανό γρύλισε, το έγλειψε, αλλά δεν το έφαγε. Τα κουλούρια είναι για τα πουλιά, όχι για τα σκυλιά, ακόμα κι αν τα δεύτερα ψοφάνε της πείνας. Δεν είχα βάλει ακόμα στην τσέπη το σημειωματάριό μου και παρατηρούσα τις δύο λέξεις του γκράφιτι απέναντι από το χάρτινο σπίτι του Χ. Ναι, άτεχνο, φτωχό, αλλά πόσο περιεχτικό. Ένα σύνθημα που καλημερίζει κάθε πρωί μια παροπλισμένη ταλαίπωρη φιγούρα. Γραμμένο στον ασβέστη μιας παλιάς πολυκατοικίας, αθέατο από τους διαβάτες που βιάζονται να φτάσουν στον προορισμό τους, ασήμαντο σαν στίχος αδικημένου ποιητή, μοιάζει τόσο λαμπρό και περίτεχνο μες στη μοναξιά του, που υπερβαίνει και τα πιο μεγαλειώδη έργα τέχνης. Με είδε που ατένιζα εκείνες τις δύο λέξεις ο άστεγος, πρόσεξε επίσης ότι σημείωσα κάτι στο τετραδιάκι μου, και με ρωτάει: «Είσαι του Δήμου; Θα τους πεις να το σβήσουνε;» «Όχι, όχι», του απαντάω, «καμιά σχέση. Απλώς έλεγα να το κάνω αρθράκι σε μια εφημερίδα όπου γράφω». Φάνηκε για μια στιγμή ανήσυχος, αισθάνθηκε ότι η ιδιωτικότητά του σε κείνη τη γωνιά του πεζοδρομίου είχε παραβιαστεί. «Αν πρόκειται να γράψεις, μην βάλεις πού είναι ακριβώς. Βάλε γενικά Ασκληπιού. Γίνεται; Δεν θα ήθελα να έρθει κανείς αύριο το πρωί και να το σβήσει». Τον καθησύχασα. «Ούτε φωτογραφία», πρόσθεσε. «Εννοείται», του λέω. Μου ένευσε, κοίταξε πάλι απέναντι εκείνες τις δύο λέξεις, χαμογέλασε και ύστερα στράφηκε στο σκυλάκο. «Άντε, πάμε να βρούμε το πρωινό σου». Και έφυγαν καμαρωτοί προς τη Σόλωνος, ένας Δον Κιχώτης και ο Σάντσο Πάντσα του, δύο αόρατα πλάσματα ανάμεσα στους ανεμόμυλους της πολύβουης πόλης.

Άρχισα να περπατώ κι εγώ προς τα κάτω, προσπέρασα δύο βιβλιοπωλεία, κοντοστάθηκα στη βιτρίνα των εκδόσεων Δώμα, χάζεψα τις καινούργιες κυκλοφορίες. Μου αρέσουν οι Εκδόσεις Δώμα, έχουν ωραία βιβλία, το «Γουέιτζερ» του Ντέιβιντ Γκραν, το «Maniac» του Λάμπατουτ, το «Όλα για το τίποτα», του Κεμπόφσκι. Εξώφυλλα με αέρα αγγλοσαξονικό. Τριάντα βήματα ακόμα και βρέθηκα μπροστά στις σκάλες ενός ημιυπόγειου καταστήματος με παλιά περιοδικά. Μπήκα. Χάθηκα σε ξεθωριασμένες σελίδες. Άρωμα από μουχλιασμένο μελάνι. Μπλεκ. Ιζνογκούντ. Τρουένο. Mad. Σκέτος παράδεισος. Αγόρασα δύο τεύχη «Αγόρι» του 1982, τότε που υπήρχε ο ασυναγώνιστος Ρόι μαζί με τη θρυλική Μέλτσεστερ στις σελίδες του. Αυτό ήταν το δικό μου ευαγγέλιο στα δώδεκα. Κάθε Πέμπτη έπαιρνα το «Αγόρι», κάθε Παρασκευή «Μίκυ Μάους», και τα σαββατοκύριακα μετατρέπονταν σε ιεροτελεστίες διασκέδασης που τις απάρτιζαν, εκτός από τα περιοδικά, οι ιστορίες του Ιουλίου Βερν, οι ασταμάτητες παρτίδες Σουμπούτεο, ένας καινούργιος δίσκος στο πικάπ αγορασμένος από το Galaxy στην πλατεία Γλυφάδας και οι πολύωρες ποδοσφαιρικές μάχες στο χωμάτινο γηπεδάκι της γειτονιάς μου. Σήμερα οι πιτσιρικάδες διασκεδάζουν με Minecraft και Fortnite, μοιράζονται ομαδικές κλήσεις στο τηλέφωνο για να παίζουν όλοι μαζί, έχουν στη διάθεσή τους χίλια τηλεοπτικά κανάλια και ολόκληρους ωκεανούς μουσικής στο Spotify.

