Life in Athens

Υπήρχε business και banking στην αρχαία Αθήνα;

O Νίκος Κυριαζής, ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας και συγγραφέας, εξηγεί

A.V. Team
ΤΕΥΧΟΣ 823
4’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Business και banking στην Αθήνα του 5ου - 4ου π.Χ. αιώνα: Ο ομότιμος καθηγητής και συγγραφέας Νίκος Κυριαζής εξηγεί το οικονομικό μοντέλο της αρχαίας Αθήνας.

Σε μία περίοδο που τα θέματα της οικονομίας απασχολούν όλο και περισσότερο τους πολίτες και τις κυβερνήσεις, αξίζει να ρίξουμε μια ματιά στο πώς διαχειρίζονταν το οικονομικό μοντέλο ζωής τους άλλες κοινωνίες, παρελθόντων ετών. Υπήρχε άραγε business και banking στην Αθήνα του 5ου - 4ου π.Χ. αιώνα; Ποιες επιχειρήσεις κινούσαν τα νήματα της οικονομίας της εποχής; Υπήρχε τραπεζικό σύστημα; Ποια θέση είχε η δανειοδότηση στην κοινωνία; Σε αυτά και άλλα ερωτήματα απαντάει στην ΑTHENS VOICE ο ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας και συγγραφέας κ. Νίκος Κυριαζής.

Όπως μας εξηγεί, «οι Αθηναίοι εργάζονταν και υπήρχε ποικιλία επαγγελμάτων. Ο Ξενοφών κατέγραψε περίπου 190 επαγγέλματα, όπως εμπόρους, τεχνίτες, τραπεζίτες, πλοιοκτήτες. Ακριβώς επειδή ο μέσος εισοδηματικά Αθηναίος εργαζόταν, η πολιτεία είχε θεσπίσει αμοιβή για την παρουσία των πολιτών στην εκκλησία του δήμου (απαιτούνταν 6.000 άτομα για να υπάρχει απαρτία) και για να παρακολουθούν τους θεατρικούς αγώνες. Αυτά ονομάζονταν “εκκλησιαστικά” και “θεωρικά”. Ήταν “αμοιβή” από τον κρατικό προϋπολογισμό σε αντικατάσταση του χαμένου ημερομισθίου. Η εκκλησία του δήμου αποφάσιζε για όλα τα θέματα, τον 4ο συνεδρίαζε αιώνα 40 ημέρες το έτος. Τα “εκκλησιαστικά” και τα “θεωρικά” ήταν τόσο σημαντικά για τη λειτουργία της δημοκρατίας ώστε ο ρήτωρ Δημάδης να τα ονομάσει “κόλλα της δημοκρατίας”». Παράλληλα όσον αφορά στις επιχειρήσεις που λειτουργούσαν στην Αθήνα εκείνη την εποχή, ο ομότιμος καθηγητής σημειώνει ότι «υπήρχαν πολλών ειδών επιχειρήσεις, οι περισσότερες ατομικές. Υπήρχαν και μερικές μεγάλες. Ο στρατηγός Νικίας είχε ένα “εργοστάσιο” κατασκευής όπλων (ασπίδες κ.λπ.) που απασχολούσε 100 άτομα και ένα δεύτερο επιπλοποιείο με 20 άτομα. Υπήρχαν επιχειρήσεις εξόρυξης ασημιού στο Λαύριο, ναυπηγεία, μαγαζιά στις αγορές κ.ά. Γνωρίζουμε πως και γυναίκες ήταν επιχειρηματίες. Μια Άρτεμις του Πειραιά είχε την καλύτερη “μπουτίκ” της εποχής, μια άλλη Άρτεμις είχε οικοδομική επιχείρηση. Υπήρχαν πολλές εμπορικές επιχειρήσεις και ατομικά αγροκτήματα, μικρά και μεγαλύτερα».

Με τι είδους οικονομικό μοντέλο λειτουργούσε τότε η Αθήνα; «Στην Αθήνα της εποχής επιβάλλονταν στους πλούσιους δύο είδη φόρων. Η εισφορά, είδος φόρου εισοδήματος, και οι λειτουργίες, που ήταν περιοδικές (όχι ετήσιες) και ήταν πληρωμή συν προσωπική υπηρεσία. Οι πιο γνωστές ήταν η τριηραρχία, η χορηγία για τα Παναθήναια, για το ανέβασμα θεατρικού έργου κ.λπ. Στην τριηραρχία ο τριήραρχος πλήρωνε το λειτουργικό κόστος (όχι τους μισθούς του πληρώματος) μιας τριήρους για ένα έτος (8 μήνες επιχειρήσεων γιατί τον χειμώνα δεν γίνονταν επιχειρήσεις) την οποία όμως όφειλε και να κυβερνά ο ίδιος, οπότε είχε κίνητρο το πλοίο να είναι αξιόμαχο!
Κύριος έμμεσος φόρος ήταν η πεντηκοστή, 2% επί της αξίας των εισαγωγών-εξαγωγών κυρίως στο λιμάνι του Πειραιά. Δεδομένου ότι ο Πειραιάς ήταν το σημαντικότερο λιμάνι της Μεσογείου, τα έσοδα της πεντηκοστής ήταν υψηλά. Το Δημόσιο είχε ακόμα έσοδα από ενοικίαση κτημάτων, τη μίσθωση μέσω πλειοδοτικών διαγωνισμών των ασημορυχείων του Λαυρίου κ.λπ. Η οικονομία της Αθήνας ήταν ανθηρή και έτσι μπορούσε ο προϋπολογισμός να χρηματοδοτήσει δημόσια έργα  κ.λπ.
Την περίοδο 338-323 π.Χ., όταν ταμίας επί των θεωρικών ήταν ο Λυκούργος (ουσιαστικά υπουργός Οικονομικών), τα έσοδα ήταν 1.200 τάλαντα (1 τάλαντο 6.000 δραχμές) από αθηναϊκούς πόρους, που του επέτρεψε να χρηματοδοτήσει την δεύτερη χρυσή εποχή δημοσίων έργων, μετά τον Περικλή, όπως τη στρώση με μάρμαρο του θεάτρου του Διονύσου, το αποχετευτικό δίκτυο του Πειραιά κ.λπ.».     