Εμείς που μεγαλώσαμε το ’80, είχαμε τα περιοδικά, τα τσόχινα ποδοσφαιράκια, τους Ντιουκς και το Μουσικόραμα και το Fame ή ό,τι άλλο έδειχνε η κρατική, τους δίσκους μας και το σκληρό χώμα που μας περίμενε στην αλάνα μέχρι να δύσει ο ήλιος. Είχαμε όμως και κείνες τις δύο λέξεις, που δεν χρειαζόταν να τις γράψει κανείς σε έναν ξεθωριασμένο τοίχο της Ασκληπιού για να σου υπενθυμίσει ότι η ζωή είναι πανέμορφη ακόμα κι αν γυρίζεις με ματωμένα γόνατα στο σπίτι σου μετά από δύο ώρες μπάλα, ακόμα κι αν δεν έχεις ίντερνετ, data, μπαταρία και ούτω κάθεξής. Εκείνες οι δύο λέξεις ήταν η στοιχειώδης αλήθεια τότε, ήταν το προφανές, αυτό που ανάβλυζε από τα όνειρα που κάναμε και τις σχέσεις που φτιάχναμε. Σήμερα αποτελούν μάλλον πολυτέλεια, ιδίωμα των λίγων, γι’ αυτό και τις βλέπεις γραμμένες σαν απελπισμένη κραυγή στον ασβέστη μιας πολυκατοικίας.

Βγαίνω από το μαγαζί με τα περιοδικά, και συνεχίζω να κατεβαίνω την Ασκληπιού. Μια βιτρίνα με ηλεκτρικές συσκευές. Ένα ωραίο καφέ. Αφίσες παλιών θεατρικών ξεχασμένες. Ισόγεια με άφθονες ταμπέλες δικηγορικών γραφείων, όλη η καρδιά του νομικού κόσμου. Και μπροστά μου ένας τουρίστας με κολεγιακή που διαφημίζει παλιά περιοδεία των Depeche Mode, ο οποίος σταματάει και φωτογραφίζει κάτι που του τράβηξε την προσοχή. Όλα στο βωμό της εικόνας. Να απαθανατίζεις τη στιγμή έτσι ώστε να μη θεωρείται χαμένη. Να την παγώνεις στο έξυπνο λογισμικό σου, έτσι ώστε να μην εξοστρακίζεται στο υπερπέραν. Θυμήθηκα τους πεντακόσιους χιλιάδες τουρίστες στη Σανς Ελιζέ του Παρισιού, που σήκωσαν στον αέρα πεντακόσιες χιλιάδες τηλέφωνα για να καταγράψουν την πανδαισία της φετινής αλλαγής του χρόνου. Δεν κοιτούσαν τα βεγγαλικά. Δεν αγκαλιάζονταν χαζεύοντας τα ασύλληπτα ουράνια τόξα στον ουρανό. Φωτογράφιζαν, αυτό μόνο. Τραβούσαν βιντεάκια για να τα κάνουν stories στο Ίνσταγκραμ. Το συναίσθημα, η μνήμη, τέτοια πράγματα δεν αρκούν πλέον, είναι παρωχημένα. Καταγράφεις ούτως ώστε να νιώθεις ότι υπάρχεις. Ούτως ώστε να ξέρεις ότι ήσουν εκεί (και να το ξέρουν και οι άλλοι). Ο τουρίστας με την μπλούζα των Depeche πήρε τη φωτογραφία του, είπε κάτι στη συνοδό του, γέλασαν και έστριψαν προς Χαριλάου Τρικούπη. Όλα εικόνα και θόρυβος – πού να χωρέσουν εκείνες οι δύο λέξεις τις οποίες έχει ανάγκη να βλέπει κάθε πρωί ο άστεγος Χ. Έσφιξα τη σακούλα με τα περιοδικά μου και σκέφτηκα ότι οι πάντες είμαστε παραδομένοι στην εικόνα. Άλλος τραβάει ένα αξιοθέατο της Αθήνας, άλλος μια πανδαισία χρωμάτων στο Παρίσι, εγώ έχω τα προσχέδια για το εξώφυλλο του καινούργιου μου βιβλίου. Ετοιμαζόμαστε πυρετωδώς ενόψει της άνοιξης, που κυκλοφορεί, φτιάχνουμε, βλέπουμε, ονειρευόμαστε. Και επηρεασμένος από αυτά τα προσχέδια, νιώθω σαν να αντικρίζω συνεχώς γύρω μου δυνητικές εικόνες, κι ας ζω στην Αθήνα του 2024, ενώ «Τα αηδόνια της σιωπής» μιλούν για την Αθήνα του 1944, που ήταν ένας ολότελα διαφορετικός κόσμος.

Κοιτάζω πίσω μου, αναζητώ με το βλέμμα τον άστεγο Χ και τον σκύλο του, δεν τους βλέπω πουθενά. Μέχρι πού να έφτασαν για την τροφή του ζώου; Πλάι μου περνάει ένα Smart με τζάμια φιμέ και μουσική στη διαπασών, όλο το τετράγωνο δονείται. Ένας τράπερ τραγουδάει για τρύπες και πίπες, η στιχουργική ένδεια του καλλιτέχνη με απειλεί με εγκεφαλικό. Πρώτη φορά συλλαμβάνω τέτοια συντριπτική ευτέλεια μέσα σε στίχους τραγουδιού. Μπάσα σαν βόμβες της Βέρμαχτ. Λόγια σαν ξερατά. Εικόνα και θόρυβος. Θόρυβος και εικόνα. Η επέλαση της βαρβαρότητας ένα χειμωνιάτικο πρωινό Γενάρη στο κέντρο της πόλης. Αισθάνομαι ξαφνικά την ανάγκη να τραπώ σε φυγή, και το πλησιέστερο ασφαλές και ζεστό μέρος που συνειδητοποιώ ότι υπάρχει σε ακτίνα χιλιομέτρων είναι εκείνη η σκονισμένη γωνιά στην εσοχή της Ασκληπιού, όπου υπάρχει το χάρτινο σπίτι του Χ. Και πράγματι, τρέχω προς τα κει, και μόλις φτάνω, νιώθω ανακούφιση. Ο ισχνός άντρας και το σκυλάκι του επέστρεψαν, έχουν κουρνιάσει μες στις σανίδες. Φαίνονται ήρεμοι. Προστατευμένοι. Επαρκείς. Και έχουν τα μάτια τους καρφωμένα σε εκείνο το γκράφιτι απέναντι. Σε κείνες τις δύο λέξεις. Σε κείνη την ασήμαντη ποίηση του δρόμου, που λέει: ΤΡΥΦΕΡΟΤΗΤΑ ΡΕ. 

*Το καινούργιο μυθιστόρημα του Στέφανου Δάνδολου «Τα αηδόνια της σιωπής» θα κυκλοφορήσει στις 4 Απριλίου από τις Εκδόσεις Ψυχογιός