Όσον αφορά τους φόρους των Αθηναίων, ο κ. Κυριαζής, ο οποίος συνυπογράφει με τον διδάκτορα του Τμήματος Οικονομικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας κ. Εμμανουήλ Μάριο Οικονόμου, το βιβλίο «Η καθημερινή ζωή στην αρχαία Αθήνα», επισημαίνει ότι «το οικονομικό μοντέλο της Αθήνας ήταν η ελεύθερη αγορά, με βασικούς όμως κανόνες λειτουργίας κατά κακών πρακτικών, που ελέγχονταν από ειδικές υπηρεσίες. Στο πλαίσιο αυτό οι συναλλαγές ήταν ελεύθερες όπως και οι συμφωνίες. Υπήρχαν ειδικά δικαστήρια για επίλυση διαφορών στις λεγόμενες “δίκες εμπορικές”. Οι τιμές καθορίζονταν με βάση την προσφορά και τη ζήτηση με εξαίρεση τα σιτηρά (η Αθήνα δεν ήταν αυτάρκης) όπου το κράτος έκανε παρέμβαση: τα πλοία  με σιτηρά έπρεπε να διοχετεύσουν το μεγαλύτερο μέρος του φορτίου τους στην αθηναϊκή αγορά».                                                                                                 

Υπήρχε κάποιου είδους τραπεζικό σύστημα και η δανειοδότηση είχε θέση στην κοινωνία της εποχής; «Υπήρχε εκτεταμένο τραπεζικό δίκτυο στην Αθήνα. Γνωρίζουμε τα ονόματα 30 τραπεζιτών. Ο πιο γνωστός ήταν ο Πασίων, που γεννήθηκε δούλος, απελευθερώθηκε, έγινε πολίτης και πέθανε ως ο πλουσιότερος Αθηναίος των αρχών του 4ου αι,, εξαιρετικό δείγμα κοινωνικής κινητικότητας. Οι αθηναϊκές τράπεζες έκαναν τις δουλειές που κάνουν οι σημερινές, καταθέσεις, δάνεια με διάφορα επιτόκια ανάλογα με την επικινδυνότητα της πράξης (8% -30% το έτος). Οι ναοί επίσης δρούσαν ως δανειστές, π.χ. ο ναός της Αθηνάς δάνειζε το Δημόσιο από καταθέσεις που είχε κάνει το ίδιο σε καιρό αφθονίας».

Τι κάνει εντύπωση σε κάποιον που έχει μελετήσει τα οικονομικά συστήματα τόσο της σύγχρονης όσο και της αρχαίας εποχής, σε σχέση με το μοντέλο λειτουργίας της Αθήνας εκείνης της περιόδου; «Η αθηναϊκή οικονομία ήταν η πρώτη “σύγχρονη”, με την έννοια πως ο δευτερογενής (βιοτεχνία) και ο τριτογενής τομέας (υπηρεσίες) συνεισέφεραν περισσότερο στο ΑΕΠ και την απασχόληση από τον πρωτογενή (γεωργία ) κάτι που εμφανίστηκε ξανά μόλις στον 17ο-18ο αιώνα στις Κάτω Χώρες και τη Βρετανία. Είχαν εισάγει τον θεσμό των ΣΔΙΤ (Συνεργασία Δημοσίου Ιδιωτικού Τομέα), π.χ. στη ναυπήγηση των τριήρεων μετά τον Ναυτικό Νόμο του Θεμιστοκλή (483 π.Χ.), τη διαδικασία των πλειοδοσιών για την εκμίσθωση γαιών, ασημορυχείων κ.λπ. Υπήρχε προστασία των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας. Υπήρχαν νόμοι προστασίας του περιβάλλοντος (καθαρό νερό, καθαροί δρόμοι από την υπηρεσία των κοπροσυλλεκτών). Υπήρχε ελεύθερη-παράλληλη κυκλοφορία όλων των καλών (καθαρών σε ασήμι) νομισμάτων, σύμφωνα με τον νόμο του Νικοφώντος το 376 π.Χ. που μείωνε το κόστος συναλλαγής. Δηλαδή ένα ξένος έμπορος που έφτανε στην Αθήνα δεν ήταν υποχρεωμένος να πάει σε τράπεζα και να αλλάξει το νόμισμα του σε αθηναϊκή δραχμή, φτάνει ο συναλλασσόμενος να δεχόταν τη συναλλαγή. Το κράτος εγγυόταν για τη γνησιότητα των νομισμάτων μέσω της υπηρεσίας των δοκιμαστών, που έλεγχαν τα ξένα νομίσματα. Υπήρχε ελευθερία μετατροπής ράβδων ασημιού ιδιωτών σε δραχμές, όταν ένας ιδιώτης το ζητούσε. Το νομισματοκοπείο κράταγε μικρή προμήθεια. Έτσι η νομισματική κυκλοφορία ρυθμιζόταν από προσφορά - ζήτηση, χωρίς κεντρική παρέμβαση, εφόσον δεν υπήρχε Κεντρική Τράπεζα. Το σύστημα λειτουργούσε άψογα (εκτός από κάποιες πολεμικές περιόδους) γιατί δεν φαίνεται να υπάρχει πληθωρισμός».

Ο ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας και συγγραφέας Νίκος Κυριαζής